Αυτοί που ενέπνευσαν το λαοφιλές σίριαλ του Μανούσου Μανουσάκη κρίνουν το τηλεοπτικό αποτέλεσμα και αναφέρονται στην πραγματική ζωή τους
Οχι, δεν θα κόψει ποτέ τα μαλλιά της η Αννα. Και όταν έρθει ο έρωτας στη ζωή της θα τον ακολουθήσει. Θα στολίσει τα μαλλιά της με λουλούδια και θα φορέσει το πιο όμορφο άσπρο νυφικό. Χωρίς την πατροπαράδοτη κορόνα στο κεφάλι. Οπως έκανε η Ερατώ. Και τα γαλάζια της μάτια θα λάμπουν από ευτυχία. Αν αγαπάει όμως έναν μπαλαμό και ο πατέρας της πει να παντρευτεί έναν Μάρκο, θα διαλέξει τον Μάρκο.
Κανένα μηχανάκι τής AGB δεν θα καταφέρει ποτέ να μετρήσει την απήχηση που έχει στη ζωή των τσιγγάνων το σίριαλ που χτυπάει κόκκινα στις θεαματικότητες τις τελευταίες εβδομάδες. Τις Δευτέρες, τα βράδια, μια παράξενη ερημιά απλώνεται στους χωματόδρομους που τέμνουν κάθετα και οριζόντια τα φρεσκοδομημένα οικοδομικά τετράγωνα στο Ζεφύρι και στα Ανω Λιόσια. Μόνο τα σκυλιά και οι γάτες κυκλοφορούν ανάμεσα από τους χαμηλούς φράχτες με τα πολύχρωμα κιλίμια. Οι τσιγγάνοι παρακολουθούν στο γυαλί όχι τη ζωή τους αλλά ίσως αυτό που θα μπορούσε, ίσως αυτό που θα ήθελαν να ήταν η ζωή τους. Σχεδόν όλοι οι τηλεοπτικοί δέκτες είναι συντονισμένοι στη συχνότητα του μεγάλου έρωτα της Ερατώς και του Αντώνη. Σχεδόν, γιατί υπάρχει και η Βιβή.
«Εγώ δεν το βλέπω» λέει γελώντας κοριτσίστικα η Βιβή με τα λεπτά, τσιγγάνικα ράστα στα μαλλιά της. «Βλέπω τον “Εκπτωτο Αγγελο”» παραδέχεται κάπως σαν να διαπράττει έγκλημα. Δηλαδή, κ. Γκλέτσο, υπάρχει μια τσιγγανοπούλα που αντιστέκεται στη γοητεία σας; «Χι, χι, άσε μας με τον κρύο» προσθέτει η Βιβή και όλες οι γειτονοπούλες που κάνουν κύκλο γύρω της κρυφογελούν. «Τον είδαμε, τον είδαμε στα γυρίσματα. Εδώ από πάνω γίνονται. Τους είδαμε όλους. Στον Γκλέτσο γυρνάμε όμως την πλάτη. Κρύος δεν είναι; Ενώ ο Μανουσάκης, η γιαγιά, η Μποτέλη και η Ερατώ είναι ζεστοί άνθρωποι». Η ομάδα διχάζεται. Υπερ και κατά του πρωταγωνιστή που ψιθυρίζει λόγια της καρδιάς στον απαγορευμένο έρωτά του αλλά δεν έχει δείξει ακόμη ότι έχει τα κότσια να αφήσει τον έρωτα της καριέρας. Η Βιβή εξομολογείται δημόσια την προτίμησή της στον Στράτο Τζώρτζογλου και οι περισσότερες φίλες της συμφωνούν.
Τα κορίτσια κάνουν δουλειές έξω στον ήλιο της περασμένης Πέμπτης αλλά η αγαπημένη τους κουβέντα είναι οι λεπτομέρειες για την εξέλιξη του σίριαλ. Αλλωστε ακόμη και η Βιβή που βλέπει τον «Αγγελο» εξομολογείται πως την άλλη μέρα ρωτάει τις φίλες της «τι έγινε με την Ερατώ». Στο φύλλο των «Νέων» της ίδιας ημέρας θα μπορούσαν να διαβάσουν ότι οι θεαματικότητες έσπασαν και αυτό ακόμη το κάποτε «άπιαστο» ρεκόρ της πολυγαμικής Αναστασίας. Το καυτό τρίγωνο τσιγγάνα – γιάπης – τσιγγάνος φαίνεται πως αντικατέστησε το προ διετίας καυτό τρίγωνο πατέρας – γιος – Αναστασία. Κανείς δεν δείχνει να ενδιαφέρεται πια για ζευγάρια, τα τρίγωνα φαίνεται πως πουλούν περισσότερο. Ε, αν προσθέσεις και μια πρέζα τσιγγάνικου ταμπεραμέντου, πασπαλισμένο με καμιά σταγονίτσα αίμα από μαχαίρι που κόβει χέρι γαμπρού, τότε το πράγμα αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Αυτό το αποδεικνύουν τα μηχανάκια της AGB όταν μετρούν 29,2% θεαματικότητα στην «Αναστασία» και όταν μέτρησαν 32%, δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ 2 εκατομμύρια θεατές, στους «Ψιθύρους Καρδιάς» του Μανούσου Μανουσάκη. Και μάλλον τα μηχανάκια που μετρούν το κοινωνικό ενδιαφέρον φαίνεται πως απουσιάζουν από τις χαμηλές, ασβεστωμένες κατοικίες των τσιγγάνων στο Ζεφύρι και στα Λιόσια. Γιατί αν υπήρχαν εκεί, δεν μπορεί, θα «μετρούσαν» και άλλα πράγματα…
Νοικοκυριό και επαιτεία
Η Αννα φτιάχνει γρήγορα γρήγορα τα καφεδάκια και σερβίρει στον δίσκο. Στο ένα χέρι το μπρίκι, στο άλλο το αδελφάκι της, η 18μηνη Αγγελική. Το μωρό δεν κάθεται σε ησυχία. Στυλώνει τα ποδαράκια του και κοιτάζει από το παράθυρο του διώροφου. Ο λαμπερός ήλιος κάνει τις φλοκάτες και τις απλωμένες κουβέρτες να φαίνονται σαν χαρούμενο πανηγύρι. Σήμερα δεν έχει σίριαλ. Είναι άλλη μια συνηθισμένη μέρα στη ζωή τους. Η μάνα της έχει φύγει για δουλειά. «Τι δουλειά κάνει;» ρωτήσαμε αυθόρμητα για να δαγκωθούμε λίγο μετά. Την απάντηση δίνει ο πατέρας της Αννας, ο Θύμιος Δημητρίου, που στα 39 του χρόνια έχει εφτά παιδιά και μερικά εγγόνια.
Εξηγεί πως το 90% των τσιγγάνων αναγκάζεται να βγει «κατά κάποιον τρόπο στη ζητιανιά». Και η γυναίκα του αυτό κάνει τώρα. «Δεν απλώνει το χέρι αλλά πουλάει πράγματα». Ο Θύμιος Δημητρίου έχει ένα φλογερό πάθος μέσα του. Κάθε φορά που βλέπει το σίριαλ γίνεται έξαλλος. «Δεν παρουσιάζουν την πραγματικότητα». Ως πρόεδρος του συλλόγου «Φιλική Εταιρεία» και άνθρωπος που ασχολείται ενεργά με τα κοινά δίνει στον λόγο του στοιχεία για να τεκμηριώσει την αποστροφή. Οπως λόγου χάρη ότι σήμερα υπάρχουν περίπου 100.000 παιδιά αβάπτιστα, γιατί δεν υπάρχουν τα χαρτιά του ληξιαρχείου. Θα μπορούσε να μιλάει ώρες ολόκληρες για τον ρατσισμό, τον διωγμό, τα προβλήματα, τις ελλείψεις, την προσπάθεια να «μας κατεβάσουν χαμηλά, να μας ρίξουν στην εγκληματικότητα, στα ναρκωτικά, στα όπλα, στο εμπόριο βρεφών». Είναι έξαλλος με το σίριαλ, όπως έξαλλος είναι και με όσους συνεργάστηκαν για να γίνει.
«Πούλησαν τη φυλή μας» θα πει κάποια στιγμή. «Για να πάρουν δυο – τρία εκατομμύρια άνοιξαν τα σπίτια τους για να γυριστεί αυτό που μας παρουσιάζει λίγο – πολύ σαν ανθρώπους βίαιους, που τραβάμε μαχαίρι και σκοτώνουμε. Γράψ’ το όπως το λέω. Εμείς έχουμε πολιτισμό αιώνων. Τραγουδήσαμε όλη την Ελλάδα. Κι αυτοί θέλουν να μας κρατήσουν χαμηλά. Να μην ανέβει ο τσιγγάνος». Βέβαια κάποια στιγμή θα ανασύρει από τη μνήμη του μιαν ιστορία στις Σέρρες που έγινε κατά τη διάρκεια ενός γάμου. Ηταν μια πολύ όμορφη κοπέλα, 14 χρονών και ήταν βαμμένη. Εκεί που χόρευε, ο ξάδελφός της τη φίλησε στο μάγουλο. Στις τέσσερις τα ξημερώματα ο άντρας της τη σκότωσε… «Αυτό δεν γίνεται όμως συνέχεια, προς Θεού!».
Στο τραπεζάκι του σαλονιού του, μπροστά από το τζάκι, υπάρχει ένα βιβλίο με την ιστορία των Αρβανιτών. Ο Θύμιος Δημητρίου είναι πολύ περήφανος για την καταγωγή του. «Εγώ είμαι τσιγγανορουμανοβλάχος». Πριν από μερικά χρόνια η τύχη τού χαμογέλασε ιδιαίτερα πλατιά. Κέρδισε περίπου 160 εκατομμύρια δραχμές στο λαχείο. Ενα μέρος από αυτά «τα έδωσε σ’ ένα πολιτικό κόμμα που ανέβαινε εκείνη την εποχή και στο οποίο πιστέψαμε. Γύρω στα 50 εκατομμύρια. Μας κορόιδεψαν». Σήμερα δουλεύει ως παλαιοπώλης. Αλλα υπάρχει πάντα η ανάγκη να δουλεύει και η γυναίκα του. Στο σπίτι μένει και η παντρεμένη του κόρη. «Εγώ τα παιδιά μου δεν τ’ αφήνω να φύγουν. Θα μείνουν μαζί μου μέχρι να πεθάνω». Να το πάλι το ταμπεραμέντο. Στο κασετόφωνο η Αννα, που έχει αναλάβει χρέη νοικοκυράς, έχει βάλει την αγαπημένη της κασέτα με τα «αράβικα». Ενα αισθησιακό τσιφτετέλι που θα ξυπνούσε και πεθαμένο μεταμορφώνει την ατμόσφαιρα του ηλιόλουστου πρωινού σε νύχτα γαμήλιας χαράς.
Ο γάμος είναι καθώς φαίνεται το δημοφιλέστερο κοινωνικό συμβάν, ιδιαίτερα για τα κορίτσια που δεν έχουν και πολλές ευκαιρίες να διασκεδάσουν. Το διάστημα από το Πάσχα ως τον Δεκαπενταύγουστο είναι η καλύτερή τους. Τρεις ημέρες κρατάει ο γάμος και είναι η μεγαλύτερη γιορτή. Στον καταυλισμό των Λιοσίων την προσοχή της Χριστίνας τραβάει μια νέα κοπέλα, που φοράει ένα κολιέ με χρυσά φλουριά στον λαιμό της. Είναι η Μαρίνα, νύφη περιζήτητη. «Γιατί τα φοράς;» ρωτούμε. «Γιατί είμαι πλούσια» απαντάει με αφοπλιστική αφέλεια. Τα φλουριά αστράφτουν στον ήλιο όπως και το γέλιο της κοπέλας. Ο γάμος της θα είναι σίγουρα από τους πιο αξέχαστους στην τσιγγάνικη κοινωνία.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. «Μακάρι να είχαν στο σίριαλ μια σκηνή μετά τον γάμο όπου το ζευγάρι πάει στο δημαρχείο ν’ ανοίξει μερίδα. Δεν έχουν όμως. Αυτά τα πράγματα, που είναι η ουσιαστική πλευρά της ζωής των ανθρώπων αυτών, περνούν σαν να μην υπάρχουν από το γυαλί» λέει ο ιερέας που διακονεί στην περιοχή. Στα χέρια του κρατάει χαρτιά. «Να, κοιτάξτε αυτό» μας λέει. «Βλέπετε τι είναι;». Στα χέρια μας υπάρχει το χαρτί που δίνει ο ιερέας στους νεόνυμφους μετά την τέλεση του μυστηρίου και μερικά ακόμη. «Πάει μ’ όλα αυτά το ζευγάρι στο δημαρχείο και ξέρετε τι του λένε; Δεν σε γράφουμε! Γιατί;».
Οι άδειες σχολικές αίθουσες
Υπάρχουν δύο ημέρες που γεμίζουν όλες οι αίθουσες στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Ζεφυρίου. Είναι οι Τρίτες και οι Πέμπτες. Τότε που στο ωρολόγιο πρόγραμμα υπάρχει το μάθημα της… γυμναστικής.
Οταν ξεκίνησε να λειτουργεί το 3ο Δημοτικό Σχολείο Ζεφυρίου η πλειονότητα των μαθητών ήταν τσιγγανάκια. Υπήρχαν και 20 «κανονικά». Σήμερα δεν υπάρχει κανένα «κανονικό». Το σχολείο λειτουργεί αποκλειστικά με τσιγγανάκια. Οπως πληροφορεί ο διευθυντής του, φέτος τον Σεπτέμβριο έγιναν 270 εγγραφές. Από τον Νοέμβριο ο αριθμός των μαθητών σταθεροποιήθηκε στους 130. Οπως συμβαίνει κάθε χρόνο σύμφωνα με τους δασκάλους.
«Και η διακύμανση δεν αφορά μόνο τον αριθμό αλλά και τη σύνθεση των μαθητών» εξηγεί ο Γιώργος Πολίτης. Ο κ. Πολίτης είναι ο διευθυντής του σχολείου. Η επιλογή της θέσης στη συγκεκριμένη περιοχή ήταν ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση στην καριέρα του. Μόνος του επέλεξε να διευθύνει ένα σχολείο σαν και αυτό. Μόνος του έβαλε το στοίχημα και μαζί με τους συναδέλφους του και τους ανθρώπους του γραφείου της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης της περιοχής προσπαθεί να πετύχει αυτό που είναι πράγματι «άπιαστο» όνειρο και δεν έχει καμία σχέση με την κατάρριψη του ρεκόρ τηλεθέασης της «Αναστασίας». «Θέλω να φέρω όλα τα παιδιά των τσιγγάνων στο σχολείο και να πάρουν απολυτήριο». Ετσι απλά.
Την ίδια ώρα που κουβεντιάζουμε μαζί του, οι δρόμοι του καταυλισμού είναι γεμάτοι από πιτσιρίκια που παίζουν στη λιακάδα. Το ξέρει ότι συμβαίνει αυτό και θυμώνει. Ρωτάει ευθέως τον Θύμιο Δημητρίου: «γιατί σταμάτησε η Γεωργία τα μαθήματα;». Τον φέρνει προ των ευθυνών του, λέγοντας: «Αν δεν δώσεις εσύ το παράδειγμα πώς θα ακολουθήσουν οι άλλοι;». Η εξήγηση γιατί η Γεωργία φέτος έχασε τα περισσότερα μαθήματα της έκτης τάξης και κινδυνεύει να μην αποφοιτήσει δεν τον πείθει. «Εχει πρόβλημα υγείας με τα νεφρά της και δεν μπορεί». Αντιπροτείνει να δικαιολογηθούν οι απουσίες μέσω των γιατρών και να γίνει ενισχυτική διδασκαλία στο παιδί για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο. Το παλεύει με τρόπο συγκινητικό και επίμονο. Στο τέλος τον πείθει.
Το σχολείο. Τα παιδιά των τσιγγάνων κάθονται στα θρανία και παρακολουθούν περισσότερες τάξεις από ό,τι στο παρελθόν.
Την Αστυνομία. Είναι παρούσα συνεχώς στη ζωή τους με διάφορους τρόπους
Τα σπίτια. Οσο και αν ψάξαμε δεν βρήκαμε ούτε στο Ζεφύρι ούτε στα Λιόσια τα παραδοσιακά τσαντίρια. Οχι πως εξαφανίστηκαν. Οι τσιγγάνοι όμως στεγάζουν πλέον κάτω από τσιμεντένια στέγη τη ζωή τους. Εστω και αυθαίρετη.
Τα χαρτιά. Ελάχιστοι τσιγγάνοι τα έχουν. Οι περισσότεροι είναι «αδήλωτοι» στα ληξιαρχεία. Υπάρχουν, αλλά δεν υπάρχουν. Ανθρωποι με ταυτότητα, χωρίς ταυτότητα.
Τη φτώχεια. Η Φωτούλα είναι τσιγγάνα, μητέρα δύο παιδιών. Ο άντρας της σκοτώθηκε πριν από δύο χρόνια. Πρόσφατα της έκαναν έξωση από το σπίτι όπου έμενε στο Περιστέρι, γιατί δεν είχε να πληρώσει το νοίκι της. Βασικά δεν έχει κανέναν να τη βοηθήσει.
Τον ρατσισμό. Στο ολοκαίνουργιο 3ο Δημοτικό Σχολείο Ζεφυρίου πριν από πέντε χρόνια υπήρχε μια μειονότητα από 20 παιδιά. Τα υπόλοιπα ήταν τσιγγάνοι. Οι γονείς τους σταμάτησαν να τα στέλνουν εκεί πια.
Την πολιτική εκμετάλλευση. «Οταν έχουμε εκλογές όλοι καμώνονται ότι νοιάζονται. Ζω 30 χρόνια εδώ και ο δήμαρχος μου λέει ξεκάθαρα “δεν σε γράφω” όταν του ζητώ ν’ ανοίξω οικογενειακή μερίδα» λέει ο Αριστείδης Καμπέρης.
Το μακιγιάζ. Οι γυναίκες των τσιγγάνων σπάνια βάφονται. Οι άντρες τους πιστεύουν ότι η φυσική ομορφιά αρκεί. Και πολλοί από αυτούς θεωρούν στοιχείο ιδιαίτερα προκλητικό το έντονο βάψιμο.



