…και οι πραγματικά καλές
Εξωτερικώς φαίνεται ότι τα οσκαρικά αγαλματίδια καλύτερων ερμηνειών απονέμονται με κριτήριο τις… επιδόσεις και όχι με βάση ό,τι γουστάρει το διαπλεκόμενο παρασκήνιο. Είναι, ας πούμε, το άλλοθι του «θείου» Οσκαρ. Ο μοναδικός εναπομείνας παρθενικός υμένας του θεσμού. Και υπάρχει εξήγηση γι’ αυτό, με πρώτη και καλύτερη την αριθμητική υπεροχή των ηθοποιών στο σώμα των 5.000 «ψηφοφόρων». Αυτό το αριθμητικό πλεονέκτημα έχει και ανάποδη όψη. Διότι η πλειοψηφική «φράξια» των ηθοποιών ψηφίζει και για το Οσκαρ καλύτερης ταινίας λαμβάνοντας ως πρωταρχικό κριτήριο την υπεροχή των ηθοποιών. Ετσι στο παρελθόν αδιάφορες ή απλώς συμπαθητικές ιστορίες χαρακτήρων, όπως «Ο σοφέρ της κυρίας Ντέιζι», σκαρφάλωσαν στην κορυφή της πυραμίδας ελέω… ηθοποιών. Με άλλα λόγια, το κριτήριο της πραγματικής επίδοσης ενός ηθοποιού συγχέεται με τον ρόλο που αυτός ο ηθοποιός παίζει. Και επειδή οι κοινωνικές ευαισθησίες των ανθρώπων του Χόλιγουντ εξαντλούνται στην τέλεση μιας φιλανθρωπικής πράξης, γι’ αυτό βλέπουμε να κερδίζουν το Οσκαρ πρώτου ή δεύτερου ρόλου ηθοποιοί που ερμηνεύουν άτομα με ειδικές ανάγκες. Κουτσοί, στραβοί, ανάπηροι, προβληματικοί, αυτιστικοί χαίρουν άκρας εκτιμήσεως και θαλπωρής από τον «θείο».
Ενα από τα πιο κλασικά παραδείγματα είναι η περίπτωση της κωφάλαλης Μαρλίν Μάτλιν που παίζοντας τον εαυτό της στα «Παιδιά ενός κατώτερου θεού» κέρδισε το Οσκαρ και έκτοτε τα ίχνη της εξαφανίστηκαν. Περίπου ανάλογες ήταν και οι περυσινές βραβεύσεις: το μεν Οσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου το κέρδισε η «χλωμή» Χίλαρι Σουάνκ επειδή τόλμησε να παίξει τη λεσβία στο «Boys don’t cry», ενώ το Οσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου κατέληξε στα σαρκώδη χείλη της Αντζελίνα Τζόλι επειδή το κορίτσι έπαιξε ρόλο ψυχοπαθούς και έγκλειστης σε μια ανθυποεκδοχή της «Φωλιάς του κούκου». Είναι φανερό ότι το Χόλιγουντ αναμειγνύει το φιλανθρωπικό ίδρυμα ή το Δαφνί με τον… Στανισλάφσκι, τον Λι Στράσμπεργκ και το Actor’s Studio. Κλασικό παράδειγμα από τις εφετινές υποψηφιότητες είναι το φαβορί με το όνομα Τζούλια Ρόμπερτς που πρωταγωνιστεί στη δραματική κοινωνική κομεντί «Εριν Μπρόκοβιτς». Της αξίζει ένα Οσκαρ επειδή παίζει μια αγράμματη τριαντάρα που βάζει τα γυαλιά σε όλους τους νομομαθείς της υφηλίου. Μια χαψιά ρόλος για το γιγαντιαίο στόμα της μις Ρόμπερτς πρόκειται να λάβει διαστάσεις ερμηνευτικού άθλου.
Δεύτερο παράδειγμα ακόμη χειρότερο η υποψηφιότητα της μαντάμ Ζυλιέτ Μπινός η οποία εισχώρησε στην πεντάδα λόγω διαπλεκόμενων σχέσεων «Chocolat» και Miramax. Οποτε η Μπινός πέφτει στα χέρια μεγάλων «μαέστρων», όπως λ.χ. συνέβη με την «Μπλε ταινία» του μακαρίτη Κριστόφ Κισλόφσκι, τότε απογειώνεται στη σφαίρα του μοναδικού. Αν πέσει στα χέρια ενός ευπρεπούς «τροχονόμου» με το όνομα Λάσε Χάλστρομ, τότε «αμύνεται» παίζοντας με τις ευκολίες της. Στην υποθετική περίπτωση που αυτό το ταινιάκι το «Chocolat» φυσικά δεν ελάμβανε παναμερικανική κυκλοφορία και δεν ομιλούσε την αγγλική, η μαντμουαζέλ θα έβλεπε την τελετή βιντεοσκοπημένη από την τηλεόραση και αν.
Η τρίτη κραυγαλέα περίπωση ονομάζεται Λόρα Λίνεϊ και πας ενδιαφερόμενος μπορεί να εκτιμήσει τα συνηθισμένα προσόντα της στο επίσης τρυφερό ταινιάκι «Στηρίξου πάνω μου» που προβάλλεται στην Αθήνα από την Παρασκευή. Ο μισός γυναικείος πληθυσμός της αμερικανικής οθόνης για να μην πω όλος «πιάνει» τις ίδιες επιδόσεις. Απλούστατα η Λίνεϊ υποδύεται τη χωρισμένη μητέρα σε μια ταραγμένη ιστορία οικογενειακών αισθηματικών σχέσεων. Ετσι τα κριτήρια θολώνουν. Τώρα τι ψηφίζουν: την ερμηνεία ή τον ρόλο; Δηλαδή, αν ο Χ Αμερικανός Μεσσάλας παίξει «Αμλετ», θα κατακτήσει και το τρόπαιο; Μπορεί!
Στην κατηγορία δεύτερου γυναικείου ρόλου τα κριτήρια είναι ακόμη πιο θολά. Οι δύο «μεγάλες» Αγγλίδες Τζούντι Ντεντς και Τζούλι Γουότερς βρίσκονται στο πιο στάσιμο, για να μην πω το χειρότερο, σημείο της κινηματογραφικής καριέρας τους. Η μεν πρώτη στο «Chocolat», η δε δεύτερη στο «Billy Elliot Γεννημένος χορευτής». Μπαίνουν, βγαίνουν, ξαναμπαίνουν και ξαναβγαίνουν περιφέροντας τη μανιέρα τους. Φταίνε; Καθόλου. Τα σενάρια φταίνε. Επειδή όμως αμφότερες είναι του θεάτρου και του Σαίξπηρ και επειδή υποδύονται ρόλους μοναχικών γυναικών της δεύτερης προς την τρίτη ηλικία, βγαίνουν κερδισμένες από τα αποδυτήρια!
Το φάντασμα του Μακάρθι και η Μπγιορκ
Κάπως έτσι φθάνουμε σε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα από συστάσεως Οσκαρ: η λιλιπούτεια αλλά θαυματουργή «αλλόκοτη» Μπγιορκ της μικρής Ισλανδίας η οποία μας άφησε με το στόμα ανοιχτό πιάνοντας επίπεδα μεγάλης ερμηνεύτριας και του Ιψεν και του «West side story» έμεινε εκτός. Καμία από τις εφετινές υποψήφιες δεν τη φθάνει στο μικρό της νυχάκι. Ούτε η Ρόμπερτς ούτε η Λίνεϊ. Το μελοδραματικό, κοινωνικό αντι-μιούζικαλ του Λαρς φον Τρίερ «Χορεύοντας στο σκοτάδι» είχε όλες τις προϋποθέσεις να εισχωρήσει σε μερικές πεντάδες: αγγλική γλώσσα, αμερικανική τοποθεσία, δακρύβρεχτη ιστορία, μοντέρνα μουσική. Κάποιον λάκκο έχει η φάβα. Εγώ το λέω «πολιτική». Πώς να το κάνουμε; Μπορούσαν οι άνθρωποι να ψηφίσουν μια ταινία που τους τα σούρνει; Που εμφανίζει τη Γη της Επαγγελίας ως τόπο εκτέλεσης μιας αθώας, τυφλής, ανυπεράσπιστης μητέρας που προέρχεται από την επάρατο… Ανατολική Ευρώπη; Για στάσου, είναι ποτέ δυνατόν οι άνθρωποι να αναγνωρίσουν μια άλλη γνώμη που λέει ότι η Τσεχοσλοβακία υπήρξε δικαιότερη από τις ΗΠΑ όσον αφορά τα δικαιώματα αυτής της δύσμοιρης γυναίκας; Ούτε μία στο εκατομμύριο. Η Μπγιορκ μπήκε στην αόρατη λίστα του φαντάσματος που φέρει το ανατριχιαστικό όνομα Μακάρθι.
Πάμε παρακάτω: στη δεύτερη καλύτερη γυναικεία ερμηνεία της χρονιάς, αυτή της Λένας Εντρε της «Απιστίας» που σκηνοθέτησε η Λιβ Ούλμαν ακολουθώντας κατά γράμμα το σενάριο και τις υποδείξεις του Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Οποιος τολμήσει να συγκρίνει αυτό το θηρίο με την Τζούλια Ρόμπερτς είναι σαν να βάζει στο ίδιο τσουβάλι την Παξινού με την Ανουσάκη.
Πάμε τώρα προς τη μεριά της Ασίας: στην αλαβάστρινη Μάγκι Τσανγκ της «Ερωτικής επιθυμίας» του Γουάνγκ Καρ-Γουάι. Με ελάχιστα λόγια και με βλέμματα που σπινθηροβολούν αισθήματα καθηλώνει την ανάσα του θεατή. Αν το Χόλιγουντ είχε εφέτος μια Τσανγκ θα της τα έδινε όλα.
Πάμε και στη Γαλλία, στην «Πορνογραφική σχέση» και στην Ναταλί Μπάιγ. Μα, θα πείτε, όλες αυτές για τον «θείο» Οσκαρ μιλούν αλαμπουρνέζικα. Και ο Μπενίνι που το πήρε τι μιλούσε; Την αργκό του Μπρονξ; Είπαμε, ο «θείος» παίζει με τράπουλα σημαδεμένη. Μόνος του κόβει, μόνος του τρώει και οι άλλοι που τον βλέπουν και τον απολαμβάνουν με ανοιχτό το στόμα χάφτουν μύγες!



