Το χρονικό της τελευταίας ημέρας




6.00: Μην έχοντας κοιμηθεί σχεδόν καθόλου όλη τη νύχτα, η Μέριλιν τηλεφωνεί στη φίλη της Τζιν Κάρμεν, ξημερώματα Σαββάτου. Φυσικά την ξύπνησε, αλλά ο ανήσυχος τόνος στη φωνή της δεν άφηνε πολλά περιθώρια… Ολο το βράδυ το προσωπικό τηλέφωνό της δεν σταμάτησε να χτυπάει, ενώ κάθε φορά που εκείνη απαντούσε, μια γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής τής έλεγε επιτακτικά «να αφήσει ήσυχο τον Μπόμπι». Η Κάρμεν τη ρώτησε αν αναγνώρισε τη φωνή της Εθελ Κένεντι. Εκείνη πάλι δεν ήταν σίγουρη. Ακουγόταν νευρική και εξουθενωμένη. Την εκλιπαρούσε να πάει να της κάνει παρέα. Η φίλη της όμως εκείνη την ημέρα είχε γενέθλια, οπότε δεν είχε καθόλου χρόνο για παρηγοριές στη Μέριλιν η οποία ούτως ή άλλως συχνά της έκανε τέτοιου είδους «αγχωμένα» τηλεφωνήματα. Κλείσανε με την υπόσχεση ότι θα την επισκεπτόταν την επόμενη ημέρα.


8.00: Η οικονόμος Γιουνίς Μιούρεϊ έβαζε το κλειδί στην εξώπορτα του θρυλικού σπιτιού στη λεωφόρο Οσεαν. Η Μέριλιν δεν είχε σηκωθεί ακόμη από το κρεβάτι. Στο δωμάτιο των ξένων κοιμόταν η φίλη της Πατ Νιούκομπ η οποία πέρασε εκεί τη νύχτα. Μισή ώρα αργότερα από την άφιξη της οικονόμου, κατέφθασε και ο επιστάτης Νόρμαν Τζέφερις.


9.00: Η Μέριλιν εμφανίστηκε στην κουζίνα τυλιγμένη σε μια μαλακή λευκή πετσέτα μπάνιου. Ηταν ανησυχητικά χλωμή, φαινόταν κουρασμένη και πολύ νευρική. Το προσωπικό του σπιτιού νόμιζε ότι κάτι πήγε πολύ άσχημα το βράδυ αλλά εκείνη δεν ήθελε να το συζητήσει. Κάθησε στο τραπέζι της κουζίνας και ζήτησε από τη Μιούρεϊ να της ετοιμάσει ένα χυμό γκρέιπφρουτ. Δεν ήθελε να φάει τίποτε. Κατά τα λεγόμενα της οικονόμου σε μετέπειτα συνεντεύξεις, εκείνη τη μοιραία ημέρα η σταρ δεν έφαγε τίποτε και δεν ήπιε καθόλου οινόπνευμα.


9.30: Χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Ηταν ο φωτογράφος του «Playboy» Λάρι Σίλερ, ο οποίος πέρασε από εκεί για να συζητήσουν με τη Μέριλιν τι μέλλει γενέσθαι με τη φωτογράφηση που είχαν κάνει για το περιοδικό. Εκείνη είχε αρχίσει να το ξανασκέφτεται, γιατί ­ όπως είπε ­ ο κόσμος για μια ακόμη φορά θα την έβλεπε ως αντικείμενο του σεξ. Τελικά δεν βρέθηκε λύση. Ο Σίλερ έφυγε μία ώρα μετά, με την υπόσχεση να το ξανασυζητήσουν τη Δευτέρα.


12.00: Εκείνη την ώρα ακριβώς ξύπνησε η Πατ Νιούκομπ. Η Μέριλιν εκνευρισμένη επειδή η φίλη της κοιμόταν τόσες ώρες, ενώ εκείνη δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα, έστησε φοβερό καβγά και κατέληξε να τη διώξει από το σπίτι. Ο τσακωμός όμως, όπως δήλωσε αργότερα η ίδια η Νιούκομπ, είχε ξεκινήσει από το προηγούμενο βράδυ όταν η Μέριλιν είχε εξοργιστεί επειδή ο Μπόμπι Κένεντι δεν εμφανίστηκε καθόλου. Είχε πληροφορίες ότι βρισκόταν στην πόλη αλλά ούτε της τηλεφώνησε ούτε πέρασε από το σπίτι της. Η Νιούκομπ ­ κατά τα λεγόμενά της ­ ήξερε κάτι παραπάνω αλλά δεν της έλεγε την αλήθεια, επειδή πάντα υποστήριζε τους Κένεντι. Και ενώ η φιλοξενούμενη ετοίμαζε τα πράγματά της για να φύγει, τη σταμάτησε στην πόρτα η Μιούρεϊ, προτείνοντάς της να μείνει για μεσημεριανό φαγητό. Εκείνη τελικά δέχθηκε.


Νωρίς το απόγευμα ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος ελικοπτέρου στην περιοχή όπου βρίσκονταν τα κινηματογραφικά στούντιο της Φοξ. Το ελικόπτερο, το οποίο ήταν το ίδιο ακριβώς με εκείνο που είχε χρησιμοποιήσει η Μέριλιν για να πάει να τραγουδήσει στα γενέθλια του προέδρου, προσγειώθηκε κοντά στο στούντιο 14. Εκεί περίμενε με την πόρτα ανοιχτή μια γκρι λιμουζίνα. Ο φύλακας του στούντιο είδε έκπληκτος να βγαίνει από το ελικόπτερο ο Μπόμπι Κένεντι μαζί με τον κουνιάδο του, τον ηθοποιό Πίτερ Λόουφορντ.


15.00-16.00: Το κουδούνι της εξώπορτας της Μέριλιν χτυπούσε νευρικά. Η Νιούκομπ, η Μιούρεϊ και ο Τζέφερις κάθονταν όλοι μαζί στο καθιστικό. Η Μέριλιν ήταν στο δωμάτιό της με την πόρτα ανοιχτή. Δεν φορούσε καθόλου ρούχα. Οταν η οικονόμος αντίκρισε στην είσοδο τον Μπόμπι Κένεντι, φώναξε αμέσως την κυρία της. Ο Λόουφορντ που ήταν μαζί του ζήτησε από όλους να φύγουν. «Πηγαίνετε να αγοράσετε μερικά κουτιά κόκα-κόλα» τους είπε για να τους ξεφορτωθεί. Δεν φανταζόταν όμως ούτε ο ίδιος ούτε ο Κένεντι ότι το σπίτι της Μέριλιν ήταν γεμάτο κοριούς.


Ετσι, σύμφωνα με αυτά που καταγράφηκαν σε μια κασέτα που βγήκε στη δημοσιότητα το 1985 από το NBC, εκείνο το απόγευμα ο Κένεντι και η Μέριλιν τσακώθηκαν σχετικά με μια υπόσχεσή του προς τη σταρ, η οποία όμως δεν τηρήθηκε. Ο Κένεντι έψαχνε κάτι απεγνωσμένα: «Πού είναι;» ούρλιαζε έξαλλος, «πού στον διάολο είναι…». Ο Λόουφορντ προσπαθούσε να τον καθησυχάσει: «Ηρέμησε, ηρέμησε… η Μέριλιν θα σου πει…». «Δεν καταλαβαίνεις;» της έλεγε εκείνος. «Πρέπει να μάθουμε. Είναι πολύ σημαντικό για την οικογένεια. Θα κάνουμε ό,τι συμφωνία θέλεις. Πες μας εσύ τους όρους σου…». Η Μέριλιν εξοργισμένη τους διέταξε να φύγουν από το σπίτι της, επιμένοντας ότι και ο Μπόμπι και ο Τζον Κένεντι τη χρησιμοποίησαν σαν ένα κομμάτι κρέας και ότι σκόπευε να τους εκδικηθεί γι’ αυτό. Είχε τρόπους να το κάνει. Τελικά οι δύο άντρες έφυγαν χτυπώντας δυνατά την πόρτα. Η τελευταία κουβέντα του Μπόμπι όμως ήταν η εξής: «Να ξέρεις ότι δεν μπορείς να εκβιάσεις ούτε εμένα ούτε τον αδελφό μου. Αν αποφασίσουμε να σε κάνουμε να σωπάσεις, έχουμε περισσότερους από έναν τρόπους να το πετύχουμε…».


Μία ώρα μετά: Οταν ο Τζέφερις και η Μιούρεϊ επέστρεψαν αντίκρισαν μια Μέριλιν αγνώριστη. Ηταν υπερβολικά φοβισμένη και πάρα πολύ εκνευρισμένη· γενικά εκτός εαυτού, ωστόσο ήταν σε θέση να επικοινωνήσει. Η Μιούρεϊ ανήσυχη κάλεσε για δεύτερη φορά μέσα στην ημέρα τον ψυχίατρο της κυρίας της. Το πρώτο τηλεφώνημα που του είχε κάνει ήταν μετά τον καβγά με τη Νιούκομπ. Ο δρ Γκρίνσον είπε ότι θα ερχόταν το συντομότερο. Την ίδια ώρα η Μέριλιν τηλεφωνούσε από την προσωπική γραμμή της στον επί 20 χρόνια κομμωτή της, Σίντνεϊ Γκιλάροφ. Κατά τα λεγόμενά του αργότερα στην αστυνομία, η Μέριλιν έκλαιγε και μιλούσε πάρα πολύ γρήγορα. Τόσο που δεν μπορούσε να καταλάβει τι του έλεγε. Αφού πέρασαν μερικά λεπτά ώσπου να την ηρεμήσει, του είπε: «Ηρθε ο Μπόμπι Κένεντι στο σπίτι μου πριν από λίγο. Με απείλησε, με έβρισε, με χτύπησε…». «Και τι δουλειά είχε ο Μπόμπι στο σπίτι σου;» τη ρώτησε έκπληκτος εκείνος… Τότε του αποκάλυψε ότι, εκτός από τον Τζον Κένεντι για τον οποίο ήξερε, είχε σχέσεις και με τον αδελφό του και ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Ενιωθε ότι κινδύνευε. Ο Μπόμπι της είπε ότι του δημιουργούσε σοβαρό πρόβλημα και ότι αν ήθελε το καλό της έπρεπε να πάψει να τον απειλεί. Προφανώς όσα αποκάλυψε μετά τον θάνατο της Μέριλιν ο Γκιλάροφ, συμφωνούσαν με τα όσα καταγράφηκαν από τους κοριούς…


16.30-17.00: Ο δρ Γκρίνσον κατέφθασε στο σπίτι της Μέριλιν και πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό της, αφού πρώτα η Μιούρεϊ τον κατατόπισε σχετικά με το τι συνέβη. Εκεί βρήκε την ασθενή του ξαπλωμένη στο κρεβάτι σε έξαλλη κατάσταση και ελαφρώς υπό την επήρεια ναρκωτικών… Για να τη συνεφέρει της έδωσε ένα Nembutal ώστε να μπορέσει κάπως να κοιμηθεί το βράδυ.


18.30: Χτυπάει το προσωπικό τηλέφωνο της Μέριλιν. Ηταν ο φίλος της Ραλφ Ρόμπερτς. Κατά τα λεγόμενα του ιδίου σε συνέντευξή του μετά τον θάνατό της, απάντησε ένας άντρας ­ μάλλον ο Γκρίνσον ­ ο οποίος του είπε ότι η Μέριλιν δεν ήταν στο σπίτι. Αμέσως μετά τηλεφώνησε ο Τζο ντι Μάτζιο. Αυτή τη φορά απάντησε η ίδια και μάλιστα, όπως εκείνος δήλωσε τις επόμενες ημέρες στην αστυνομία, ακουγόταν να είναι σε αρκετά καλή διάθεση. Της ανακοίνωσε ότι χώρισε με τη φίλη του και εκείνη χάρηκε. Υστερα από συνομιλία ενός τετάρτου της ώρας, έκλεισαν με την υπόσχεση να μιλήσουν την επόμενη ημέρα. Στο μεταξύ ο Γκρίνσον είχε φύγει.


20.30: Ξαναχτυπάει το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν και πάλι ο Σίντνεϊ Γκιλάροφ. Η Μέριλιν τώρα ήταν σαφώς πιο ήρεμη απ’ ό,τι το απόγευμα. Εκλεισαν το τηλέφωνο με εκείνη να του λέει: «Σίντνεϊ, ξέρω πολλά για τους Κένεντι…». «Ξέρεις μυστικά, δηλαδή;». «Επικίνδυνα μυστικά…». Ορισαν ραντεβού για την επόμενη ημέρα στο Χόλιντεϊ Ιν, όπου θα μπορούσαν να συζητήσουν διεξοδικά το θέμα, επειδή εκείνη υποψιαζόταν ότι τα τηλέφωνά της παρακολουθούνταν.


21.00: Στη γραμμή αυτή τη φορά ήταν ο πάμπλουτος φίλος της σταρ από τη Νέα Υόρκη, Χένρι Ρόζενφελντ. Συζήτησαν σχετικά με ένα πάρτι που σκόπευε να δώσει η Μέριλιν τον Σεπτέμβριο. Ακουγόταν κάπως νυσταγμένη αλλά αυτό δεν έκανε εντύπωση στον συνομιλητή της, επειδή δεν συνέβαινε πρώτη φορά. Οταν έκλεισαν το τηλέφωνο εκείνη σηκώθηκε να τραβήξει τις κουρτίνες. Η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή γιατί έκανε πολλή ζέστη. Είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει.


Το συγκεκριμένο βράδυ μια γειτόνισσα της σταρ, η Ελίζαμπεθ Πόλαρντ, είχε καλέσει μερικούς φίλους για να παίξουν χαρτιά. Οπως είναι φυσικό, κάθε προσκεκλημένος σε ένα σπίτι που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από της Μέριλιν Μονρόε θα είχε την περιέργεια να παρακολουθεί την κίνηση στην έπαυλη της σούπερ σταρ. Κατά τα λεγόμενα των παρευρισκομένων λοιπόν εκείνο το βράδυ όταν έπεσε ο ήλιος, έξω από την είσοδο της Μέριλιν βρίσκονταν τρεις άντρες. Ο ένας από αυτούς κρατούσε κάτι σαν ιατρική τσάντα. Ο άλλος ήταν ο Μπόμπι Κένεντι… Τον τρίτο δεν τον αναγνώρισαν.


21.30: Χτυπάει η προσωπική γραμμή της ηθοποιού. Της τηλεφωνούσε ένας πρώην εραστής της, ο Χοσέ Μπαλάνιος, ο οποίος της ανακοίνωσε ότι βρισκόταν στην πόλη σε ένα μπαρ στη Σάντα Μόνικα Κάνιον. Της ζήτησε να πάει να τον δει. Η Μέριλιν δεν πρόλαβε να απαντήσει… άφησε το ακουστικό ανοιχτό γιατί άκουσε ότι κάποιος χτυπούσε το κουδούνι της εξώπορτας και πήγε να δει ποιος ήταν. Δεν επέστρεψε ποτέ… Οταν ο Τζέφερις άνοιξε, αντίκρισε τον Κένεντι μαζί με τους δύο «μυστηριώδεις» άντρες που τον συνόδευαν. Ποτέ δεν αποκάλυψε την ταυτότητά τους… Οταν μπήκαν στο χολ, ζήτησαν από τους οικιακούς βοηθούς να φύγουν από το σπίτι. Εκείνοι υπάκουσαν…


Επέστρεψαν γύρω στις 22.30′ αλλά περίμεναν στο αυτοκίνητο με τη μηχανή και τα φώτα σβηστά, ώσπου να δουν τον Κένεντι και τους άλλους δύο να φεύγουν. Αμέσως μετά μπήκαν στην έπαυλη και πήγαν κατευθείαν στο δωμάτιο της Μέριλιν. Εκείνη δεν ήταν εκεί. Τότε άκουσαν το σκυλί της τον Μαφ να γαβγίζει από το σπίτι του κήπου. Βγαίνοντας από την μπαλκονόπορτα στον κήπο, είδαν το φως στο μικρό σπίτι αναμμένο και την πόρτα ορθάνοιχτη. Εκεί αντίκρισαν τη Μέριλιν γυμνή, ξαπλωμένη μπρούμυτα σε μια σεζλόνγκ. Στο χέρι της κρατούσε το ακουστικό του τηλεφώνου. Φαινόταν να μην αναπνέει… ενώ το χρώμα της ήταν απαίσιο. Στην αρχή νόμιζαν ότι ήταν νεκρή.


Η Μιούρεϊ έντρομη άρπαξε το τηλέφωνο και κάλεσε ένα ασθενοφόρο. Αμέσως μετά σχημάτισε στο καντράν το νούμερο του Γκρίνσον ο οποίος της είπε ότι ερχόταν αμέσως. Ο Τζέφερις στο μεταξύ είχε βγει στον δρόμο για να δει αν ερχόταν το ασθενοφόρο. Τότε κατέφθασαν και ο Πίτερ Λόουφορντ μαζί με την Πατ Νιούκομπ, με την πρόθεση να πάρουν τη Μέριλιν και να πάνε όλοι μαζί σε ένα πάρτι στην παραλία. Ο επιστάτης τους διηγήθηκε τα καθέκαστα και εκείνοι όρμησαν μέσα να δουν τι συμβαίνει. Οταν η Νιούκομπ είδε σε τι κατάσταση βρισκόταν η Μέριλιν, άρχισε να φωνάζει στη Μιούρεϊ… Στο μεταξύ έφθασε το ασθενοφόρο με οδηγό κάποιον Τζέιμς Χολ. Ο Χολ είπε αργότερα στην αστυνομία ότι βρήκε τη Μέριλιν σε κωματώδη κατάσταση στο σπίτι του κήπου. Την τοποθέτησε αμέσως στο πάτωμα για να τη συνεφέρει και της έβαλε μάσκα οξυγόνου. Εκείνη τη στιγμή έφθασε και ο Γκρίνσον ο οποίος ζήτησε να της βγάλουν τη μάσκα και να μετρήσουν την πίεσή της. Στη συνέχεια της έκανε ένεση αδρεναλίνης κατευθείαν στην καρδιά για να την επαναφέρει, αλλά η σύριγγα χτύπησε σε πλευρό. Ο Χολ δήλωσε ότι η Μέριλιν υπέκυψε μερικά λεπτά αργότερα… Τότε πια τη μετέφεραν στο δωμάτιό της στο κρεβάτι της, δίχως όμως να καλέσουν την αστυνομία… Η νεκροψία αργότερα κατέδειξε ότι η Μέριλιν είχε πάρει ποσότητα βαρβιτουρικών ικανή να σκοτώσει 15 ανθρώπους.


Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, μια μαύρη Μερτσέντες επιτάχυνε στην ολυμπιακή λεωφόρο του Μπέβερλι Χιλς. Ο αστυνομικός Λιν Φράνκλιν της έκανε σήμα να σταματήσει για υπερβολική ταχύτητα. Οταν άνοιξε το παράθυρο, διαπίστωσε ότι οδηγούσε ο ηθοποιός Πίτερ Λόουφορντ. Στο πίσω κάθισμα αναγνώρισε τον Μπόμπι Κένεντι μαζί με έναν άλλο άντρα ο οποίος ­ όπως διαπιστώθηκε αργότερα ­ ήταν ο δρ Γκρίνσον. Ο Λόουφορντ είπε στον αστυνομικό ότι μετέφερε τον Κένεντι στο ξενοδοχείο Μπέβερλι Χίλτον για μια επείγουσα συνάντηση. Ο αστυνομικός Φράνκλιν τους άφησε να φύγουν…


Στις 00.00 ακριβώς, 4 Αυγούστου του 1962, ο επιθεωρητής Τζακ Κλέμονς αναλάμβανε βάρδια στο αστυνομικό τμήμα του Δυτικού Λος Αντζελες στην οδό Πέρντιου. Στις 4.25′ δέχθηκε ένα τηλεφώνημα. Στην άλλη άκρη της γραμμής μιλούσε ο προσωπικός παθολόγος της Μέριλιν Μονρόε δρ Χάιμαν Ενγκελμπεργκ. «Η Μέριλιν Μονρόε είναι νεκρή» του είπε. «Αυτοκτόνησε…». «Δώστε μου τη διεύθυνση, έρχομαι αμέσως» απάντησε ο Κλέμονς. Πήρε μαζί του το χαρτί όπου είχε σημειώσει τον δρόμο και τον αριθμό, πετάχτηκε φουριόζος έξω από το γραφείο του, μπήκε στο περιπολικό και επιτάχυνε προς τη λεωφόρο της Δύσης…


* Τα στοιχεία που αναφέρονται στο κείμενο βρίσκονται στο βιβλίο του Ντόναλντ Γουλφ με τίτλο Οι τελευταίες ημέρες της Μέριλιν Μονρόε από τις εκδόσεις William Morrow & Co, ΝΥ.