“Τα υλικά αγαθά πήραν τη σκυτάλη από τα ιδανικά”



Επιστήμων διεθνούς ακτινοβολίας, δάσκαλος πολλών γενεών ελλήνων επιστημόνων, ο καθηγητής μιλάει για την έρευνα και την παιδεία στην Ελλάδα


Πηγαίνοντας να συναντήσω τον Κωνσταντίνο Σέκερη, στο γραφείο του στο Ινστιτούτο Βιολογικών Ερευνών και Βιοτεχνολογίας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, σκόρπιες μνήμες ζωντάνευαν φωτίζοντας κάποιες από τις πλευρές του συνομιλητή μου… Θυμήθηκα την πρώτη μας «συνάντηση» εδώ και μια δεκαετία: δευτεροετείς φοιτητές της Βιολογίας, συγκεντρωμένοι στο αμφιθέατρο, περιμένουν τον καθηγητή της Βιοχημείας (το μάθημα – «βεντέτα» του δεύτερου έτους). Τεταμένη ατμόσφαιρα αναμονής. Ο Σέκερης μπαίνει. Ανέτη κίνηση, γαλάζια διαπεραστικά μάτια, ήρεμη φωνή. Δέκα λεπτά αργότερα στο αμφιθέατρο δεν «πέφτει καρφίτσα». Τα δύσκολα γίνονται εύκολα, ενδιαφέροντα και ελκυστικά… Ο δάσκαλος.


Μερικά χρόνια αργότερα, στο Λέστερ της Αγγλίας. Σεμινάριο εξειδίκευσης, οργανωμένο από τον ΕΜΒΟ (European Molecular Biology Organization). Είκοσι φοιτητές από την Ευρώπη και το Ισραήλ διδάσκονται από μια ελίτ ερευνητών. Αστέρι των διδασκόντων ένας Γερμανός ιδιαίτερα σνομπ. Αναγνωρίζει το ελληνικό όνομά μου και με ρωτάει, πάντα ακατάδεκτα, αν γνωρίζω τον Κωνσταντίνο Σέκερη. Του αναφέρω τη μικρή θητεία μου στο Ινστιτούτο Βιολογικών Ερευνών και… τι μεταμόρφωση! Ο άκαμπτος και υπερόπτης Γερμανός μιλάει με ενθουσιασμό μικρού παιδιού για τον άνθρωπο που του ενέπνευσε την αγάπη για την επιστήμη, που ο τρόπος σκέψης του δημιούργησε σχολή, που… που… Μου μιλάει για το πάρτι που του ετοιμάζουν οι πρώην μαθητές του στη Γερμανία για να γιορτάσουν τα 60ά γενέθλιά του και την προσφορά του στην επιστήμη… Ο επιστήμων.


Πλησιάζοντας στο γραφείο του συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα για αυτόν παρά όσα, συνήθως, γνωρίζουν οι μαθητές για τους δασκάλους τους: ­ Την ιατρική του παιδεία, τη λαμπρή θητεία του στη Γερμανία, διδακτορικό στο Μόναχο, σε ένα από τα καλύτερα εργαστήρια της Ευρώπης, δίπλα στον βραβευμένο με Νομπέλ Α. Butenandt, καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Μάρμπουργκ και της Χαϊδελβέργης, διευθυντής του Τμήματος Μοριακής Βιολογίας του Κυττάρου στο Αντικαρκινικό Κέντρο της Χαϊδελβέργης. ­ Τις υπηρεσίες του στην ελληνική έρευνα, ως διευθυντή του Ινστιτούτου Βιολογικών Ερευνών και Βιοτεχνολογίας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών· και στην παιδεία, ως πανεπιστημιακού δασκάλου στο Τμήμα Βιολογίας της Σχολής Θετικών Επιστημών και, σήμερα, στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Του ζήτησα να μου μιλήσει για τον εαυτό του αρχίζοντας από την… αρχή! Δηλώνει Αναπλιώτης και όχι Αθηναίος, με αναγκαστικά κοσμοπολίτικα παιδικά χρόνια. Τελείωσε το δημοτικό μεταξύ Αθηνών, Κρήτης, Αιγύπτου, Αφρικής και Αμερικής ακολουθώντας τον πατέρα του, υπουργό Παιδείας στην κυβέρνηση Τσουδερού. Επιστροφή στη μεταπολεμική Αθήνα, γυμνάσιο, Ιατρική Σχολή.


­ Γιατί διαλέξατε την Ιατρική;


«Πλύση εγκεφάλου! Ολοι περίμεναν ότι θα γίνω γιατρός…».


­ Να υποθέσω ότι η ιατρική παιδεία υπήρξε ένα πλεονέκτημα παρά τη στροφή σας προς τη βιοχημεία;


«Ασφαλώς. Γιατί όλα συνδέονται· και περνάει κανείς από τη βιοχημεία στη μοριακή βιολογία και στη μοριακή ιατρική. Σήμερα ζούμε την εποχή της μοριακής ιατρικής. Εγώ δεν χρειάστηκε να ανακαλύψω την ιατρική, ήμασταν παλιοί γνώριμοι…».


­ Πώς φύγατε για τη Γερμανία;


«Μετά τον στρατό, πέτυχα μια υποτροφία της γερμανικής κυβέρνησης για έναν χρόνο και ο ένας χρόνος έγινε είκοσι…».


­ Πότε γυρίσατε στην Ελλάδα και γιατί;


«Το 1977 μετακλήθηκα από τον Λεωνίδα Ζέρβα (από τους ιδρυτές του ΕΙΕ) για να αναλάβω το νεοϊδρυθέν Κέντρο Βιολογικών Ερευνών, το σημερινό ΙΒΕΒ, το οποίο και διευθύνω από τότε».


­ Πώς θα συνοψίζατε τη φιλοσοφία του Ινστιτούτου του οποίου ηγείσθε;


«Καλή έρευνα με μακροπρόθεσμους στόχους και καλές εφαρμογές βασισμένες στην καλή έρευνα, εκπαιδευτικό έργο, σημασία στις σύγχρονες τεχνολογίες».


­ Ας τα πάρουμε ένα ένα. Η έρευνα…


«Η φιλοσοφία από της ιδρύσεως του Ινστιτούτου είναι η μετωπική έρευνα στους τομείς της βιοχημείας, της μοριακής βιολογίας και της κυτταροβιολογίας με σαφή έμφαση στη ρύθμιση της έκφρασης των γενετικών πληροφοριών σε φυσιολογικά κύτταρα αλλά και σε παθολογικές καταστάσεις».


­ Ποιες είναι οι εφαρμογές σήμερα;


«Οι εφαρμογές έχουν επίκεντρο τη βιοϊατρική, έχουμε πολλές σχέσεις με τα νοσοκομεία· αλλά και τη βιομηχανία, δεδομένου ότι η ενζυμική τεχνολογία έχει κεντρικό ρόλο στα ενδιαφέροντα του Ινστιτούτου. Θα έλεγα ότι ως Ινστιτούτο δεν είμαστε κλεισμένοι στον παραμυθένιο πύργο μας, απομονωμένοι δονκιχωτικά σε έναν πλασματικό κόσμο. Εχουμε πλήρη επίγνωση ότι ζούμε σε μια χώρα η οποία έχει ανάγκη τις εφαρμογές αλλά ­ εδώ είναι το λεπτό σημείο ­ δεν πρέπει να ελαχιστοποιήσει κανείς το υπόστρωμα της βασικής έρευνας για τις εφαρμογές, γιατί μετά αυτές θα είναι κακές, δεν θα είναι προϊόντα συνέχειας της επιστημονικής σκέψης αλλά αποσπασματικές και σπασμωδικές ενέργειες… Οι εφαρμογές, αντίθετα, που πηγάζουν από τη συστηματική, μακροχρόνια, βασική έρευνα έχουν ουσιαστικές επιπτώσεις στην υγεία και στην οικονομία μιας χώρας και θα πρέπει να είναι οι εφαρμογές ινστιτούτων μετωπικής έρευνας, έρευνας αιχμής. Τέτοιες εφαρμογές επιτελούνται με επιτυχία στο Ινστιτούτο μας».


­ Ποιος είναι ο ρόλος του Ινστιτούτου στην εκπαίδευση;


«Από πολύ νωρίς το Ινστιτούτο έχει αναλάβει και εκπαιδευτική δράση. Εκπαιδεύουμε νέους ανθρώπους στις καινούργιες τεχνολογίες διοργανώνοντας σεμινάρια και στέλνοντάς τους σε ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού».


­ Εκτιμάτε ότι η ελληνική έρευνα αποδίδει σήμερα;


«Αποδίδει και κανένας δεν έχει αντίρρηση σ’ αυτό. Ωστόσο θυμίζει τον γάιδαρο του Χότζα». (γέλια).


­ Τι εννοείτε; Δεν την ξέρω αυτή την ιστορία…


«Ο Χότζας είχε παρατηρήσει ότι ο γάιδαρός του ζούσε χωρίς να τον ταΐζει. Επαψε λοιπόν να τον ταΐζει και όταν ο γάιδαρος ψόφησε, ο Χότζας σκέφτηκε: Κοίτα να δεις, ψόφησε μόλις τον είχα συνηθίσει να μην τρώει! (γέλια). Ετσι είναι η ελληνική έρευνα σήμερα. Μας έχουν συνηθίσει να επιβιώνουμε χωρίς να μας ταΐζουν και όταν πεθάνουμε δεν θα έχουν καταλάβει το γιατί…».


­ Τι πιστεύετε ότι χρειάζεται η ελληνική έρευνα για να μπορέσει να αποδώσει τα μέγιστα;


«Χρειάζεται ολοκληρωμένες μονάδες, με υποδομή, οι οποίες να είναι διαχρονικές και να χρησιμοποιούνται ως φυτώρια σε κατευθύνσεις μετωπικής έρευνας. Χρειάζονται οργανωμένα ινστιτούτα και ο μόνος τρόπος να διατηρηθούν αυτά τα ινστιτούτα είναι η εντός των τειχών ενίσχυση. Η πολιτεία θα πρέπει να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την έρευνά τους».


­ Από τότε όπου επιστρέψατε στην Ελλάδα ως σήμερα, στην παιδεία και στην έρευνα διαπιστώνετε ότι υπάρχει μια συνέχεια τέτοια που μας επιτρέπει να παρακολουθούμε τους καιρούς;


«Σαφέστατα και χωρίς καμία αμφιβολία το σκηνικό έχει αλλάξει προς το καλύτερο. Σήμερα οι έλληνες επιστήμονες όχι μόνο παρακολουθούν τα της επιστήμης τους αλλά και συμβάλλουν οι ίδιοι στην εξέλιξή της. Παρακολουθούμε τους καιρούς, έστω και με μικρότερη ταχύτητα, γιατί δεν υπάρχει πάντα η βενζίνη που θα κινήσει το αυτοκίνητο… Οφείλουμε δε να πούμε ότι στην πρόοδο αυτή βοήθησε και η πολιτεία, γιατί ο νόμος – πλαίσιο για την έρευνα μορφοποίησε τα ερευνητικά ιδρύματα και έδωσε υπόσταση στους ερευνητές επιτρέποντάς τους να εξελίσσονται. Ο νόμος αυτός ψηφίστηκε την εποχή όπου υπήρχε ακόμη υπουργείο Ερευνας και Τεχνολογίας, επί υπουργίας του καθηγητού Γ. Λιάνη, και διαμορφώθηκε με τη βοήθεια πολλών επιστημόνων, υπερκομματικά. Πιστεύω ότι ακριβώς επειδή είναι προϊόν συνεργασίας διατηρείται ακόμη επίκαιρος με μικρές αλλαγές…».


­ Και ο νόμος – πλαίσιο για την Παιδεία;


«Ο νόμος – πλαίσιο για την Παιδεία είχε κάποια θετικά στοιχεία και αρκετά αρνητικά. Πιστεύω ότι η πολιτικοποίηση οδήγησε στην κατάχρηση ορισμένων καλών διατάξεών του και συνολικά δεν λειτούργησε ευεργετικά. Θα χρειαζόμασταν άλλη συζήτηση για να καλύψουμε το θέμα. Αν δεν γίνει ουσιαστική και εις βάθος αναμόρφωση του νόμου – πλαισίου, αποκλείεται, όσο καλές και αν είναι οι προθέσεις των αρμόδιων υπουργών, να βελτιωθεί η κατάσταση στην Παιδεία».


­ Ως δάσκαλος πώς βλέπετε τη σημερινή κατάσταση στα πανεπιστήμια;


«Θεωρώ ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που ­ για να το θέσουμε ήπια ­ επιδέχονται διόρθωση. Π.χ., στην Ιατρική Σχολή μπορεί κάποιος φοιτητής να φθάσει στο πτυχίο χωρίς να έχει περάσει βασικά μαθήματα. Δηλαδή κάποιος που δεν έχει διαβάσει φυσιολογία ή ανατομία φθάνει στο έκτο έτος και έχει το δικαίωμα να εξεταστεί στην παθολογία ή στην παθολογική ανατομική. Δεν είναι όμως τυχαίο ότι τα μαθήματα διδάσκονται με συγκεκριμένη σειρά. Είναι σαν μια πυραμίδα, πρέπει να περάσεις από τη βάση για φθάσεις στην κορυφή. Δυστυχώς, η έννοια του προαπαιτούμενου μαθήματος δεν υπάρχει στο εκπαιδευτικό σύστημά μας και οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές. Ενα άλλο πρόβλημα είναι ο υπερβολικός αριθμός των φοιτητών καθώς και ο απεριόριστος χρόνος φοίτησης. Θα μιλήσω πάλι για την Ιατρική Σχολή γιατί έχω τα δεδομένα: ενώ το δυναμικό της είναι της τάξεως των 200-250 φοιτητών, βρισκόμαστε στο δεύτερο έτος να έχουμε, από μετεγγραφές, πάνω από 500 φοιτητές! Αυτό όχι μόνο μειώνει την ποιότητα της διδασκαλίας αλλά, αν και δεν είμαι νομικός, πιστεύω ότι είναι αδικία έναντι των αμέσως επόμενων βαθμολογικά υποψήφιων φοιτητών οι οποίοι απέτυχαν στις εισαγωγικές. Οι εισαγωγικές εξετάσεις είναι, κατά γενική ομολογία, αξιοκρατικές και όσοι απέτυχαν δεν είναι κακοί. Για την περίπτωση της Ιατρικής, είναι όσοι αντί για 18,5 πήραν 18,3. Αν όντως είχαμε τη δυνατότητα να εκπαιδεύσουμε άλλους 250 φοιτητές, ας ήταν οι επόμενοι υποψήφιοι και όχι οι μετεγγραφόμενοι. Θεωρώ τουλάχιστον παράδοξο το γεγονός ότι, ενώ προσπαθούμε να προσαρμόσουμε την οικονομία μας στα ευρωπαϊκά δεδομένα, αφήνουμε την Παιδεία μας σε μια κατάσταση sui generis…».


­ Πού τα αποδίδετε όλα αυτά;


«Υποθέτω ότι ο παράγοντας “πολιτικό κόστος” είναι πολύ ισχυρός σε ό,τι αφορά τα της Παιδείας ­ και μιλώ για όλες τις κυβερνήσεις. Προκειμένου να μην αντιμετωπίσουν την “οργή” των φοιτητών οι κυβερνήσεις μειοδοτούν… Ελάχιστες οι περιπτώσεις ορισμένων υπουργών που κάτι πήγαν να κάνουν, αλλά με την έλευση του επόμενου… Η έλλειψη συνέχειας και οι επιπτώσεις της… Ωστόσο, αν υποτεθεί ότι μπορούμε και θέλουμε να προχωρήσουμε σε αναμόρφωση της Παιδείας, το ελάχιστο ζητούμενο θα ήταν η προσαρμογή στα στοιχειώδη που υπάρχουν ήδη σε άλλες χώρες. Δεν χρειάζεται να εφεύρει κανείς την πυρίτιδα, μπορεί να δει τι γίνεται σε άλλες χώρες».


­ Αλήθεια, στα σημερινά πανεπιστήμια, όπου ίσως φτιάχνουμε επιστήμονες, ανθρώπους φτιάχνουμε;


«Εδώ συνδέεται αυτό που λέγαμε για την έρευνα και τις εφαρμογές. Από τη μια πλευρά υπάρχει το αγαθό κίνητρο της βελτίωσης της ζωής του ανθρώπου και από την άλλη το κίνητρο να βγάλεις χρήματα. Δεν μπορείς να τα διαχωρίσεις, αλλά πρέπει να βρεθεί ένα μέτρο, μια αρμονία. Νομίζω ότι χάνουμε το μέτρο στη σημερινή εποχή και όλα δείχνουν ότι θα το χάνουμε περισσότερο. Και εφόσον χάνουμε το μέτρο, δυσχεραίνουμε τη δυνατότητά μας να φτιάξουμε ανθρώπους. Δυστυχώς, ζούμε μια περίοδο υλισμού. Αν τώρα που βρίσκομαι στη δύση του επιστημονικού μου βίου, συγκρίνω την εποχή μου, της μεταπολεμικής Ελλάδας, με τη σημερινή, διαπιστώνω μια στροφή από τα ιδανικά για έναν καλύτερο κόσμο προς τα υλικά αγαθά και το πώς θα τα αποκτήσουμε».


­ Ποια είναι η παιδική ανάμνηση που σας έχει μείνει βαθύτερα χαραγμένη στη μνήμη;


«Μια ανάμνηση κακή, που τότε δεν μπορούσα να την αξιολογήσω: το βράδυ του Απριλίου 1941, όταν φεύγαμε από τον κόλπο της Ελευσίνας για την Κρήτη, φλεγόταν όλος ο Σαρωνικός από τους βομβαρδισμούς. Τα παιδιά δεν έχουν την αίσθηση του κινδύνου, αλλά η εικόνα αυτή παραμένει ακόμη ζωντανή. Μια άλλη παιδική ανάμνηση έχει να κάνει με τον πατέρα μου. Θυμάμαι, πηγαίναμε στο Παλαμήδι και δείχνοντάς μου το κελί του Κολοκοτρώνη μου έλεγε: “Εδώ καταλήγουν όλοι οι καλοί Ελληνες, παιδί μου”. Αυτό μου χρησίμευσε πάρα πολύ!» (γέλια).


­ Πείτε μου, φέρετε το βάρος του ονόματός σας;


«Ναι. Παίζει έναν ρόλο ουσιαστικό. Σε κάνει να πρέπει να είσαι καλύτερος από ό,τι είσαι. Να προσπαθείς περισσότερο…».


­ Εσείς έχετε παιδιά;


«Εχω έναν γιο, είναι διπλωματικός όπως και ο αδελφός μου. Είναι νονός του γιου μου και φαίνεται ότι η επιρροή του υπήρξε ισχυρότερη από εκείνη του πατρός».


­ Τελικά είστε ο μόνος που δεν έκανε κάτι σχετικό με την πολιτική…


«Ναι. Θεωρώ την τάση πολλών ανθρώπων να ασχοληθούν με την πολιτική ένα είδος φυγής. Η πολιτική έχει βέβαια το θέλγητρο της εξουσίας, αλλά είναι και μια δουλειά για την οποία δεν χρειάζεται υποδομή (γέλια). Φαίνεται αστείο, αλλά το εννοώ. Η έρευνα απαιτεί συνέχεια και συνέπεια, είναι έργο ζωής».


­ Εσείς θέλατε να γίνεται ερευνητής;


«Οχι απλώς ήθελα, επρόκειτο περί μανίας».


­ Η ενασχόλησή σας με την έρευνα είχε επίδραση στην προσωπική σας ζωή;


«Τρομερή. Στα 20 χρόνια που έζησα στη Γερμανία, η προσωπική μου ζωή είχε να κάνει με το εργαστήριο. Οι στενοί μου φίλοι ήταν πάντοτε οι συνεργάτες μου».


­ Δεν σας έκανε αυτό να αισθάνεστε απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο;


«Καθόλου. Θέλαμε, αντιθέτως, να βρίσκουμε περισσότερο καιρό για την έρευνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι τις Κυριακές πίναμε καφέ στο εργαστήριο! Θυμάμαι μάλιστα ότι την εποχή της ενεργειακής κρίσης, στις αρχές του ’70, ήταν απαγορευμένη η χρήση του αυτοκινήτου τις Κυριακές και πηγαίναμε με τα πόδια. Να ομολογήσω πάντως ότι το είχα πάρει κάποιες φορές το αυτοκίνητο» (γέλια).


­ Αντιλαμβάνομαι ότι υπήρχε ένα κλίμα που έθελγε…


«Ακριβώς. Και οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη διεύθυνση των εργαστηρίων. Ετσι, ο νέος που ερχόταν ένιωθε αν μπορούσε να μείνει, αν έβρισκε εκεί τους ομοίους του… Ολες μου οι ομάδες υπήρξαν αφοσιωμένες στην έρευνα, τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ελλάδα. Η έρευνα είναι μια δουλειά που απαιτεί αφοσίωση…».