Το πάθος και ο φόβος του «torero»
«Ο ΦΟΒΟΣ είναι απαραίτητος για να βγεις στη σκηνή. Αφού χρησιμοποιήσω αυτόν τον φόβο για να χορέψω καλύτερα, τότε τον ξεπερνάω και νιώθω ικανοποίηση». Ο Αντόνιο Κανάλες μού έδωσε την εντύπωση ενός ανθρώπου με πάθος, που μετουσιώνει τις αδυναμίες του σε τέχνη. Γεννημένος στη Σεβίλλη ξεκίνησε τις σπουδές του στο Εθνικό Μπαλέτο της Ισπανίας. Το 1988 κέρδισε το βραβείο Καλύτερου Χορευτή Navisela ’88 (Ιταλία) και το 1990 τιμήθηκε στο Μεξικό με το βραβείο Καλύτερου Διεθνούς Χορευτή. Λίγο αργότερα δημιούργησε το δικό του συγκρότημα και από τότε έχει δώσει πολλές παραστάσεις σε όλον τον κόσμο και έχει συμμετάσχει σε διεθνή φεστιβάλ σε Ευρώπη και Αμερική. Το 1995 τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Χορού της Ισπανίας, το οποίο θεωρείται και το σημαντικότερο βραβείο χορού σε αυτή τη χώρα. Το «Torero» («Ταυρομάχος») είναι ένα δραματικό μιούζικαλ που συνδυάζει την ταυρομαχία και το φλαμένκο. Στο «Torero» αναβιώνουν το πάθος, η κομψότητα και ο φόβος του ταυρομάχου. Ο Αντόνιο Κανάλες έχει παρουσιάσει το εν λόγω έργο σε περισσότερα από 850 θέατρα σε όλον τον κόσμο.
Πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τον χορό; Στην οικογένειά σας υπάρχουν άλλοι που ασχολούνται με το φλαμένκο;
«Ναι, η μητέρα μου είναι χορεύτρια και ο αδελφός μου τραγουδιστής. Οπως καταλαβαίνετε, το φλαμένκο το γνώρισα από πολύ μικρός. Το φλαμένκο το “ζούσα” μέσα στο σπίτι μου και ήδη από τα οκτώ μου χρόνια μου άρεσε πολύ. Οταν μεγάλωσα λίγο, στα 14 ή στα 15, άρχισα μαθήματα χορού και στα 17 μου χρόνια βρέθηκα στο Εθνικό Μπαλέτο της Ισπανίας».
Τι σημαίνει για εσάς να σας θεωρούν αστέρα και να σας απονέμουν σημαντικά βραβεία;
«Ολα αυτά με γεμίζουν ικανοποίηση αλλά ταυτόχρονα με κάνουν να έχω έντονη την αίσθηση της ευθύνης. Οι τίτλοι και τα βραβεία σε κάνουν να θέλεις κάθε ημέρα να γίνεσαι και καλύτερος. Αυτή την περίοδο ετοιμαζόμαστε να έρθουμε στην Ελλάδα και προσπαθούμε να οργανωθούμε όσο το δυνατόν καλύτερα. Η Ελλάδα είναι μια πολύ ζεστή χώρα. Είναι μια μεσογειακή χώρα που “νιώθει” πολύ έντονα. Ελπίζω ότι ο κόσμος θα συγκινηθεί με το “Torero”».
Πώς μένει ένας χορευτής στην ιστορία;
«Είναι δύσκολο! Είναι κάτι που δεν εξαρτάται από τον ίδιο τον χορευτή. Υπάρχουν πολλοί καλοί χορευτές που δουλεύουν σκληρά και παρ’ όλα αυτά δεν διακρίνονται. Νομίζω ότι στην ιστορία τελικά παραμένει αυτός που έχει χάρισμα».
Φοβάστε κάποιες φορές;
«Κάθε φορά που ετοιμάζομαι να βγω στη σκηνή αντιμετωπίζω τον φόβο του κοινού. Αυτός όμως ο φόβος είναι που κάνει τον χορευτή να δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Αν χάσει αυτόν τον φόβο, τότε μάλλον θα χάσει και το μυστήριο του χορού».
Θεωρείτε δηλαδή τον φόβο απαραίτητο; Νιώθετε κάποια ικανοποίηση όταν φοβάστε;
«Ναι, πιστεύω ότι ο φόβος είναι απαραίτητος για να βγεις στη σκηνή. Αφού χρησιμοποιήσω αυτόν τον φόβο για να χορέψω καλύτερα, τότε τον ξεπερνάω και νιώθω ικανοποίηση».
Τι είναι το «Torero»; Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα;
«Η ιδέα γεννήθηκε όταν κοίταζα τις μελέτες του Πικάσο για την “Γκερνίκα”. Ανακάλυψα ότι ο Πικάσο είχε κάνει πολλά σχετικά με τις ταυρομαχίες. Μου άρεσε πολύ η ιδέα να παρουσιάσω τι γίνεται όχι μόνο κατά τη διάρκεια της ταυρομαχίας αλλά και κατά το χρονικό διάστημα που προηγείται και έπεται αυτής. Τη στιγμή που ο ταυρομάχος βγαίνει από το ξενοδοχείο, τη στιγμή που νιώθει φόβο, τη στιγμή που σκοτώνει τον ταύρο… Ο θάνατος αυτός δεν είναι ένας αιματηρός θάνατος, είναι ένας θάνατος πολύ πιο ποιητικός. Προσωπικά έχω μια ιδιαίτερη σχέση με τον ταύρο, μια σχέση αγάπης, φιλίας. Οταν ο ταύρος πεθάνει, όλα τελειώνουν, επειδή δίχως τον ταύρο δεν υπάρχει ταυρομάχος και δίχως ταυρομάχο δεν υπάρχει ταύρος. Μπορούμε να πούμε ότι κατά την παράσταση γίνεται μια παρουσίαση μιας ημέρας από τη ζωή ενός ταυρομάχου».
Είναι παράδοξο. Με τον ταύρο σάς συνδέει μια ιδιαίτερη σχέση πάθους αλλά τελικά τον σκοτώνετε.
«Επειδή ένας από τους δύο πρέπει να πεθάνει. Συνήθως πεθαίνει ο ταύρος, γιατί αυτός που διαθέτει υψηλότερη νοημοσύνη είναι ο άνθρωπος. Στη σχέση αυτή υπάρχει το στοιχείο της προδοσίας. Τον ταύρο τον κάνω φίλο μου, κερδίζω τον έρωτά του και του παίρνω τη ζωή για τον θρίαμβο».
Πιστεύετε ότι ο έρωτας είναι ένας μικρός θάνατος;
«Ναι».
Ποια είναι η σχέση του έρωτα και του θανάτου για εσάς;
«Τίποτε δεν είναι παντοτινό. Ολα έχουν μια αρχή και ένα τέλος. Οταν κάποιος αρχίζει να αγαπάει, αρχίζει ταυτόχρονα να πεθαίνει».
Στο «Torero» συνδυάζετε το φλαμένκο και την ταυρομαχία. Πώς επιτυγχάνεται αυτή η καλλιτεχνική ένωση;
«Ο ταυρομάχος και ο χορευτής είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι με πολλά κοινά στοιχεία. Η αισθητική στις κινήσεις του ταυρομάχου είναι παρόμοια με αυτήν ενός χορευτή. Επίσης, ενώ ο ταυρομάχος παλεύει με έναν μαύρο ταύρο εξακοσίων κιλών, ο χορευτής πρέπει να παλέψει με τον μαύρο ταύρο του κοινού. Οπως ο ταύρος μπορεί να σε σκοτώσει, κάπως έτσι μπορεί το κοινό να σκοτώσει το μυαλό σου».
Υπάρχει σήμερα αυθεντικό φλαμένκο ή η εμπορευματοποίηση έχει επηρεάσει αρνητικά την εξέλιξή του ως είδους;
«Δεν πιστεύω ότι το φλαμένκο έχει αλλοιωθεί. Από το φλαμένκο πάντοτε έλειπε “η μαγευτική ελευθερία του πλανάσθαι”, όπως έλεγε ο Τσάρλι Τσάπλιν. Ο,τι είναι καλό και αυθεντικό θα θριαμβεύσει και θα επικρατήσει, ενώ ό,τι δεν είναι καλό θα χαθεί με το πέρασμα του χρόνου. Το φλαμένκο όμως παλαιότερα δεν δεχόταν επιρροές από νεωτερισμούς, από τέχνες όπως η ζωγραφική και η γλυπτική, από διαφορετική μουσική. Πιστεύω ότι το φλαμένκο αυτή την εποχή είναι πολύ πιο διεθνές, ότι μπορεί πλέον να συμβιώνει πολύ καλά με άλλα πράγματα, να διευρύνει τους ορίζοντές του. Δεν θέλω να πω ότι δεν υπάρχει και το άτεχνο, εμπορευματοποιημένο φλαμένκο ή το “αποστειρωμένο” φλαμένκο… Οπως είπα και προηγουμένως όμως, ό,τι είναι πιο αγνό θα θριαμβεύσει και θα επικρατήσει, ενώ τα υπόλοιπα κάποια ημέρα θα εξαφανιστούν».
Εσείς διατηρείτε επαφή με το φλαμένκο της Σεβίλλης;
«Ναι, πολλές. Η μητέρα μου και τα αδέλφια μου ζουν στη Σεβίλλη και πηγαίνω πολύ συχνά. Η τελευταία μου χορογραφία μάλιστα πραγματοποιήθηκε εκεί με ανθρώπους από τη Σεβίλλη».
Τι ορισμό θα δίνατε στο αυθεντικό φλαμένκο;
«Το αυθεντικό φλαμένκο είναι μια κραυγή. Είναι μια σπαραξικάρδια κραυγή. Το αυθεντικό φλαμένκο είναι ο πόνος της ψυχής».
Ο Αντόνιο Κανάλες θα παρουσιάσει στις 28 Ιουνίου στο θέατρο Λυκαβηττού το έργο «Torero», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Φλαμένκο. Τιμές εισιτηρίων: 8.000, 12.000, 16.000, 20.000 δρχ.
«Ο κινηματογράφος είναι σχολείο»
Εχετε κατά καιρούς συνεργαστεί με αστέρες του χορού όπως οι Νουρέγεφ, Πλισέτσκαγια, Βασίλιεφ, Σιλβί Γκιλέμ, Μπόκα. Τι έχετε αποκομίσει από την κοινή σας δουλειά;
«Εμαθα πάρα πολλά πράγματα, επειδή κάθε ένας από αυτούς μου έδειξε μια διαφορετική θαυμαστή πλευρά του χορού. Ο Νουρέγεφ και η Πλισέτσκαγια μου έμαθαν ότι το θέατρο είναι ένας ναός. Είναι ο ιερός ναός των τεχνών. Ακόμη και όταν τους έβλεπα στο καμαρίνι τους να μακιγιάρονται, μάθαινα πράγματα. Ο Νουρέγεφ ήταν ο καλύτερος. Ηταν ένας θεός. Εβαζε κλασική μουσική στο καμαρίνι του για να μακιγιαριστεί. Με αγαπούσε πολύ και μου έλεγε πολύ συχνά ότι έχω ένα “ιδιαίτερο φως”. Η Πλισέτσκαγια είναι η σταθερότητα, η δουλειά, η μέθοδος. Με φώναζε “Αντονίτο” και με δίδαξε κυρίως τι σημαίνει προσπάθεια και σταθερότητα. Ο Βασίλιεφ είναι η μαεστρία. Ηταν ένας πραγματικός αριστοτέχνης. Ηταν κάποιος που χόρευε θαυμάσια. Η Σιλβί Γκιλέμ είναι η τρέλα! Είναι ο νεωτερισμός, είναι η ανδρόγυνος. Θεωρώ ότι είναι η καλύτερη χορεύτρια μετά τη Μακάροβα. Ο Πίτερ Σάουφους επίσης είναι ένας αέρινος χορευτής. Ο Μπόκα διαθέτει την καλύτερη τεχνική μετά τον Μπαρίσνικοφ».
Αν και δεν σας έχουμε δει πολλές φορές στον κινηματογράφο, εμφανιστήκατε στην ταινία «Vengo» του Τόνι Γκάτλιφ. Κάτω από ποιες συνθήκες θα είχατε ξανά μια τέτοια εμπειρία;
«Η εμπειρία αυτή μου άρεσε. Ο κινηματογράφος ήταν για εμένα ένας κόσμος μέσα από τον οποίο έμαθα περισσότερα πράγματα για τον χορό. Θα μου άρεσε πολύ να ενώσω τον χορό με όλα όσα έμαθα για τον κινηματογράφο. Ο κινηματογράφος είναι ένα καλό σχολείο. Εφέτος θα υποδυθώ τον ρόλο του Αντόνιο Ματσίν. Το μόνο που θεωρώ απαραίτητο για να παίξω σε μια ταινία είναι να μου αρέσει το σενάριο. Είναι σημαντικό για εμένα ένα σενάριο να έχει συνοχή και βάθος. Μου αρέσει πολύ ο μινιμαλιστικός κινηματογράφος, όχι ο κινηματογράφος του Σπίλμπεργκ, της Αμερικής».



