Από το πρώτο διήγημα «Τα σαΐνια του “Λας Βέγκας”» στη Ρεβάνς, δεκαπέντε γόνιμα χρόνια για τη γραφή του Π. Γούτα. To 1990 o Γούτας σπούδαζε νομικά στην Κομοτηνή, όντας ήδη απόφοιτος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης. Από εκείνες τις φοιτητικές εμπειρίες αντλεί εν μέρει το πρώτο του μυθιστόρημα, με πρωταγωνιστές δύο θεσσαλονικιούς φίλους, που ήσαν μαζί στη Νομική Κομοτηνής. Μόνο που για τις ανάγκες του πρόσφατου μυθιστορήματος ο χρόνος των σπουδών τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Εχουν προηγηθεί το 2001 και το 2002 δύο συλλογές αφηγημάτων σαν ένα βιβλίο σε δύο συνέχειες.
Το στίγμα της αφήγησης
Από μιας αρχής το στίγμα της αφήγησης του Γούτα ήταν ο δυναμισμός της. Μικροπερίοδη και πρωτοπρόσωπη, διανθισμένη σε μικρότερη ή μεγαλύτερη έκταση με στιχομυθίες, φυσικές και αυθόρμητες, κάθε φορά στο αρμόζον για την περίσταση ιδιόλεκτο, συνήθως αρκούντως ζουμερό. Στο πρώτο βιβλίο, Τα λάφυρα του Αυγούστου (εκδόσεις Αλεξάνδρεια), ανασύρονται ιστορίες από κάποια περασμένα καλοκαίρια στη Χαλκιδική, αρχές της δεκαετίας του 1970, από όπου και ξεκινά το πρόσφατο μυθιστόρημα. Στο δεύτερο, Το ίδιο έργο της ζωής μου (από τις ίδιες εκδόσεις), και πάλι συγκεντρώνονται λησμονημένες ιστορίες, μόνο που σε αυτό κυριαρχεί η γενέτειρα Θεσσαλονίκη. Τα πλέον ενδιαφέροντα διηγήματα παρουσιάζονται ως παιδικές αναμνήσεις, με τον ενήλικο να προσθέτει στο τέλος μια πινελιά, προσγειώνοντας την αφήγηση στον παρόντα χρόνο. Στιγμιότυπα από «το έργο της ζωής του», όπου τα πρόσωπα σκιτσάρονται με λίγες χαρακτηριστικές γραμμές, ενώ οι εντυπώσεις αποδίδονται με ζωηρούς χρωματισμούς. Οικογενειακές σκηνές, οι μάγκες και οι σαλταρισμένοι της γειτονιάς, προπαντός τα θηλυκά και τα στέκια της αλλοτινής Θεσσαλονίκης. Αγαθά άκρως πολύτιμα, που ο χρόνος έφθειρε ανεπανόρθωτα· οι γκόμενες ωρίμασαν και η πόλη δόθηκε αντιπαροχή. Θεματική που καλλιεργείται επί δεκαετίες στη συμπρωτεύουσα με τα καλύτερα αποτελέσματα – αν και αυτή η ομάδα θεσσαλονικιών συγγραφέων δεν ασχολήθηκε με το μυθιστόρημα.
Πάντως ο Γούτας κατορθώνει το πέρασμα στο μυθιστόρημα να γίνει ομαλά, χωρίς αβαρίες, διατηρώντας το κατακτημένο έδαφος. Το μόνο καινούργιο στοιχείο στη δυναμική της αφήγησης είναι μια μικρή παρέκκλιση από το ρεαλιστικό πλαίσιο των διηγημάτων, με την ανάμειξη ενός φαντάσματος ή μάλλον ορθότερα μιας περιπλανώμενης ψυχής ως πρώτης στον χορό των αφηγητών. Πρόκειται για μια γειτόνισσα από τα καλοκαίρια της Χαλκιδικής με το σημαδιακό όνομα Ερατώ, η οποία, σύμφωνα με τις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου για χωλαίνοντες εγκυκλοπαιδικώς αναγνώστες, δεν είναι μόνο μία από τις εννέα μούσες, προστάτις της ποίησης και του χορού, αλλά και φύλακας-άγγελος του έρωτα και της οικογενειακής εστίας. Αυτή η γειτόνισσα είχε πάθος με τα χαρτιά, ιδιαίτερα με το πινάκλ.
Ενα παιχνίδι καλής τεχνικής, με τον παράγοντα τύχη να παίζει μικρό μόνο ρόλο. Το μυθιστόρημα στήνεται σαν δύο παρτίδες πινάκλ σε απόσταση αναμεταξύ τους είκοσι χρόνων. Σταθεροί παίκτες και στα δύο παιχνίδια οι δύο παλαιοί συμφοιτητές, ενώ το καρέ συμπληρώνεται με τις εκάστοτε συντρόφους τους. Μόνο που στο πινάκλ της ζωής τους καταλυτικό ρόλο παίζει το τυχαίο, καθώς μοιραίες συναντήσεις και διαβολικές συμπτώσεις τελικά ρυθμίζουν την έκβαση των όποιων ερωτικών ιστοριών. Επιπροσθέτως, δεν κερδίζουν οι εγκεφαλικοί παίκτες αλλά όσοι μπλοφάρουν στον χώρο των αισθημάτων.
Παραμυθική επίφαση
Καθώς το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται με διαδοχικές αφηγήσεις, εναλλάσσοντας την οπτική γωνία, το μέρος που αναλογεί στο φάντασμα της Ερατώς θα μπορούσε να το επωμιστεί ένας πανόπτης αφηγητής ή και κάποιος από τους εμπλεκομένους. Ωστόσο ως εύρημα προσθέτει μια παραμυθική επίφαση, ελαφρώνοντας τις τόσες συμπτώσεις και προσδίδοντας το αίσθημα της ματαιότητας στην αγωνία του παίκτη για ρεβάνς.
Μικρές αφηγηματικές ενότητες αποκαλύπτουν σταδιακά την ψυχολογία των προσώπων. Από μια άποψη, η υπόθεση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κοινότοπη. Στα φοιτητικά τους χρόνια ο ένας φίλος πήρε τη σύντροφο του άλλου και εκείνος, είκοσι χρόνια αργότερα, οικογενειάρχης πλέον, βλέποντάς τον στην τηλεόραση θυμάται την παλιά ιστορία τους και η σπίθα της εκδίκησης ανάβει. Τρόπαιο η νυν ερωμένη του αλλοτινού φίλου και ερωτικού του αντιζήλου. Ο εσωτερικός μονόλογος του έγγαμου νομικού αποκαλύπτει κάτω από τον στόμφο ενός επίπλαστου ρομαντισμού τον ναρκισσευόμενο άντρα που προτάσσει τις επαγγελματικές φιλοδοξίες του. Οσο για τις ευκαιριακές συζυγικές απιστίες, δρουν ως ελιξίριο νεότητας και αντίδοτο ανίας, ενώ παραμένει στη βολή της οικογενειακής εστίας. Ο δεύτερος φίλος, που εγκατέλειψε τη Νομική και σταδιοδρόμησε ως πανεπιστημιακός, ταγμένος στα «πολυπολιτισμικά οράματα και τα αντιρατσιστικά ιδεώδη», πιστεύουμε ότι αποτελεί τη χαμένη ευκαιρία του συγγραφέα. Ενώ σκιτσάρει θαυμάσια τους ηλικιωμένους γονείς, αρπαγμένους τον έναν από τον άλλο, με κέντρο του σύμπαντος τον γιο τους, το εύρημα της δολοφονίας τους από αλλοδαπούς μένει ανεκμετάλλευτο, μια και δεν δίνει τον λόγο στον γιο τους ώστε να απολαύσουμε τους ηθικούς προβληματισμούς ενός σύγχρονου διανοουμένου. Οπως και αν έχει, το πινάκλ του μυθιστορήματος παίζεται σε ερωτική ατμόσφαιρα μεταξύ Κομοτηνής και Θεσσαλονίκης, με αισθησιακές περιγραφές και άψογα επιμελημένη μουσική υπόκρουση.



