Γνωρίσαμε τον γάλλο κοινωνιολόγο Ζαν Μποντριγιάρ από τα βιβλία του «Le Systeme des objets» (1968) και «L’ Echange symbolique et la mort» (1976) ως το πιο πρόσφατο «La guerre du Golf n’a pas eu lieu» (1991), ως ερευνητή των γλωσσολογικών σημαινόντων και σημαινομένων συνδέοντας τις θεωρίες του Σοσίρ και του Μαρξ. Και ακόμη, ως σημείο αναφοράς, για τις φιλοσοφικές του θέσεις πάνω στη σχέση της παραγωγής υλικών αντικειμένων και των επιθυμιών και φαντασμάτων των καταναλωτών.
Ως δεινός αρθρογράφος με το μεταφορικό στυλ γραφής που τον χαρακτηρίζει, μέσα από τις σελίδες των επιθεωρήσεων «Les Temps Modernes» και «Nouvelle Revue de psychanalyse» και της εφημερίδας «Liberation», θα πυροδοτήσει τη δημόσια συζήτηση αναλύοντας τις παραμέτρους ενός κόσμου ερημωμένου από τη λογική, όπου δεν υπάρχει πια ούτε μεσολαβητής ούτε εχθρός. Ιδιαίτερα με το δοκίμιό του «La Guerre du Golf n’a pas eu lieu» (Ο Πόλεμος του Κόλπου δεν συνέβη), ο Μποντριγιάρ θα επιβεβαιώσει τη μάχιμη στάση και την πολιτική εμπλοκή του, ως διανοούμενου, στα δημόσια πράγματα.
Λίγο προτού εορτάσει τα 70ά του γενέθλια, ο Ζαν Μποντριγιάρ αποφάσισε να εκπλήξει το κοινό κυκλοφορώντας ένα βιβλίο με τις φωτογραφίες που ο ίδιος τράβηξε, κάτω από το σιβυλλικό τίτλο «Car l’ illusion ne s’ oppose pas à la rèalitè» (Διότι η αυταπάτη δεν αντιτίθεται στην πραγματικότητα …). Οι πρώτες αράδες του ολιγοσέλιδου δοκιμίου, που προηγείται των φωτογραφιών, μας εισάγουν στον κόσμο των λέξεων και των εικόνων του γάλλου διανοούμενου: «Η φωτογραφία είναι ο εξορκισμός μας. Η πρωτόγονη κοινωνία είχε τις μάσκες της, η αστική κοινωνία είχε τους καθρέφτες της, εμείς έχουμε τις εικόνες μας».
Ξεφυλλίζοντας, ο αναγνώστης γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται μπροστά σε δύο αλληλοεξαρτώμενες οντότητες. Η πρώτη, το κριτικό δοκίμιο περί φωτογραφίας, κάποιες φορές ειρωνικό και καυστικό, κάποιες άλλες καινοτόμο και με έντονα στοιχεία ποιητικού λυρισμού, προετοιμάζει την επιτυχή ανάγνωση της δεύτερης. Δηλαδή, των εκατό εγχρώμων φωτογραφιών που τραβήχθηκαν στο χρονικό διάστημα 1986-1997 και οι οποίες φανερώνουν τόσο την κριτική ματιά όσο και την ερασιτεχνική αντίληψη ενός λόγιου, απέναντι στους κανόνες και τα μέσα της φωτογραφικής τέχνης.
Στο δοκίμιο δεσπόζει η κριτική τοποθέτηση του διανοούμενου απέναντι στον αισθητισμό, την ωραιοποίηση της φωτογραφίας στις ημέρες μας. Ο Μποντριγιάρ ξεκινάει από το γεγονός της εξωτερίκευσης της εικόνας, της ανάρτησής της σε γκαλερί και μουσεία, σε εκθέσεις και φεστιβάλ. Από την εσωτερική δύναμη του μέσου να περικλείει την μακάβρια ακινησία του αντικειμένου και την απουσία έκφρασης, δύο ποιότητες οι οποίες οδηγούν τον φωτογράφο στο να απεικονίσει συμβολικά το θάνατο, σήμερα, είναι ο ίδιος ο θάνατος που περικλείεται στην εικόνα.
Στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου, τη φωτογραφική, ο Μποντριγιάρ ανάγει σε απόλυτη ποιότητα της εικόνας τη σιωπή. Οι φωτογραφίες του απεικονίζουν έναν κόσμο άδειο από ζώντες οργανισμούς, είτε φωτογραφίζοντας πολύβοα αστικά κέντρα είτε εξοχικά τοπία. Ο κόσμος του φωτογράφου θα μπορούσε να παρομοιαστεί με ένα εκκρεμές που μόλις έχει σταματήσει, δίνοντας μόνο την ιδέα της κίνησης, χωρίς ποτέ να την φανερώνει.
Οποια και αν είναι η εικόνα του αντικειμένου, από την πολυθρόνα του γραφείου του με το τσαλακωμένο ύφασμα, το μισάνοιχτο σημειωματάριο, ως τους τοίχους της ώχρας του Σάο Πάολο, τους δρόμους της Βενετίας, της Ρώμης, του Αμστερνταμ και τους κυματοθραύστες της βόρειας θάλασσας, ο άνθρωπος έχει μόλις αναχωρήσει και η κίνηση απομένει μετέωρη. Ακόμη ως και εκείνο το μοναδικό πορτρέτο του ιθαγενούς από τις Κομόρες Νήσους μετουσιώνεται σε αντικείμενο, καθώς απουσιάζει η αίσθηση οποιαδήποτε ενόρασης του φωτογράφου.
Αυτό που ενδιαφέρει τον φωτογράφο Μποντριγιάρ δεν είναι η πραγματοποίηση καλών ή κακών φωτογραφιών, αλλά η σιωπηρή συνενοχή αντικειμένου και φωτογραφικού φακού μέσα από την απόλυτη πεποίθηση ότι ο κόσμος δεν προσομοιάζει με τίποτα. Η φωτογραφική μηχανή στα χέρια του γίνεται ένα μεταφυσικό όργανο απεικόνισης. Από το αποτέλεσμα, δηλαδή την εικόνα, απουσιάζει οποιοδήποτε αισθητικό ή ιδεολογικό στερεότυπο, έτσι ώστε η ίδια η φωτογραφική πράξη να γίνεται η αυτόματη καταγραφή ενός κόσμου, του οποίου η σαφήνεια δεν υπάρχει.



