Οποιος δεν έχει παρακολουθήσει από κοντά πρωταθλήματα που διεξάγονται κάτω από την πρώτη κατηγορία, αρχής γενομένης από τη Β’ Εθνική και φθάνοντας ως και το κατώτερο τοπικό, έχει στερηθεί μεγάλες χαρές από τη ζωή του. Χρήζει μεγάλης προσοχής η συμπεριφορά των οπαδών, των παραγόντων, των ποδοσφαιριστών και ειδικά των διαιτητών. Ισως μόνον εκεί μπορεί κανένας να αντιληφθεί με ποιον τρόπο ζυμώνεται ένας διαιτητής και υπό ποίες συνθήκες διευθύνει έναν αγώνα ώσπου να πάρει το χρίσμα του αξιολογημένου σε έναν πίνακα Α’ Εθνικής.
Στις παρακάτω γραμμές ακολουθούν μαρτυρίες ατόμων που είτε έχουν παίξει ποδόσφαιρο είτε έχουν βρεθεί με τη σφυρίχτρα στο χέρι μέσα σε ένα γήπεδο. Οι λόγοι για τους οποίους διατηρούν την ανωνυμία τους είναι διότι απλώς δεν έχουν χειροπιαστά στοιχεία στα χέρια τους για να μπορούν να υποστηρίξουν τα λεγόμενά τους, αν χρειαστεί στη συνέχεια. Αν αμφιβάλλετε για την αλήθεια των λεγομένων τους τότε απλώς δεν έχετε βρεθεί ποτέ, ακόμη και ως απλοί παρατηρητές, στα αποδυτήρια μιας ομάδας ή στο καμαράκι των διαιτητών. Και αν αυτά δεν σας πείθουν, τότε θεωρήστε ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε κάποια χώρα που ανήκει στη… ζώνη του λυκόφωτος και όχι στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Μόνο που θα αγνοείτε παντελώς την έννοια των παρασκηνίων του ελληνικού ποδοσφαίρου αλλά και της πραγματικότητας.
«Οταν ήταν μικρός δεν ήξερε μπάλα και τον βάζαμε να κάνει τον διαιτητή για δύο λόγους. Ο ένας ήταν για να μην γκρινιάζει και στεναχωριέται και ο δεύτερος για να δίνουμε περισσότερη επισημότητα στον αγώνα της αλάνας. Ηταν όμως τόσο άσχετος γιατί και δεν ήξερε τι έδινε, αλλά και γιατί προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή με τις αποφάσεις του. Αποτέλεσμα αυτών ήταν σχεδόν κάθε φορά να τον πλακώνουμε στις φάπες». Η ανώνυμη μαρτυρία δεν θα είχα καμία αξία να γραφτεί αν δεν ανήκε σε άνθρωπο που ήταν παιδικός φίλος διαιτητή, ο οποίος ενδεχομένως και σήμερα το απόγευμα να σφυρίζει αγώνα της Α’ Εθνικής, καθώς το όνομά του κατέχει περίοπτη θέση στον περιβόητο πίνακα αξιολογημένων διαιτητών.
Ο εν λόγω διαιτητής ανήκει στον σύνδεσμο διαιτητών της Αθήνας και φοράει σχεδόν κάθε αγωνιστική την καλοπλυμένη στολή του για να διευθύνει με τη σφυρίχτρα στο στόμα τις τύχες δύο ομάδων της μεγάλης κατηγορίας. «Το μεγάλο χάζι που κάνω μαζί του είναι γιατί έχει διατηρήσει ακόμη το στυλ που είχε μικρός. Μόνο που τώρα πια όταν σφυρίζει ανάποδα δεν τρώει φάπες και αρκείται στο… στόλισμα της εξέδρας».
* Τα λεφτά βγαίνουν… χαμηλά
Ο καταμαρτυρών τα ανωτέρω διατηρεί την ανωνυμία του για ευνόητους λόγους. Είναι προπονητής σε ομάδα της Α’ Αθηνών, η οποία την περασμένη περίοδο διεκδίκησε την άνοδο στην Δ’ Εθνική και έχει εφέτος τις ίδιες, αν όχι μεγαλύτερες, φιλοδοξίες. Εχει παίξει ποδόσφαιρο στην Α’ Εθνική και συγκεκριμένα στον Εθνικό, στη Β’ Εθνική αγωνίστηκε στον Χαραυγιακό και στον Βύζαντα Μεγάρων, ενώ έκλεισε την καριέρα του αφού πέρασε και από την Γ’ Εθνική και τα τοπικά πρωταθλήματα. Είναι ό,τι μας επιτρέπει να αναφέρουμε από τα στοιχεία του καθώς όπως λέει: «Αν γράψεις το όνομά μου θα με στήνει κάθε Κυριακή. Μου φτάνουν αυτά που τραβάω ήδη. Είμαι ήδη αναγκασμένος στα μέσα της εβδομάδας μόλις ενημερωθώ για αυτόν που μας σφυρίζει, να παίρνω τηλέφωνα και να προσπαθώ να εξασφαλίσω ότι δεν θα μας αδικήσει. Εμείς λεφτά για σπρώξουμε σε διαιτητές δεν έχουμε. Αν και για τον συγκεκριμένο διαιτητή θα ήθελα πολλά να πω επωνύμως, αλλά απτά στοιχεία στα χέρια μου δεν έχω. Εχω ακούσει όμως για αυτόν πολλά. Εχει καλό όνομα στην πιάτσα των διαιτητοπαραγόντων και θεωρείται από τους πλέον εύκολους για να τον προσεγγίσει κάποιος και να του ζητήσει χάρη».
Ο προπονητής όμως δεν σταματάει εδώ για τον… φίλο του διαιτητή, ο οποίος: «Υπάλληλος είναι, παντρεμένος και η γυναίκα του προίκα δεν είχε. Μπορείς να μου πεις εσύ πώς κυκλοφορεί με πολυτελές αυτοκίνητο, πού βρήκε τα χρήματα για το διαμέρισμα και για την εξοχική κατοικία;». Η απάντηση είναι αυτονόητη. Ωστόσο, όπως ο ίδιος προσθέτει: «Τα λεφτά οι διαιτητές τα παίρνουν κυρίως στις μικρές κατηγορίες. Εκεί έρχονται τα πακέτα, όπου τα μισά παιχνίδια είναι στημένα με τις “μαυροφόρες” να παίζουν και αυτές στο κόλπο. Στην καριέρα μου υπήρξαν πολλές περιπτώσεις που ο πρόεδρος μπήκε στα αποδυτήρια και μας είπε ότι ο διαιτητής είναι “πιασμένος”. Εγώ έπαιζα σέντερ φορ και ο ρόλος μου ήταν καθορισμένος. Αν το ματς πήγαινε στραβά, έπρεπε να αρχίσω τις βουτιές μέσα στη μεγάλη περιοχή για να μας δώσει πέναλτι».
Βεβαίως, οι παραπάνω περιπτώσεις δεν αφορούν όλους τους διαιτητές, όλων των κατηγοριών. Οπως υπάρχουν οι απατεώνες και οι αργυρώνητοι, έτσι υφίστανται και εκείνοι οι οποίοι φροντίζουν να διατηρούνται καθαροί. Οι πειρασμοί πάντως είναι πολλοί και αν δεχθούμε τα όσα ψιθυρίζονται τότε, μάλλον, οι περισσότεροι υποκύπτουν σε αυτούς. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι δεν θα υπήρχαν διαιτητές που να «τα παίρνουν» αν δεν υπήρχαν παράγοντες να τα δίνουν…
Το μικρόβιο της αρχής και ο καρκίνος του τέλους
Το μεγάλο ερώτημα, το οποίο είναι δύσκολο να απαντηθεί και χρήζει περαιτέρω μελέτης από ειδικούς, είναι τι οδηγεί έναν άνθρωπο να ασχοληθεί με τη διαιτησία αλλά και τι τον κρατάει σε αυτήν. Ειδικά κάποιον ο οποίος είναι ευχαριστημένος από το επάγγελμά του και δεν αναζητεί τρόπους αύξησης του εισοδήματός του. Πρώην διεθνής διαιτητής και μετέπειτα παράγοντας της διαιτησίας, ο οποίος έφθασε μάλιστα και στο αξίωμα του αρχιδιαιτητή (πρόεδρος της επονομαζόμενης σήμερα Κεντρικής Επιτροπής Διαιτησίας), εξηγεί: «Την εποχή που εγώ φόρεσα τη μαύρη στολή, τα οδοιπορικά που ελάμβανε ο διαιτητής δεν έφθαναν ούτε για τις βενζίνες. Ηταν η εποχή που το ποδόσφαιρο ήταν η χαρά της Κυριακής για τους άνδρες και το αντικείμενο που απασχολούσε τους θαμώνες των καφενείων. Ηταν συναρπαστικό να μετέχεις σε αυτό το πανηγύρι με περισσότερες αρμοδιότητες από αυτές που έχει ένας φίλαθλος στην κερκίδα. Αυτό ήταν που κόλλησε στην αρχή στο μυαλό το δικό μου και ενός φίλου μου και αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με τη διαιτησία. Αυτός δεν άντεξε πολύ. Τα παράτησε από τα πρώτα παιχνίδια όταν διηύθυνε έναν αγώνα εφηβικού πρωταθλήματος και βρέθηκε να τον χτυπούν και οι ποδοσφαιριστές και των δύο ομάδων. Εγώ το συνέχισα. Είναι μικρόβιο και δεν κόβεται εύκολα. Είναι σαν να απαιτείς από έναν πολιτικό να παρατήσει τα κοινά ή από έναν χαρτοπαίκτη να μην ξανακαθίσει μπροστά σε τσόχα».
Ο συγκεκριμένος διαιτητοπαράγοντας διατηρεί και αυτός την ανωνυμία του και ο λόγος είναι απλώς αυτά που αναφέρει παρακάτω: «Ως διαιτητής κλήθηκα αρκετές φορές να ευνοήσω τη μία από τις δύο ομάδες. Αυτό συνέβη γιατί μου το ζητούσε η διοικούσα αρχή της διαιτησίας ή γιατί έπρεπε να κάνω το χατίρι σε κάποιον παράγοντα διαιτησίας για να διατηρηθώ εγώ στον πίνακα και αυτός να μεγαλώσει τον τραπεζικό του λογαριασμό. Η αλήθεια είναι ότι λεφτά δεν πήρα ποτέ μου. Μπήκα αρκετές φορές στον πειρασμό, αλλά συγκρατήθηκα. Ξέρω όμως άλλους διαιτητές που υπέκυψαν, είτε γιατί το βαλάντιό τους ήταν μικρό είτε γιατί ήταν δούλοι του χρήματος. Ως αρχιδιαιτητής η διάρκεια της θητείας μου ήταν μικρή κυρίως για δύο λόγους: πρώτον, γιατί δεν υπέκυψα στους μεγαλοπατέρες της διαιτησίας και, δεύτερον, γιατί δεν έκανα διευκολύνσεις στους προέδρους για τα παιχνίδια που μου ζήτησαν».
* Ποτέ δεν θα αλλάξει
Στο ερώτημα το ποιοι είναι οι μεγαλοπατέρες και ποιοι είναι οι πρόεδροι που ζητούσαν βοήθεια δεν απάντησε. «Δεν πρόκειται να υποστηρίξω τα λεγόμενά μου, αν στη συνέχεια κάποιος από αυτούς που θα κατονομάσω προβεί σε μηνύσεις. Δεν θέλω να ασχολούμαι πια με όλα αυτά. Τους βαρέθηκα. Ολοι στην Ελλάδα θέλουν να είναι πρωταγωνιστές σε ένα παιχνίδι όπως το ποδόσφαιρο, όπου θα έπρεπε η προσοχή όλων να είναι στραμμένη μόνο στους ποδοσφαιριστές. Δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξει η υπάρχουσα κατάσταση. Σε όσα παιχνίδια έχω σφυρίξει στην Ευρώπη ποτέ κανένας δεν με πήρε τηλέφωνο. Οι ρέφερι ξεκινούν τη διαιτησία γιατί στην αρχή θεωρούν ότι αυτό που πάνε να κάνουν είναι ένα χόμπι. Δεν πρέπει να αγνοούν κάποιοι ότι αυτό δεν είναι ουτοπία αν αναλογιστούν την ηλικία που αποφασίζει κάποιος να ασχοληθεί. Στην πορεία όμως χαλάει η μαγιά. Τις φωνές και τις βρισιές των οπαδών από ένα σημείο και μετά δεν τις ακούς, γιατί τις έχεις πια συνηθίσει. Υπάρχουν και διαιτητές οι οποίοι, υπό τον φόβο να βρεθούν εκτός πινάκων, προβαίνουν και από μόνοι τους σε κάποια ανάποδα σφυρίγματα υπέρ κάποιας ομάδας. Ειδικά όταν φθάσουν στην Α’ Εθνική, επηρεασμένοι από τον μικρόκοσμο μέσα στον οποίο ζουν, φοβούνται μήπως πάψουν να είναι διαιτητές και απολέσουν το ενδιαφέρον που τους δείχνουν στη δουλειά τους ή στο καφενείο της γειτονιάς. Κάποιοι πρέπει να καταλάβουν ότι δεν είναι γιατρειά ούτε η επαγγελματική διαιτησία ούτε η αμειβόμενη διαιτησία αν δεν αλλάξει η συμπεριφορά αυτών που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο».



