Τι κοινό έχουν η ηθοποιός Δέσπω Διαμαντίδου, ο συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης, η τραγουδίστρια Αρλέτα και ο σκηνοθέτης Κώστας Κουτσομύτης; Οχι, δεν ετοιμάζουν τη νέα τηλεοπτική σειρά του τελευταίου. Απλά τους συνεπήρε και τους τέσσερις το ίδιο κύμα «σινεφίλ» ενθουσιασμού κατά τη διάρκεια της επίσημης πρεμιέρας του «Ολα είναι δρόμος». Η νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη αντίκρισε πρώτη φορά τα φώτα της «δημοσιότητας» την περασμένη Τρίτη στον κινηματογράφο «Εμπασσυ», στο Κολωνάκι.


Εκτός από τους προαναφερθέντες παραβρέθηκαν και πολλοί άλλοι επώνυμοι του καλλιτεχνικού στερεώματος· ανάμεσά τους ο Περικλής Χούρσογλου, ο Νίκος Κούνδουρος, η Θέμις Μπαζάκα, ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, η Ολγα Μαλέα, ο Παύλος Τσίμας, η Εύα Κοταμανίδου, ο Αγγελος Δεληβοριάς. Παρόντες ήταν και οι πρωταγωνιστές της ταινίας Θανάσης Βέγγος και Γιώργος Αρμένης, ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης και ο Σταμάτης Σπανουδάκης.


Τα σχόλια που ακολούθησαν την πρεμιέρα ήταν γεμάτα εκτίμηση και θαυμασμό, όχι μόνο για τη συγκεκριμένη ταινία αλλά και για τη συνολική πορεία του Παντελή Βούλγαρη στον χώρο του ελληνικού κινηματογράφου. Μια πορεία που χαρακτηρίζεται από συνέπεια, ευαισθησία αλλά και χιούμορ. Μια αμείωτη προσπάθεια χαρτογράφησης του ανθρώπινου τοπίου· ενός τοπίου που διασχίζεται από ατέλειωτους χωματόδρομους και Εθνικές οδούς· που κατοικείται από χιλιάδες ήχους και χρώματα, τραγούδια και βλέμματα. Οι Ελληνες που γλεντάνε πίνοντας κρασί και ανταλλάσσοντας ιστορίες. Η Ελλάδα ως δρόμος και η καθημερινότητα ως εσωτερική διαδρομή.


Μια ταινία, τρεις ιστορίες, ακόμη περισσότερα ταξίδια στη Μακεδονία και στη Θράκη. Στην πρώτη, στο «Χαρώνειο Νόμισμα», όλα ξεκινάνε όταν ο αρχαιολόγος (Δημήτρης Καταλειφός) ανακαλύπτει το λείψανο ενός αξιωματικού των Ελληνιστικών χρόνων. Ετσι αποφασίζει να αναζητήσει τους φίλους του γιου του που αυτοκτόνησε ενώ φύλαγε σκοπιά σε ένα ξεχασμένο στρατόπεδο των συνόρων. Κάποιες συναντήσεις, τυχαίες και μη, σε συνδυασμό με μια βιντεοκασέτα θα φέρουν απρόσμενους «καρπούς».


Στη δεύτερη ιστορία μια ομάδα νέων ορνιθολόγων ξεκινά να παρακολουθήσει την «Τελευταία Νανοχήνα» που έχει καταφύγει στο Δέλτα του Εβρου. Σύντροφος και βοηθός τους ένας ηλικιωμένος θηροφύλακας (Θ. Βέγγος) που μιλάει τη γλώσσα των πουλιών. Ο εντοπισμός της νανοχήνας θα σημάνει και το άδοξο τέλος του σπάνιου πτηνού: ένας λαθροκυνηγός ερωτευμένος με την καραμπίνα του την σκοτώνει εν ψυχρώ. Η αντίδραση του γλυκομίλητου θηροφύλακα είναι αστραπιαία.


Στην τελευταία ιστορία ο μεσήλικος εργοστασιάρχης κ. Τσετσένογλου (Γ. Αρμένης), αφού συνειδητοποιεί ότι τον εγκατέλειψε η γυναίκα του, καταφεύγει σε ένα αγροτικό σκυλάδικο, στο «Βιετνάμ», προκειμένου να πνίξει τον πόνο του στο κρασί. Τα κάνει όλα «γυαλιά καρφιά», και μάλιστα ζητάει να ξηλώσουν τα πλακάκια, τις λεκάνες της τουαλέτας, τα κουφώματα και την τζαμένια εξώπορτα. Τέλος, αγοράζει το κατάστημα, ειδοποιεί μπουλντόζες για να γκρεμίσουν το σκυλάδικο, ενώ οι μπουζουκτσήδες συνεχίζουν απτόητοι να παίζουν στους αγρούς.


Παρ’ όλο που η ταινία ενθουσίασε στο σύνολό της, η τελευταία ιστορία, το «Βιετνάμ», συγκέντρωσε τα πιο θερμά σχόλια. Συγκεκριμένα, η Δέσπω Διαμαντίδου ομολόγησε: «Με σπάραξε η ταινία του Βούλγαρη και ο εξευτελισμός του Αρμένη στο τέλος», ενώ ο Περικλής Χούρσογλου υποστήριξε ότι «το τρίτο επεισόδιο… είναι από τα καλύτερα που έχω δει στον κινηματογράφο».