Εφυγαν από την επαρχία με το όνειρο να σπουδάσουν. Κι όταν πήραν το πτυχίο τους, όσο και να τους έθελγε η ιδέα μιας άλλης ζωής στα μεγάλα αστικά κέντρα, πήραν την απόφαση να επιστρέψουν στον τόπο τους. Αλλοι γιατί στο μεταξύ έκαναν οικογένεια και κατάλαβαν ότι τα παιδιά τους θα μεγαλώσουν καλύτερα με τη γιαγιά και τον παππού, άλλοι γιατί ήξεραν ότι η επαρχία θα τους προσφέρει ένα πιο ανθρώπινο περιβάλλον, άλλοι γιατί τα οικονομικά τους και οι ανάγκες της ζωής δεν τους επέτρεπαν να παραμείνουν στις μεγάλες πόλεις. Και κάποιοι άλλοι γιατί ήθελαν οπλισμένοι με την όποια επιστημονική τους κατάρτιση να προσφέρουν ό,τι μπορούσαν στην ανάπτυξη της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Οι γονείς τους άλλωστε κατέβαλαν κάθε δυνατή θυσία για να τους σπουδάσουν. Και τούτο όχι γιατί ήταν σίγουροι ότι με ένα πτυχίο θα έβρισκαν τα παιδιά τους δουλειά αλλά γιατί, όπως λένε οι παλιοί, «μπορούν να σου πάρουν τα πάντα εκτός από τη μόρφωση». Αυτή θα σου ανήκει πάντα και θα σε κάνει καλύτερο άνθρωπο.



Η έρευνα που διεξήγαγε στην Κεντρική Μακεδονία το Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Κοινωνίας της Ακαδημίας Αθηνών και παρουσιάζει σήμερα «Το Βήμα» είναι αποκαλυπτική. Ολο και περισσότεροι μορφωμένοι νέοι, κάτοχοι πτυχίων, επιστρέφουν στη γενέτειρά τους. Η εξασφάλιση ενός πτυχίου οποιουδήποτε τίτλου σπουδών, όπως προκύπτει από την έρευνα, αποτελεί το μεγάλο όνειρο κάθε οικογένειας. Αν και γνωρίζει ότι «οι καφετέριες είναι γεμάτες από γιατρούς και μηχανικούς» από ανέργους, της αρκεί ότι τα παιδιά της είναι μορφωμένα, ότι έχουν εξασφαλίσει την κοινωνική τους άνοδο. Και μαζί με αυτά και η ίδια η οικογένεια, οι αγρότες γονείς τους περνάνε αυτομάτως από την αγροτική στην αστική ζωή. Αλλωστε και οι νέοι δεν επιλέγουν πάντα συνειδητά τις σπουδές που θα ακολουθήσουν. Είναι ευχαριστημένοι αν καταφέρουν να περάσουν τις πανεπιστημιακές πύλες, όποιες κι αν είναι αυτές. Οσο για τις γυναίκες, θεωρείται εξίσου σημαντική η απόκτηση ενός πτυχίου και στην πράξη η ανάγκη για μόρφωση των κοριτσιών φαίνεται να αντικαθιστά την προίκα.


* Τα σημαντικότερα πορίσματα


Αυτά είναι τα σημαντικότερα πορίσματα της έρευνας που διήρκεσε τρία χρόνια (1992-1995) και στην οποία έλαβαν μέρος ο διευθυντής του Κέντρου κ. Γρ. Γκιζέλης και οι ερευνήτριες κυρίες Μ. Γ. Λίλυ Στυλιανούδη, Εύα Καλπουρτζή, Ηλιάννα Τεάζη-Αντωνακοπούλου. Η κυρία Στυλιανούδη μίλησε στο «Βήμα» και εξήγησε γιατί επιλέχθηκε η συγκεκριμένη περιοχή όπου διεξήχθη η έρευνα. «Επιλέξαμε τους νομούς Ημαθίας και Πέλλας κυρίως από το γεγονός ότι οι ταχείες οικονομικές αλλά και κοινωνικές αλλαγές που παρουσίασαν από τη δεκαετία του ’70 και μετά ορισμένες τουλάχιστον από τις περιοχές των νομών αυτών τις ανάγουν σε τυπικά δείγματα “ενδιάμεσων” περιοχών, δηλαδή μεσαίου μεγέθους (πληθυσμικού και οικονομικού). Επιπλέον, όπως δείχνουν τα αριθμητικά στοιχεία», διευκρίνισε, «οι περιοχές των νομών αυτών χαρακτηρίζονται από τις πιο πλούσιες της χώρας. Ετσι δόθηκε έμφαση στην πόλη της Βέροιας, ως δείγμα αστικού κέντρου, της Νάουσας, ως κέντρο με σημαντική παράδοση βιομηχανίας, ενώ η αγροτική περιοχή Πέλλας-Γιαννιτσών μάς χρησίμευσε ως αναφορά ενός κέντρου δραστηριοτήτων κυρίως του πρωτογενούς τομέα».


Οι ερευνητές εστίασαν το ενδιαφέρον τους σε άτομα που ανήκουν στα μεσαία στρώματα. Στην πλειοψηφία τους ήταν όλοι κάτοχοι απολυτηρίου Λυκείου, ενώ πολλοί από αυτούς διέθεταν και πανεπιστημιακούς τίτλους. Τα επαγγέλματά τους υπάγονται στον τριτογενή τομέα ενώ, όπως προέκυψε, όλοι διατηρούσαν στην κυριότητά τους αγροτικές εκμεταλλεύσεις. Οι ερευνητές απευθύνθηκαν σε εφήβους που φοιτούσαν στις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου και σε γονείς των οποίων τουλάχιστον ένα παιδί ανήκε σε αυτή την ηλικιακή κατηγορία. Τα στοιχεία συμπληρώθηκαν από συνεντεύξεις με εκπαιδευτικούς, καθηγητές Λυκείων, φροντιστηρίων, εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης, επικεφαλής τοπικών πολιτιστικών συλλόγων και υπευθύνους ΜΜΕ.


«Βασικός στόχος για τους περισσότερους είναι η εισαγωγή σε μια οποιαδήποτε σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και τις γενικότερες προοπτικές του νοικοκυριού» υπογράμμισε η κυρία Στυλιανούδη. Και εξήγησε ότι το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς είναι ότι η ανεργία των πτυχιούχων είναι σε όλους γνωστή. «Δεν ήταν λίγες οι φορές που σε συζητήσεις με γονείς όσο και με τα ίδια τα παιδιά αναφέρθηκε σχεδόν ως κοινός τόπος: “Είναι γεμάτες οι καφετέριες από γιατρούς και μηχανικούς”!». Ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις το επιθυμητό για το οποίο καταβάλλονται κόποι και θυσίες από γονείς και μαθητές είναι «ένα πτυχίο… όποιο πτυχίο».


Σε αυτό το σημείο, ωστόσο, παρατηρούνται κάποιες διαφοροποιήσεις. Η πρώτη αφορά τις περιπτώσεις εκείνες που το παιδί καλείται να αναλάβει μια ορισμένη διαδοχή. Αποτελεί διαφορετική περίπτωση ένα παιδί που θέλει να διαδεχθεί τον πατέρα-γιατρό από εκείνο που θα διαδεχθεί τον πατέρα-μηχανικό. Για τον γιατρό είναι απαραίτητο ένα πτυχίο ΑΕΙ, ελληνικό ή ξένο, οπότε καταβάλλονται ιδιαίτερες προσπάθειες από την οικογένεια, κυρίως αν μιλάμε για μέτριους μαθητές, με την ελπίδα ότι θα καταφέρουν τελικά να εισαχθούν στην επιθυμητή σχολή. Αν όχι, υπάρχουν και τα ξένα πανεπιστήμια. Αντίθετα, για το επάγγελμα του μηχανικού η διαδοχή θεωρείται ότι μπορεί να καλυφθεί από ένα πτυχίο ΤΕΙ, προσβλέποντας και στην πείρα που θα αποκτήσει το παιδί μαθητεύοντας στην οικογενειακή επιχείρηση.


* Οι σχολές κύρους


Οι πιέσεις όμως είναι πολύ πιο χαλαρές όταν οι γονείς είναι μέτοχοι, κυρίως οικογενειακών επιχειρήσεων, για τη διεύθυνση των οποίων δεν απαιτείται ­ τυπικά τουλάχιστον ­ κάποιο πτυχίο. Στις περιπτώσεις αυτές η γενική τάση είναι να αποκτήσουν τα παιδιά κάποια προσόντα εν είδει επιμόρφωσης (συχνά στον τομέα των ηλεκτρονικών) που συμπληρώνεται και από την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Στην ίδια κατεύθυνση τοποθετούνται και τα παιδιά που ωθούνται να εισαχθούν σε «σχολές κύρους» λόγω του οικογενειακού ονόματος. «Η τοπική κοινωνία» τόνισε η κυρία Στυλιανούδη «παρά την προσχώρησή της στην ιδεολογία του μοντέρνου, εξακολουθεί να επιφυλάσσει σημαντική θέση στην αξία του οικογενειακού ονόματος, παρ’ ότι ενδέχεται να μην αντιστοιχεί πάντα στην οικονομική ισχύ ενός νοικοκυριού».


Στις οικογένειες που συντρέχουν δύο αρνητικοί παράγοντες ­ οι περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες μαζί με τη χαμηλή (κάτω του μετρίου) σχολική επίδοση των παιδιών ­ οι στρατηγικές των γονέων φαίνεται να στοχεύουν περισσότερο στο εφικτό. Προετοιμάζουν δηλαδή τα παιδιά για τις Γενικές Εξετάσεις αλλά στοχεύοντας σε ευκολότερες σχολές, καλλιεργώντας συγχρόνως το έδαφος για εναλλακτικές λύσεις (ΙΕΚ, ιδιωτικές επαγγελματικές σχολές στην ίδια την πόλη κ.ά.). Θα πρέπει πάντως να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι όλοι οι γονείς, κυρίως όσοι προέρχονται από φτωχό αγροτικό ή ταξικά υποβαθμισμένο περιβάλλον, επιδιώκουν πάση θυσία να μη ζήσουν τα παιδιά τους όπως έζησε η προηγούμενη γενιά.


Μόρφωση αντί προίκας


Οι πεποιθήσεις που σχετίζονταν με την εκπαίδευση της γυναίκας, σύμφωνα με την έρευνα, έχουν υποχωρήσει σε σημαντικό βαθμό, τόσο ώστε οι προοπτικές σπουδών τουλάχιστον για τις άριστες μαθήτριες να μη διαφοροποιούνται από τις αντίστοιχες των αγοριών. «Ακόμη και για τις μέτριες μαθήτριες, αν και ο γάμος υπεισέρχεται ως εναλλακτική λύση, κρίνεται επιθυμητό να φοιτήσουν σε κάποιες, έστω “ευκολότερες”, πανεπιστημιακές σχολές. Ουσιαστικά» είπε χαρακτηριστικά η ερευνήτρια του Κέντρου «η ανάγκη για μόρφωση φαίνεται να αντικαθιστά την πατροπαράδοτη προίκα». Η αντίστροφη πορεία


«Παρατηρήσαμε μια συνειδητή επιλογή πτυχιούχων νέων να επιστρέψουν και να εγκατασταθούν στη γενέτειρά τους» δήλωσε η κυρία Στυλιανούδη· και προσέθεσε ότι «κάθε άτομο, ανάλογα με το είδος των πόρων που διαθέτει, τονίζει και τις αντίστοιχες πλευρές». Αρκετά άτομα εκφέρουν ως πρώτο λόγο την ιδεολογική τους τοποθέτηση, δηλαδή μια προγραμματισμένη επιστροφή στον τόπο τους, άσχετη κατ’ αρχήν από οικονομικά κίνητρα. Αυτό αφορά πτυχιούχους (άνδρες και γυναίκες) που επέστρεψαν με την προοπτική να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στον εκσυγχρονισμό και στα κοινά της γενέτειρας. «Στην πλειονότητά τους» διευκρίνισε «πρόκειται για άτομα που ανήκουν στη “γενιά του Πολυτεχνείου” ή που γενικότερα δηλώνουν αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων. Αυτοί προτάσσουν το ενδιαφέρον τους για την πολιτική ή πολιτιστική ζωή της γενέτειράς τους και για την ανάπτυξή της (π.χ. δημοσιογράφοι, εκπαιδευτικοί)».


Συναφής θεωρείται για τους ερευνητές η κατηγορία των ατόμων που δήλωσαν ότι η απόφασή τους για εγκατάσταση στη γενέτειρα έχει να κάνει με την επιλογή της επαρχίας ως «εναλλακτικού» τρόπου ζωής. Θεωρούν ότι δεν «απειλούνται» από την ταυτότητα του «επαρχιώτη» και ότι η προσωπική τους υποδομή τούς καθιστά ικανούς να δρέψουν τα πολιτιστικά αγαθά της Θεσσαλονίκης. Τα άτομα αυτά, αν τύχει να διαθέτουν κάποια οικονομική ασφάλεια, φροντίζουν περισσότερο για την «ποιοτική» αξιοποίηση του χρόνου τους (προσωπικές συναναστροφές, διασκέδαση, διακοπές, χόμπι και κυρίως σπορ).


Επιπλέον όλα τα άτομα που παραμένουν στη γενέτειρα προβάλλουν παράλληλα και κάποιους άλλους λόγους, είτε ως κύριους είτε ως συμπληρωματικούς: * Η επαρχία προσφέρει καλύτερη ποιότητα ζωής (βοήθεια από τους γονείς στην ανατροφή των παιδιών, ανθρώπινο περιβάλλον για τα παιδιά, μεγαλύτερος κοινωνικός έλεγχος των εφήβων στην επαρχία, αλλά και μικρή απόσταση δουλειάς-σπιτιού και άρα εξοικονόμηση χρόνου κυρίως για τις εργαζόμενες μητέρες). * Η ύπαρξη του οικογενειακού ή και ευρύτερου συγγενικού δικτύου προσφέρει μια ασφάλεια στα άτομα που προτιμούν τη γενέτειρα. Η εγκατάσταση στον τόπο τους παραμένει ελκυστική από οικονομική άποψη, στον βαθμό που τα άτομα αυτά μπορούν να εκμεταλλευθούν την υπάρχουσα οικογενειακή υποδομή με διάφορους τρόπους. * Το οικονομικό στοιχείο υπάρχει αλλά αναγνωρίζεται εμμέσως, π.χ. σε συσχετισμό με τη δυνατότητα να αποκτήσουν μια υψηλών προδιαγραφών και άνετη ιδιωτική κατοικία.