«Επαιξα το πρώτο μέρος. Ούτε μία λέξη, ούτε μία παρατήρηση. Αν ήξερες μόνο πόσο απογοητευτικό είναι όταν κάποιος προσφέρει σε έναν φίλο του ένα “πιάτο” από το έργο του και εκείνος τρώει και παραμένει σιωπηλός… Οπλίστηκα με υπομονή και συνέχισα ως το τέλος. Πάλι σιωπή. Σηκώθηκα και ρώτησα: Λοιπόν;» έγραφε στη χορηγό του Φον Μεκ ο Τσαϊκόφσκι για την αντίδραση του Νικολάι Ρουμπινστάιν, διάσημου πιανίστα της εποχής και δασκάλου του συνθέτη, όταν άκουσε το Πρώτο κοντσέρτο για πιάνο. Εν τέλει ο Ρουμπινστάιν εκφράστηκε: «…στην αρχή ήρεμα, έπειτα όλο και περισσότερο σαν τον Δία, τον κύριο των κεραυνών…».


Οι αντιρρήσεις του Ρουμπινστάιν σχετίζονταν κυρίως με τη λεπτή, σε μερικά σημεία, γραφή του μέρους του πιάνου έναντι μιας καταιγιστικής ορχήστρας και τα «αιρετικά» στοιχεία της δομής, όπως την εισαγωγή που θεωρούσε εντελώς ξεκομμένη από το υπόλοιπο έργο, παρατηρήσεις που μοιράστηκαν μαζί του πολλοί πιανίστες από τότε ως τις ημέρες μας. Το γεγονός οδήγησε φυσικά τον Τσαϊκόφσκι να αναθεωρήσει την απόφασή του να του το αφιερώσει. Ετσι, το κοντσέρτο αφιερώθηκε στον μεγάλο γερμανό αρχιμουσικό Χανς φον Μπύλοφ, ο οποίος διηύθυνε και την παγκόσμια πρώτη του τον Οκτώβριο του 1875 στη Βοστώνη. Πάντως 15 χρόνια αργότερα ο Τσαϊκόφσκι αναθεώρησε κάποια σημεία με βάση τις παρατηρήσεις του Ρουμπινστάιν, ενώ εν τω μεταξύ εκείνος είχε περιλάβει το έργο στις συναυλίες του στις ευρωπαϊκές περιοδείες.


Εντονη κριτική ασκήθηκε και για το φολκλορικό στοιχείο του κοντσέρτου. Η χαρακτηριστική όμως ρωσική λαϊκή μελωδία που χρησιμοποιεί ο Τσαϊκόφσκι στο πρώτο μέρος και η ουκρανική στο τελευταίο μέρος του έργου αναπτύσσονται κατά τέτοιο τρόπο που δεν το περιορίζουν σε δείγμα έκφρασης μιας εθνικής σχολής. Αντίθετα πρόκειται για μια τόσο ιδιωματική γραφή που, όπως πολλά έργα του συνθέτη, δεν μπορεί παρά να εκφράζει ένα τελείως ιδιαίτερο τμήμα στις παρυφές της ρομαντικής μουσικής.


«Είμαι αρκετά ευχαριστημένος με το μικρότερο παιδί μου, είμαι ένας ευτυχής πατέρας… Η εισαγωγή περιέχει την ουσία του έργου: είναι η μοίρα…» έγραψε ο συνθέτης για την Τέταρτη συμφωνία του, που άρχισε να τη συνθέτει ένα χρόνο μετά την παρουσίαση του Πρώτου κοντσέρτου. Αναλύοντας τη συναισθηματική απόχρωση όλου του έργου, έφθασε και στο τελευταίο μέρος του, το γεμάτο πηγαία χαρά allegro con fuoco: «…Υπάρχουν πάντα τόσες απλές γήινες απολαύσεις. Η ζωή αξίζει να τη ζεις». Πράγματι, γλυκιά, μα ταυτόχρονα εκρηκτική όσο κανένα άλλο έργο του, η Τέταρτη συμφωνία είναι μια μουσική τοιχογραφία γεμάτη με τις συναισθηματικές εντάσεις και τις αντιθέσεις της ζωής. Και αυτό δεν έγινε φυσικά τυχαία αφού, όπως έγραφε ο συνθέτης, «σκοπός μου δεν ήταν να γράψω ένα συμφωνικό έργο γεμάτο από αρμονίες χωρίς νόημα, από ρυθμικά σχήματα που δεν σημαίνουν τίποτε. Ασφαλώς η συμφωνία μου είναι προγραμματική μουσική».


Η συναυλία της ΚΟΑ με το Πρώτο κοντσέρτο για πιάνο, με σολίστ τον Γιάννη Βακαρέλη και την Τέταρτη συμφωνία του Τσαϊκόφσκι, με διευθυντή τον Μαξίμ Σοστακόβιτς θα δοθεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, την Παρασκευή, στις 8.30 μ.μ.