Ο παλαίμαχος πολιτικός κ. Μπουλέντ Ετζεβίτ θα είναι τελικά ο πρωθυπουργός που θα οδηγήσει την Τουρκία στις εκλογές του επόμενου Απριλίου. Επειτα από σαράντα ημέρες άκαρπων παρασκηνιακών διαβουλεύσεων, η κυρία Τανσού Τσιλέρ ανέλαβε να τον προτείνει για πρωθυπουργό, έστω και αν τον είχε απορρίψει προ τριών μόλις εβδομάδων. Την υποστήριξή του θα δώσει και ο κ. Μεσούτ Γιλμάζ, με τον οποίο είχε ομαλή συνεργασία στην προηγούμενη κυβέρνηση. Το πολιτικό σχήμα που θα προκύψει εντός των επομένων ημερών θα είναι μια κυβέρνηση μειοψηφίας, καθώς το Κόμμα του Ορθού Δρόμου, της κυρίας Τσιλέρ, θα την υπερψηφίσει στη Βουλή, χωρίς όμως να αναλάβει υπουργεία. Η αντίληψη την οποία συμμερίζονται όλοι οι τούρκοι πολιτικοί αρχηγοί είναι πως η κυβέρνηση αυτή δεν πρόκειται να ασκήσει δική της πολιτική, αλλά θα εστιάσει την προσοχή της αποκλειστικά στην ομαλή προετοιμασία των εκλογών.
Η αλλαγή της στάσης της κυρίας Τσιλέρ προέκυψε κυρίως ως αντίδραση στους χειρισμούς του προέδρου κ. Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ο οποίος εδώ και καιρό έχει δημιουργήσει στους τούρκους πολιτικούς την πεποίθηση ότι προσπαθεί να αξιοποιήσει την πολιτική κρίση για να προκαλέσει συνταγματικές αλλαγές που θα ενίσχυαν τη θέση του. Ο πρόεδρος Ντεμιρέλ είχε μάλιστα καλλιεργήσει την εντύπωση πως οι πολιτικές επιλογές του, οι οποίες παρέτειναν την κυβερνητική κρίση, ήταν αποτέλεσμα των πιέσεων του στρατού, καθώς είναι γνωστό πως οι στρατηγοί δεν επιθυμούν τον σχηματισμό κυβέρνησης με τη συμμετοχή του ισλαμιστικού Κόμματος της Αρετής. Το Γενικό Επιτελείο των Ενόπλων Δυνάμεων εξέδωσε όμως την περασμένη Πέμπτη μια δήλωση η οποία με σκληρή φρασεολογία απηύθυνε προειδοποιήσεις εναντίον όλων εκείνων των μέσων μαζικής ενημέρωσης που διαδίδουν τέτοιες φήμες. Προφανώς, ο κύριος αποδέκτης των προειδοποιήσεων ήταν ο κ. Ντεμιρέλ.
Τα εμπόδια όμως δεν έχουν λείψει από τον δρόμο του κ. Ετζεβίτ και τα οποία αφορούν την πολιτική απέναντι στους ισλαμιστές. Η κυρία Τσιλέρ ζήτησε από τον υποψήφιο πρωθυπουργό να επιδείξει, στο πλαίσιο της συμφωνίας τους, για απλή διεκπεραίωση των πολιτικών υποθέσεων, να ακυρώσει αμέσως την προηγούμενη κυβερνητική απόφαση για απομάκρυνση των ισλαμιστών εκπαιδευτικών από τις θέσεις τους. Το θέμα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η εκπαίδευση αποτέλεσε όλο το προηγούμενο διάστημα ένα από τα σημαντικότερα πεδία αντιπαράθεσης ανάμεσα στην κοσμική, κεμαλική, πολιτική ελίτ και στο ισλαμιστικό κίνημα.
Ο κ. Ετζεβίτ καλείται όμως να λάβει μια απόφαση η οποία δεν μπορεί παρά να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια των στρατιωτικών σε μια στιγμή μάλιστα που επιδεικνύουν αυξημένη ευαισθησία απέναντι στις πολιτικές εξελίξεις. Το Γενικό Επιτελείο, με επανειλημμένες δηλώσεις του το τελευταίο διάστημα, έχει υπογραμμίσει τη θέση ότι απαιτείται ο σχηματισμός κυβέρνησης το ταχύτερο δυνατόν ώστε να εξασφαλιστεί η εσωτερική σταθερότητα. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι την περασμένη Πέμπτη παρατάθηκε κατά μία ημέρα η σύνοδος του Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων, που συνεδρίαζε στο Εσκί Σεχίρ, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα, την επαύριον της έκτακτης και επείγουσας συνάντησης του προέδρου Ντεμιρέλ με τον στρατηγό Χουσεΐν Κεβρίκογλου.
Η κυβέρνηση του κ. Ετζεβίτ, η οποία θα διεκπεραιώνει μόνο τρέχουσες υποθέσεις, ελάχιστα μπορεί να ασχοληθεί με τα μεγάλα θέματα εξωτερικής πολιτικής, ιδιαίτερα να προχωρήσει σε κάποιες χειρονομίες καλής θέλησης για το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά θέματα. Ουσιαστικά, ως τον Απρίλιο, οι μοναδικοί αξιόπιστοι συνομιλητές από την άλλη πλευρά του Αιγαίου θα είναι το Γενικό Επιτελείο και το υπουργείο Εξωτερικών. Το ερώτημα είναι αν η Αθήνα θα αφήσει να χαθούν 100 πολύτιμες ημέρες ή αν θα ανανεώσει τον διάλογο σε ένα υπηρεσιακό επίπεδο στο διπλωματικό και στρατιωτικό πεδίο.



