Δεν θα ξεχάσει ποτέ την παράσταση του ιψενικού «Τζον Γαβριήλ Μπόργκμαν» σε σκηνοθεσία Ινγκμαρ Μπέργκμαν που είδε στην Αθήνα. Ο Γιώργος Μιχαηλίδης θυμάται ότι τότε υποκλίθηκε στον μεγάλο αυτόν θεατράνθρωπο λέγοντάς του: «Ευχαριστώ, συνάδελφε, μου έμαθες πολλά». Εφέτος που ο σουηδός σκηνοθέτης και συγγραφέας γιορτάζει τα ογδοντάχρονά του, ο Μιχαηλίδης τον τιμά με μια παράσταση στο Ανοιχτό Θέατρο που περιλαμβάνει δύο έργα του: το «Μετά την πρόβα», που γράφτηκε πριν από 15 περίπου χρόνια, παίχθηκε από ένα ρωσικό θίασο και γυρίστηκε ταινία από τον ίδιο τον Μπέργκμαν, και το μονόπρακτο «Τελευταία κραυγή», που παρουσιάζεται σε παγκόσμια πρώτη. Στο «Μετά την πρόβα» πρωταγωνιστεί ένας σκηνοθέτης· αυτόν τον ρόλο επέλεξε και ο Γιώργος Μιχαηλίδης για να ανεβεί στη σκηνή και να σκηνοθετήσει τον εαυτό του.


­ Είναι γνωστό ότι ο Μπέργκμαν δεν δίνει τα δικαιώματα για τα έργα του. Εσείς πώς τα καταφέρατε;


«Με έναν πολύ απλό τρόπο. Ο μεταφραστής μας, ο Ζαννής Ψάλτης, ήξερε τη βοηθό του Μπέργκμαν, στην οποία και στείλαμε ένα δεκαεξασέλιδο που έχουμε τυπώσει με τη δουλειά μας στο Ανοιχτό Θέατρο και το πρόγραμμα της “Ορέστειας”. Εκείνη εντυπωσιάστηκε από τις φωτογραφίες και το σύνολο ­ τα κείμενα είναι στα ελληνικά ­, τα έδειξε στον Μπέργκμαν και μετά από λίγες μέρες επικοινώνησε μαζί μας και μας είπε: “Ο Μεγάλος εντυπωσιάστηκε και δίνει την άδεια”. Τώρα επιθυμία μου είναι να πάρω τα δικαιώματα για το τελευταίο έργο του, το “Σειέται και κορδώνεται”, που έχει γίνει ταινία και θα παιχθεί στις Κάννες. Θέλω να το ανεβάσω το 2000».


­ Κύριε Μιχαηλίδη, τι ήταν αυτό που σας έκανε να ανεβείτε στη σκηνή;


«Ενας ρόλος τον οποίο μπορούσα να τον προσεγγίσω με γνώριμους κώδικες, με προσωπικές εμπειρίες, ένας ρόλος που θεωρητικά μου είναι βατός».


­ Μήπως ψάχνατε ένα ρόλο άλλοθι για να παίξετε;


«Οχι. Ποτέ δεν με ενδιέφερε να ανεβώ στη σκηνή. Παρ’ όλο που έχω σπουδάσει ηθοποιός και κατά καιρούς έχω παίξει, ποτέ δεν με ενδιέφερε».


­ Πότε παίξατε για τελευταία φορά;


«Πριν από πέντε χρόνια, το 1993, εμφανίστηκα στην “Ορέστεια”, ενώ γύρω στο ’85 αντικατέστησα στο Εθνικό Θέατρο τον Γιώργο Μοσχίδη (που είχε αρρωστήσει) στη “Μαρία Στιούαρτ”, έργο που είχα σκηνοθετήσει. Εγινε όμως κατ’ ανάγκη, και ύστερα από μεγάλη πίεση. Με έπεισαν δε οι ταμίες του θεάτρου με το επιχείρημα ότι δεν πρέπει να διακοπεί η παράσταση αφού ερχόταν κόσμος».


­ Πόσο διαφορετικά είναι μετά την πρόβα, τώρα που παίζετε και δεν είσθε μόνο σκηνοθέτης;


«Καμιά σχέση δεν έχει το ένα με το άλλο. Μπορεί ο ρόλος να μου είναι βατός και αναγνωρίσιμος, αλλά είναι ένας ρόλος δομημένος με συγκεκριμένα βήματα, σε συγκεκριμένους χρόνους και καταστάσεις· και όλα αυτά πρέπει να μπουν σε μια τάξη. Δεν είναι η “χύμα” διδασκαλία που κάνω στο θέατρο. Εδώ πρόκειται για ένα ρόλο και μάλιστα με χαρακτήρα και άποψη. Κι εδώ είναι η δυσκολία. Δεν αρκεί να μιμηθείς τον εαυτό σου».


­ Μήπως σε αυτό εδώ το σημείο είναι και η παγίδα του ρόλου για σας;


«Γι’ αυτό και δεν προσπάθησα να μιμηθώ εμένα, αλλά με άφησα να λειτουργήσω».


­ Πώς υλοποιείται αυτό; Πώς γίνεται πράξη επί σκηνής;


«Υπάρχει στο έργο μια ιδιομορφία. Δεν είναι θεατρικό έργο· δεν είναι δράμα (κωμωδία ή τραγωδία), δεν διαθέτει συγκεκριμένη υπόθεση. Το “Μετά την πρόβα” είναι γραμμένο από ανθρώπους του θεάτρου, μετά την πρόβα, όπου συναντιούνται επάνω στη σκηνή και μιλούν. Υπάρχουν δύο στιγμές του έργου όπου οι δύο ηθοποιοί που παίζουν, εκτός από εμένα, απαγγέλλουν κομμάτια από το “Ονειρόδραμα” του Στρίντμπεργκ και από τις “Βάκχες” του Ευριπίδη. Κι εκεί φαίνεται ακαριαία η διαφορά για το πώς μιλούν οι ηθοποιοί μετά την πρόβα και πώς παίζουν πάνω στη σκηνή. Η διαφορά είναι κραυγαλέα».


­ Είναι κάτι που το απαιτεί ο ίδιος ο Μπέργκμαν;


«Καθώς έχω δει την ταινία του πολλές φορές, πράγματι και ο ίδιος δίνει αυτή τη διάσταση. Και για να φανεί η διαφορά και γιατί έτσι συμβαίνει· αλλιώς παίζεις στη σκηνή ένα ρόλο και αλλιώς μιλάς εκτός ρόλου. Μόνο που στο συγκεκριμένο έργο και όταν μιλάς εκτός ρόλου πάλι είναι ρόλος· καθημερινός αλλά ταυτόχρονα και θεατρικός».


­ Πόσο αφορά εσάς, τον σκηνοθέτη, τον άνθρωπο του θεάτρου το έργο του Μπέργκμαν;


«Αν τόλμησα να παίξω αυτόν τον ρόλο είναι επειδή με εκφράζει απόλυτα. Δηλαδή οι απόψεις του Φόγκλερ (όνομα του ήρωα) – Μπέργκμαν είναι πράγματα που υποστηρίζω και για τα οποία πάλεψα και παλεύω μια ζωή. Είναι πράγματα που αγαπώ και σέβομαι. Ο Μπέργκμαν τα κωδικοποίησε. Αυτό είναι το θεατρικό μέρος του κομματιού. Και δεν θέλησα να μεταμφιεσθώ ή να αφήσω γένια. Αναλαμβάνω τα συν και τα πλην του ρόλου. Αυτό το θεατρικό παιχνίδι μεταφέρεται όμως και στη ζωή κι έτσι γίνεται ατόφιο δραματικό κομμάτι, με ένα λόγο πνευματικό, ουσιαστικό και καίριο· ένα λόγο που χαίρεσαι να τον μιλάς. Ουσιαστικά όταν παίζω τον Φόγκλερ είναι σαν να παίζω τις απόψεις μου· όχι τον εαυτό μου».


­ Τι είναι τελικά για σας ο σκηνοθέτης;


«Ενας δευτερογενής δημιουργός. Προς Θεού, τίποτε άλλο. Ερχεται για να ελέγξει, να καταγράψει, να παρακολουθήσει, να κατευθύνει. Δεν καταλαβαίνω γιατί μπορεί να βιάζει το έργο του συγγραφέα, γιατί μπορεί να πάρει τον Αισχύλο, για παράδειγμα, και να κάνει ό,τι θέλει. Ας γράψει πρώτα ο ίδιος. Για μένα πρώτος δημιουργός είναι ο λόγος, ο ηθοποιός και το κοινό. Ο σκηνοθέτης έπεται. Δεν είναι απαραίτητος. Μια παράσταση μπορεί να υπάρξει και χωρίς αυτόν».


­ Πώς προσεγγίσατε τον ρόλο;


«Ο τρόπος που προσεγγίζω τον ρόλο είναι ο δικός μου τρόπος που σκηνοθετώ. Δεν ακολούθησα καθόλου τη γραμμή του Μπέργκμαν. Κατέληξα σε κάτι που δεν το έχει κάνει ούτε εκείνος. Χρησιμοποιώ για σκηνή και τη σκηνή του Ανοιχτού Θεάτρου και την πλατεία. Μετά την πρόβα δεν είναι; Δεν μπορεί να υπάρχουν στην πλατεία θεατές, έτσι δεν είναι; Η πλατεία πρέπει να είναι άδεια».


­ Και πού κάθονται οι θεατές;


«Σε ένα μεγάλο μέρος της σκηνής. Χώρισα τη σκηνή στα δύο. Φτιάξαμε στη μισή σκηνή αμφιθεατρικά καθίσματα όπου και θα κάθονται οι θεατές. Κι έτσι για πρώτη φορά οι θεατές θα βλέπουν την άδεια πλατεία. Εμείς, οι ηθοποιοί, παίζουμε και πάνω στη σκηνή αλλά κατεβαίνουμε και στην πλατεία. Μην ξεχνάτε, είμαστε μετά την πρόβα».


­ Θα παίζετε δηλαδή, για πρώτη φορά, σε άδεια πλατεία;


«Σε εντελώς άδεια πλατεία. Ούτε ένας θεατής. Στο μονόπρακτο που συμπληρώνει την παράσταση και παίζει ο Μηνάς Χατζησάββας οι θεατές φεύγουν από τη σκηνή και κάθονται στην πλατεία. Μεσολαβεί διάλειμμα γι’ αυτή τη μετακίνηση».


­ Με ποια θέματα καταπιάνεται το «Μετά την πρόβα»;


«Κατ’ αρχήν να τονίσω ότι για μένα αυτό το έργο είναι σαν προσκύνημα. Γιατί δίνει ακριβώς το στίγμα του τι σημαίνει θέατρο. Είναι συμπύκνωση των κωδίκων μας και του τρόπου δουλειάς· του τι σημαίνει θέατρο. Η μαγεία, η διαμάχη ανάμεσα στον σκηνοθέτη και στον ηθοποιό, τι σημαίνει σκηνοθέτης. Γκρεμίζονται πολλές ψευδαισθήσεις που έχει ο θεατής για το θέατρο. Ισως οι θεατές να πιστεύουν ότι η πρόβα είναι μια μέθη, ένα κόχλασμα συναισθηματισμού και ευαισθησίας. Λάθος».


­ Τι είναι τελικά η πρόβα;


«Οπως λέει ο Φόγκλερ, “η δουλειά μου είναι μια εγχείρηση σε χειρουργείο”».


­ Για σας υπήρξαν ανατροπές μέσα από το έργο του Μπέργκμαν για το τι σημαίνει σκηνοθέτης;


«Καμία. Το μόνο σημείο που διαφωνώ έχει να κάνει με την ίδια την προσωπικότητα του ήρωα, ο οποίος και αρνείται, σε κάποια στιγμή, την ίδια τη ζωή. Κάτι που δεν με βρίσκει σύμφωνο. Και ούτε ο Μπέργκμαν είναι έτσι. Ο Φόγκλερ για να μη ζήσει το παρόν το κάνει θέατρο. Και αναφέρομαι στη σχέση του με τη νέα ηθοποιό. Αντί να τη ζήσει, την περιγράφει. Την αρνείται στη ζωή και την κάνει θέατρο. Με αυτή τη “λεπτομέρεια” κάνει μια δραματική υπέρβαση και κατορθώνει να δημιουργήσει ένα δραματουργικά άξιο έργο».


­ Τι μάθατε εσείς ο ίδιος ως σκηνοθέτης μέσα από τον ρόλο αυτόν;


«Πολλά. Κι ένα πολύ βασικό: έγινα πιο μακρόθυμος απέναντι στους ηθοποιούς. Και σε αυτή την ηλικία κατάλαβα ότι κάθε σκηνοθέτης πρέπει, ακόμη και αν δεν ανεβεί ποτέ στη σκηνή, να παίξει ένα μεγάλο ρόλο· και ας μην τον παρουσιάσει στο τέλος. Γιατί μόνο τότε καταλαβαίνει όλες τις ανασφάλειες, τους κινδύνους, το θάρρος, τις γενναιοψυχίες και μικροψυχίες του ηθοποιού. Τότε παίρνει το ρίσκο το μεγάλο να εκτεθεί πάνω στη σκηνή. Μπαίνει στη διαδικασία των μηχανισμών της επανάληψης και της εκμάθησης του κειμένου. Και αυτό είναι ένα τρομερό σημείο. Το πώς θα μάθεις το κείμενο. Αυτή η εμπειρία με άλλαξε».


­ Αρα ο σκηνοθέτης είναι “ημιτελής” αν δεν παίξει;


«Θα του λείπει ένα σημείο επαφής πολύ στενότερο με τους ηθοποιούς. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες μας δεν έχουν παίξει ποτέ. Κι εγώ έπαιξα αυτόν τον ρόλο κυρίως από ανάγκη, γιατί κανένας ηθοποιός δεν μπορούσε να καταλάβει αυτή τη μικρή διαδικασία, τη μικρή αλλαγή που πρέπει να κάνει ο υποκριτής για να μην είναι υποκριτής υποκρινόμενος. Μιμούμαι ένα επάγγελμα. Αν δεν ήταν αυτός ο ρόλος δεν θα έπαιζα. Ελπίζω μετά από αυτή την εμπειρία να μην την “ψωνίσω”. Γιατί είναι μαγικό το επάγγελμα του ηθοποιού, αλλά και πολύ κουραστικό. Οταν ο Φόγκλερ λέει “αγαπώ τους ηθοποιούς”, δεν χρειάζεται να το παίξω. Το εννοώ».


­ Τι κέρδισαν οι ηθοποιοί μέσα από αυτή τη διαδικασία;


«Ο αμεσότερος τρόπος που παίζω εγώ, ο μη ηθοποιίστικος, τους βοηθά στο να είναι και εκείνοι πιο άμεσοι».


­ Ποιος κουράζεται τελικά περισσότερο; Ο σκηνοθέτης ή ο ηθοποιός;


«Είναι άλλου είδους κούραση. Αλλου είδους αγωνία και ευθύνη. Με τη διαφορά ότι ο ηθοποιός συνεχίζει και μετά την “εξαφάνιση” του σκηνοθέτη, μόλις αρχίσουν οι παραστάσεις. Εκεί όμως είναι ταυτόχρονα η χαρά και η κούραση του ηθοποιού· στην επαφή του με το κοινό. Αυτό είναι το μέγα γεγονός. Ενώ ο σκηνοθέτης είναι αφανής».


­ Ποιο είναι το θέμα το μονόπρακτου «Τελευταία κραυγή»;


«Η δραματική επίκληση ενός σκηνοθέτη προτού σωπάσει: Ο θάνατος του καλλιτέχνη και όχι του ανθρώπου, εξαιτίας του παραγωγού. Πρόκειται για ένα σπαρακτικό μονόπρακτο. Βασίζεται στην πραγματική ιστορία ενός καλλιτέχνη του βωβού κινηματογράφου».