Μετά τα μπλόκα των αγροτών στις εθνικές οδούς έκλεισε από προχθές και το υπουργείο Εξωτερικών. Η τελευταία αυτή εξέλιξη μπορεί να μην έγινε αντιληπτή, όπως η πρώτη, από την ευρύτερη κοινή γνώμη, θα έχει όμως συνέπειες πολύ σοβαρότερες. Σε μια περίοδο όπου τα εθνικά θέματα (και αυτό είναι το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς) διέρχονται μια εξαιρετικά κρίσιμη φάση η Ελλάδα στερείται της διπλωματικής της υπηρεσίας.
Μετά τα 4 τρισ. τα οποία διετέθησαν για τους υπέρογκους αμυντικούς εξοπλισμούς και ενώ από πολλές πλευρές είχε τεθεί το θέμα μιας παράλληλης ενίσχυσης της διπλωματικής υπηρεσίας, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Η λογική της αύξησης με κάθε τρόπο των εσόδων ενός σπάταλου κράτους οδήγησε την κυβέρνηση στη φορολόγηση κατά 15% του επιδόματος αλλοδαπής στους διπλωματικούς υπαλλήλους. Και τούτο ενώ είναι γνωστό ότι τα χρήματα αυτά δεν είναι μισθός ώστε να φορολογηθεί, αλλά διατίθενται για την καλύτερη εκπροσώπηση της Ελλάδος στο εξωτερικό.
Ετσι, μετά την ανακοίνωση των αυξήσεων των μισθών των αξιωματικών, αντί να ανακοινωθεί και μια παράλληλη αύξηση των μισθών των διπλωματικών υπάλληλων, εφόσον και οι δύο τον ίδιο στόχο εξυπηρετούν, αποφασίζεται η ουσιαστική μείωση των αποδοχών τους. Η ενέργεια αυτή γίνεται, όπως καταγγέλλουν όλοι οι Σύλλογοι του υπουργείου Εξωτερικών, όταν οι έλληνες υπάλληλοι που υπηρετούν στο εξωτερικό είναι οι χειρότερα πληρωμένοι από όλους τους ευρωπαίους συναδέλφους τους.
Οι περικοπές που ανακοινώθηκαν επιβάλλονται σε ποσά καθηλωμένα από το 1988 και το ερώτημα είναι πώς υπό τις συνθήκες αυτές μπορεί να αναβαθμισθεί η διπλωματική υπηρεσία. Μια αναβάθμιση η οποία εμφανίζεται περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ καθώς παραμένουν ανοιχτά όλα τα εθνικά θέματα, με εξαιρετικά δυσχερή προοπτική για την επίλυσή τους. Πώς θα προσελκυσθούν στον διπλωματικό κλάδο νέα ικανά άτομα με τους μισθούς πείνας που προσφέρονται;
Στην Ελλάδα εδώ και χρόνια επικρατεί μια περίεργη αντίληψη ως προς τη χρησιμότητα του υπουργείου Εξωτερικών και των προσώπων που υπηρετούν σε αυτό. Αντίληψη που δεν επικρατεί σε καμία άλλη χώρα, όπου διατίθενται όλα τα μέσα για προβολή και ενημέρωση στο εξωτερικό. Αρκεί να αναφερθεί ότι ο προϋπολογισμός του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών είναι υπερπενταπλάσιος συγκριτικά με τον ελληνικό. Εδώ θεωρούμε ότι στο υπουργείο Εξωτερικών πηγαίνουν τα παιδιά των καλών υποτίθεται οικογενειών, τα οποία διαθέτουν προσωπική περιουσία και δεν είναι ανάγκη να τα πληρώνουμε. Αν αυτό ίσως συνέβαινε προπολεμικά έχει σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια, καθώς στις εισαγωγικές εξετάσεις του υπουργείου προσέρχονται νέοι όλων των κοινωνικών τάξεων και αυτό δεν είναι δύσκολο να αποδειχθεί.
Το θέμα δεν αφορά φυσικά το 15% της φορολόγησης αλλά τη γενικότερη αναβάθμιση της διπλωματικής υπηρεσίας. Είναι αδιανόητο να μην μπορούν να εξευρεθούν πόροι για την αναβάθμιση αυτή, όταν στο υπερτροφικό κράτος μέσα στο οποίο ζούμε ο Οργανισμός, π.χ., για την Αποκατάσταση των Επιχειρήσεων (δηλαδή των περιώνυμων προβληματικών) κοστίζει στο Δημόσιο τον χρόνο πάνω από 100 δισ. δρχ. Ενθαρρυντικό είναι ότι ο υπουργός Εξωτερικών κ. Θ. Πάγκαλος έχει πλήρως κατανοήσει ότι δεν είναι δυνατή η άσκηση εξωτερικής πολιτικής με ανεπαρκείς πόρους, απέτυχε όμως να πείσει τους συναδέλφους του των Οικονομικών υπουργείων να δουν το θέμα υπ’ αυτή την οπτική γωνία.
Ετσι τώρα που οι διπλωμάτες χρειάζονται περισσότερο παρά ποτέ, εν όψει όλων των προβλημάτων που έχουν σωρευτεί και αναζητούν λύση, το υπουργείο Εξωτερικών παραμένει κλειστό. Εκτός αν η κυβέρνηση πιστεύει ότι μπορεί να ασκήσει εξωτερική πολιτική χωρίς υπουργείο Εξωτερικών και ότι αρκεί να υπάρχει το υπουργείο Αμυνας και να ακολουθείται η αδιάλλακτη γραμμή, ώστε να ικανοποιείται η εσωτερική κοινή γνώμη (και τα εθνικώς υπερήφανα στελέχη του ΠαΣοΚ), να μην επιλύονται όμως τα προβλήματα.
Διότι αυτό απέδειξε δυστυχώς όλο το αλαλούμ περί το μορατόριουμ για τις στρατιωτικές πτήσεις. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι ουσιαστικά υπάρχουν δύο γραμμές πλεύσης στην κυβέρνηση ως προς την αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας: η σκληρή γραμμή που οδήγησε στα γνωστά αδιέξοδα του παρελθόντος και μια διαλλακτικότερη που επιχειρεί μια άλλη προσέγγιση. Ο Πρωθυπουργός εμφανίζεται διστακτικός ως προς ποια γραμμή θα ακολουθήσει τελικά, αν και ο ίδιος προσωπικά πιστεύει στην ανάγκη μιας νέας πολιτικής. Πρέπει να πάψει όμως να διστάζει, διότι η διαφορετική προσέγγιση μπορεί να συνεπάγεται κάποιο πολιτικό κόστος, αλλά είναι ο μόνος δρόμος για να υπάρξει επιτέλους κάποια νέα προοπτική.



