Διάσταση απόψεων και πολιτικών κατευθύνσεων εμφανίζεται ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στις Ηνωμένες Πολιτείες για το Κοσσυφοπέδιο. Οι Ευρωπαίοι κατανοούν την ανάγκη ουσιαστικής συνεργασίας με την Ουάσιγκτον αλλά παρακολουθούν με έκπληξη τις συνεχείς αμερικανικές «προβλέψεις» για επικείμενη ένοπλη σύγκρουση Γιουγκοσλάβων και Αλβανών.


Στη σύνοδο της Πολιτικής Επιτροπής της ΕΕ την περασμένη εβδομάδα στο Λονδίνο η βρετανική προεδρία εισηγήθηκε μια πολιτική που συνίσταται: α) στην καταδίκη των τρομοκρατικών ενεργειών, β) στην αποθάρρυνση των αποσχιστικών ενεργειών, γ) στην ενθάρρυνση των μετριοπαθών στοιχείων, δ) στη δημιουργία των προϋποθέσεων για την εξασφάλιση της συνεργασίας όλων των εμπλεκομένων μερών προς διευθέτηση του προβλήματος. Επίσης σημειώθηκε ότι θα πρέπει να αναπτυχθεί ένα δίκτυο διπλωματικών αποστολών το οποίο θα περιλαμβάνει την ανταλλαγή πρέσβεων ανάμεσα στην ΕΕ και στην ΟΔ Γιουγκοσλαβίας καθώς και την ίδρυση Γραφείου στην Πρίστινα. Η εισήγηση αυτή του βρετανού πολιτικού διευθυντή κ. Γκρίνστοουκ έγινε αποδεκτή από όλες τις χώρες – μέλη και ταυτόχρονα υιοθετήθηκε η άποψη ότι τόσο το Βελιγράδι όσο και η σημερινή ηγεσία της αλβανικής κοινότητας στο Κοσσυφοπέδιο εφαρμόζουν μια τακτική που δεν οδηγεί (προς το παρόν τουλάχιστον) σε ανοικτή ένοπλη σύγκρουση.


Η ελληνική παρέμβαση από τον πολιτικό διευθυντή του υπουργείου Εξωτερικών, πρέσβη κ. Γούναρη, η οποία στηρίχθηκε στην εμπειρία των πρόσφατων διαβουλεύσεων με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη στο Κοσσυφοπέδιο, εστιάστηκε στην ανάγκη ενθάρρυνσης των τοπικών παικτών να επιτύχουν μια συνδιαλλαγή και να αποφευχθεί η έξωθεν επιβολή. Παράλληλα, επισημάνθηκε η ανάγκη ισορροπίας ανάμεσα στην απόρριψη των αποσχιστικών ενεργειών και στην επιδοκιμασία των ρυθμίσεων προς την κατεύθυνση της πολιτιστικής αυτονομίας.