Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ομιλει προς «Το Βήμα» για την πορεία
προς τη σύγκλιση, τις «δύο ταχύτητες», την αρχή της ευελιξίας και την κοινωνική συνοχή
Η ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ Διάσκεψη θα πρέπει να ενισχύσει την Ενωση και όχι να τη διαλύσει, δηλώνει σε αποκλειστική συνέντευξη προς «Το Βήμα» ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ζ. Σαντέρ, ο οποίος αναφερόμενος στην ΕΕ των δύο ή περισσοτέρων ταχυτήτων τονίζει ότι «μια προνομιούχος τάξη θα οδηγούσε στο τέλος της ΕΕ». Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι πεπεισμένος για τη χρήση του εύρου από το 1999 και τονίζει ότι η ευελιξία δεν πρέπει να οδηγήσει κανένα κράτος – μέλος στην περιθωριοποίηση.
Εξάλλου, στο στάδιο της προετοιμασίας βρίσκεται, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, η δεύτερη επίσκεψη στην Ελλάδα του προέδρου της Επιτροπής από την ανάληψη των καθηκόντων του. Η επίσκεψη του κ. Σαντέρ θα πραγματοποιηθεί σε κάθε περίπτωση το πρώτο εξάμηνο του έτους.
Η Διακυβερνητική Διάσκεψη εισέρχεται σε ένα κρίσιμο στάδιο. Βλέπετε τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αυξάνονται και να ενισχύονται μετά από ορισμένα χρόνια; Και αν ναι, ποιοι λόγοι υπαγορεύουν την ανάγκη να ενισχυθούν οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής;
«Η επιτυχία της Διακυβερνητικής είναι αποφασιστικής σημασίας για το μέλλον της Ευρώπης, ειδικότερα στο πλαίσιο της διευρύνσεως. Λόγω των στόχων και των διαφοροποιήσεων που τη χαρακτηρίζουν, η διεύρυνση αυτή θα αποκλίνει από τις προηγηθείσες διευρύνσεις. Μια διευρυμένη Ευρώπη με την ετερογένειά της διατρέχει τον κίνδυνο να διαλύσει την Ενωση. Συνεπώς, η Διακυβερνητική πρέπει να ενισχύσει την Ενωση κατά τρόπο ώστε να προετοιμάσει τη διεύρυνση και να υιοθετήσει ένα θεσμικό σύστημα που να είναι σε θέση να λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο μιας διευρυμένης Ευρώπης. Ο καλύτερος τρόπος για τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας και ασφαλείας θα ήταν να μεταβιβαστούν τα ζητήματα δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων στο κοινοτικό πλαίσιο, εξαιρώντας τα ζητήματα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικά θέματα καθώς και της αστυνομικής συνεργασίας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα έπρεπε επίσης να εμπλέκεται ισχυρότερα, ειδικότερα στον τομέα που αφορά τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα έπρεπε να έχει την αρμοδιότητα πρωτοβουλίας σε αυτόν τον τομέα. Επίσης η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να διαδραματίσει ένα ρόλο στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας προκειμένου να διασφαλισθούν η συνέπεια και η συνέχεια αυτής της πολιτικής. Η προεδρία του Συμβουλίου Υπουργών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να κατοχυρώνουν την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των δύο θεσμικών οργάνων, τα οποία είναι υπεύθυνα για πολλές πτυχές της εξωτερικής πολιτικής. Η κοινή εμπορική πολιτική θα πρέπει επίσης να καταστεί σαφέστερη κατά τρόπο ώστε να ενισχυθεί η διαπραγματευτική θέση της Ενωσης. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι οι αιτίες για την αναθεώρηση αυτή δεν είναι “ιδεολογικές”, αλλά πρακτικές».
Η Ευρωπαϊκή Ενωση προσεγγίζει ένα νέο και αποφασιστικής σημασίας στάδιο εν όψει μιας νέας συνθήκης, της νέας διερύνσεως και της ΟΝΕ. Αυξάνονται διαρκώς οι ενδείξεις για την εξέλιξη μιας Ευρώπης των δύο ή περισσοτέρων ταχυτήτων. Δεν πιστεύετε ότι η πραγματικότητα θα παρεμποδίσει τα κράτη – μέλη τα οποία δεν θα συμμετάσχουν στην έναρξη του τελευταίου σταδίου της ΟΝΕ να καταστούν μέλη της αποκαλούμενης «λέσχης των προνομιούχων»; Και ποιες θα είναι οι συνέπειες για το σύνολο της Ευρώπης;
«Ενα ουσιαστικό χαρακτηριστικό της Ενωσης είναι η κοινή συμμετοχή στους στόχους της. Σε κάποιες περιπτώσεις απαιτείται να παρέχουμε περισσότερο χρόνο σε ορισμένα κράτη – μέλη από ό,τι σε άλλα, αλλά εντέλει όλοι συμμετέχουν. Δεν υπάρχει κάτι που να αναλογεί σε “προνομιούχο τάξη”· αυτό θα αποτελούσε το τέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η ΟΝΕ αποτελεί σαφές παράδειγμα επειδή η συμμετοχή στο ενιαίο νόμισμα, στο εύρο, είναι ανοιχτή για όλα τα κράτη – μέλη και επί τη βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Στα κράτη – μέλη που δεν έχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν το 1999 στην ΟΝΕ παρέχεται μια σαφής διαδικασία που τους επιτρέπει να συμμετάσχουν αργότερα και υπό τους ίδιους όρους με τα άλλα κράτη – μέλη, χωρίς καμία μορφή διακρίσεως».
Κύριε πρόεδρε, στο πλαίσιο της Διακυβερνητικής συζητείται η ιδέα της ευελιξίας ή της ενισχυμένης συνεργασίας. Δεν πιστεύετε ότι η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει στην περιθωριοποίηση ορισμένων κρατών – μελών, ειδικότερα μάλιστα εφόσον δεν έχει θεσμοθετηθεί επισήμως; Παράδειγμά της είδαμε στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, όταν ανελήφθη η «πρωτοβουλία των πέντε» στην τέως Γιουγκοσλαβία και στην Τουρκία.
«Κοιτάξτε, καθώς η Ενωση διευρύνεται, δεν αυξάνεται μόνον ο αριθμός των κρατών – μελών της, αλλά και ο βαθμός διαφοροποιήσεώς τους. Δεν θα είναι όλα τα κράτη – μέλη αμέσως ικανά ή πρόθυμα να προσχωρήσουν με τον ίδιο ρυθμό σε όλους τους τομείς. Μια ορισμένη μορφή ενισχυμένης συνεργασίας εφαρμόζεται ήδη σήμερα στην Ευρώπη. Πρωταρχικό παράδειγμα αποτελεί η ΟΝΕ. Υπάρχουν ακόμη κι άλλα, λιγότερο υποδειγματικά, όπως το κοινωνικό κεφάλαιο. Η ευελιξία δεν θα πρέπει ποτέ να οδηγήσει στην περιθωριοποίηση. Σε ορισμένα κράτη – μέλη θα πρέπει να επιτρέπεται να προχωρήσουν στη διαδικασία ολοκλήρωσης, επιτρέποντας όμως σε άλλα να συμμετάσχουν αργότερα. Ο τελικός στόχος πρέπει πάντοτε να είναι κοινός για όλους. Η ενισχυμένη αυτή συνεργασία θα πρέπει να πραγματοποιείται εντός του πλαισίου της Ενωσης και υπό όρους που θέτει η ίδια η συνθήκη. Η ρύθμιση αυτή θα παρέχει επαρκείς εγγυήσεις σε όλους. Είναι απαράδεκτη μια Ευρώπη a la carte, στην οποία κάθε κράτος μπορεί να επιλέγει και να διαλέγει ανεξαρτήτως του κοινού συμφέροντος. Αναφερόμενος στο τελευταίο σημείο που θίξατε, πιστεύω ότι η ευελιξία πρέπει να διαδραματίσει ένα σημαντικό ρόλο στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας, αποφεύγοντας όμως να αναλαμβάνονται πρωτοβουλίες εκτός των διατάξεων της συνθήκης».
Ακόμη ένα ερώτημα όσον αφορά τη διεύρυνση και τη μελλοντική εξέλιξη της Ενωσης. Το αποκαλούμενο «Πακέτο Ντελόρ ΙΙ» λήγει το 1999. Πρόκειται να εγκριθεί άλλο χρηματοδοτικό πακέτο μετά το 1999; Και αν ναι, θα περιλαμβάνει τα σημερινά κράτη – μέλη ή μόνον τα νέα; Και εν όψει της οικονομικής κατάστασης πολλών υποψηφίων χωρών θα υπάρξουν επιπτώσεις για τους σημερινούς αναλήπτες, ειδικότερα εκείνους του Ταμείου Συνοχής και των λοιπών Διαρθρωτικών Ταμείων;
«Σε εφαρμογή της εντολής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα υποβάλει πρόταση χρηματοδοτικού πακέτου για την περίοδο μετά το 1999 αμέσως μετά τη λήξη των εργασιών της Διακυβερνητικής. Το πακέτο αυτό θα προωθηθεί από κοινού με τη “γνώμη” της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά την “καταλληλότητα” των υποψηφίων χωρών για την προσχώρησή τους στην Ενωση. Στο χρηματοδοτικό αυτό πακέτο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αναφέρεται στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις των υφισταμένων κοινοτικών πολιτικών βάσει της προηγουμένης εμπειρίας καθώς και στους τρόπους κατά τους οποίους οι κοινοτικές πολιτικές θα πρέπει να εφαρμοσθούν στα πιθανά νέα κράτη – μέλη. Προς αυτήν την κατεύθυνση θα ήθελα να υπενθυμίσω τις τεράστιες αυξήσεις που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο των μέτρων συνοχής που εφήρμοσε η Ευρωπαϊκή Ενωση από το 1988 και εξής. Τα κονδύλια για τη διαρθρωτική δράση θα αυξηθούν το 1999 στο 35% του κοινοτικού προϋπολογισμού από το 20% του 1988. Με σημερινές τιμές, το 1999 οι διαρθρωτικές δράσεις θα ανέρχονται σε 35 δισ. ECU».
Προσφάτως εκδηλώθηκαν κάποιες διαφωνίες και επιφυλάξεις όσον αφορά τα κριτήρια σύγκλισης που προβλέπει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Επιπλέον, η δυνατότητα των κρατών – μελών να εκπληρώσουν τα κριτήρια αυτά τίθεται διαρκώς υπό αμφισβήτηση. Ποια είναι η γνώμη σας; Πιστεύετε ότι η σύγκλιση θα επιτευχθεί εντέλει;
«Είμαι πεπεισμένος ότι το εύρο θα εισαχθεί την 1η Ιανουαρίου του 1999. Τα κράτη – μέλη γνωρίζουν ότι οι αποφάσεις όσον αφορά τη συμμετοχή τους το 1999 θα ληφθούν κατά τις αρχές του 1998. Οι αποφάσεις αυτές θα στηρίζονται σε αποτελέσματα του οικονομικού έτους 1997 και στην εκτίμηση μιας υψηλού βαθμού σταθερής σύγκλισης. Συνεπώς, τα κράτη – μέλη ευθυγραμμίζουν τις πολιτικές τους και ειδικότερα τη δημοσιονομική τους πολιτική προς την ταχύτερη δυνατή εκπλήρωση των κριτηρίων σύγκλισης. Είμαι βέβαιος ότι ικανός αριθμός κρατών – μελών θα τα εκπληρώσει».
Κύριε πρόεδρε, η ανεργία έχει καταστεί το πλέον σημαντικό πρόβλημα που απασχολεί την Ευρωπαϊκή Ενωση και όλα τα κράτη – μέλη της. Εν τούτοις, ορισμένες κυβερνήσεις προβάλλουν κάποιες επιφυλάξεις όσον αφορά μια «κοινοτική» προσέγγιση του προβλήματος της ανεργίας, ενώ άλλες αντιτίθενται στην ενσωμάτωση του προβλήματος αυτού στη νέα συνθήκη. Τι έχετε να πείτε επ’ αυτού;
«Συμφωνώ με τη διαπίστωσή σας ότι η ανεργία έχει αποβεί το πλέον ανησυχητικό πρόβλημα για τους πολίτες μας. Ενώ θέματα που αφορούν την απασχόληση υπάγονται κυρίως στην ευθύνη των κρατών – μελών, αναγνωρίζεται από όλους η σημασία της αντιμετώπισής τους και σε ένα ευρωπαϊκό επίπεδο, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τις προσπάθειες των κρατών – μελών.
Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζεται στις τρέχουσες διευθετήσεις για τον συντονισμό και την ανάπτυξη σε ευρωπαϊκό επίπεδο κοινών στρατηγικών όσον αφορά την απασχόληση. Οι διευθετήσεις αυτές δρομολογήθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών σε μια λιγότερο επίσημη βάση (ως τμήμα της αποκαλούμενης “διαδικασίας Essen”) και με την ομόφωνη αποδοχή όλων των κρατών – μελών.
Προς το παρόν, η γενικότερη αίσθηση είναι ότι ο μηχανισμός συντονισμού που εγκαθίδρυσε η διαδικασία του Essen θα έπρεπε να ενσωματωθεί σε ενισχυμένη μορφή στη νέα συνθήκη, με σκοπό να επιτευχθεί περισσότερη αποτελεσματικότητα και διαφάνεια. Δεν πρόκειται για μια σύγκρουση αρμοδιοτήτων. Αντιθέτως, όλοι οφείλουμε να εκμεταλλευτούμε όλες τις δυνατότητες προκειμένου να καταπολεμήσουμε την ανεργία επιτυχώς». Καλή η ώς τώρα απορρόφηση των πόρων
Κύριε πρόεδρε, σύμφωνα με τα υφιστάμενα στοιχεία, η εφαρμογή του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης δεν είναι ικανοποιητική σε όλα τα κράτη – μέλη. Πιστεύετε ότι το γεγονός αυτό επηρεάζει αρνητικά την κοινωνική και οικονομική συνοχή καθώς και τη διαδικασία σύγκλισης, και σε ποιο βαθμό;
«Εχουμε διανύσει μόνο το ήμισυ της περιόδου προγραμματισμού και σύμφωνα με τις δικές μας πληροφορίες, σχετικά με την εφαρμογή του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και τα Μεμονωμένα Εγγραφα Προγραμματισμού, είναι από μια σφαιρική άποψη ικανοποιητική. Επί του παρόντος διενεργούμε μια μεσοπρόθεσμη εκτίμηση των εργαλείων αυτών, πράγμα που θα μας επιτρέψει, αν χρειαστεί, να βελτιώσουμε την απορρόφηση των κονδυλίων. Για τον λόγο αυτόν, είναι πολύ ενωρίς για να συναγάγουμε συμπεράσματα όσον αφορά τις επιπτώσεις επί ορισμένων δυσκολιών κατά την απορρόφηση των κονδυλίων. Σε κάθε περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι εθνικοί εταίροι αποβλέπουν στη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα κατά τη χρησιμοποίηση των πόρων που προωθούν την οικονομική και κοινωνική συνοχή». Λιγότεροι επίτροποι, ισχυρότερη Επιτροπή
Κύριε πρόεδρε, αν σας ρωτούσαν ποιος θα πρέπει να είναι ο αριθμός των επιτρόπων ο οποίος θα πρέπει να προβλέπεται στη νέα συνθήκη, ποια θα ήταν η απάντησή σας; Γνωρίζουμε ότι ο αριθμός των επιτρόπων θα αποφασισθεί από τη Διακυβερνητική, αλλά θα ήθελα και τη δική σας γνώμη.
«Μία από τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται προκειμένου να λειτουργήσει η Ενωση αποτελεσματικότερα αφορά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Επιτροπή συγκροτείται σήμερα από 20 επιτρόπους, δηλαδή από έναν κάθε “μικρού” κράτους – μέλους και δύο κάθε “μεγάλου” κράτους – μέλους. Προσβλέποντας προς τη διεύρυνση, η οποία θα συνεπάγεται τη σημαντική αύξηση των κρατών – μελών της Ενωσης, πιστεύω ότι η αναθεώρηση των σχετικών ρυθμίσεων της συνθήκης έχει ουσιαστική σημασία. Με ποιο τρόπο θα διασφαλίσουμε την αποτελεσματικότητα και συναδελφικότητα μιας ομάδας (team), όταν οι “παίκτες” θα είναι υπερβολικά πολλοί; Προφανώς θα πρέπει να περιορίσουμε τον αριθμό τους. Οπωσδήποτε οι επίτροποι είναι ανεξάρτητοι και δεν εκπροσωπούν τα κράτη – μέλη. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα πρέπει επίσης να έχει μια ειδική ιεραρχία προκειμένου να καθοδηγεί την ομάδα του. Η νέα συνθήκη θα πρέπει να αναγνωρίζει ότι ο ρόλος του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καθίσταται διαρκώς σημαντικότερος. Επίσης, θα πρέπει να είναι δυνατό να αναθεωρηθεί η σύνθεση και διάρθρωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όταν ο αριθμός των κρατών – μελών έχει υπερβεί ένα ορισμένο “κατώφλι”».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πραγματοποίησε σημαντική πρόοδο όσον αφορά την πρόληψη και καταστολή της απάτης. Ενίοτε τα κράτη – μέλη είναι διστακτικά ως προς την επιστροφή των καταχρασθέντων κονδυλίων. Πιστεύετε ότι οι κυβερνήσεις συνεργάζονται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά τρόπο ώστε όλα τα καταχρασθέντα κονδύλια να επιστρέφονται στον κοινοτικό προϋπολογισμό;
«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δίνει μεγάλη έμφαση στην καταπολέμηση της απάτης εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού. Βελτιώνουμε όλα τα εργαλεία που βρίσκονται στη διάθεσή μας, προκειμένου να αναπτύξουμε την πλέον αποτελεσματική πολιτική καταπολέμησης της απάτης. Στον τομέα της γεωργίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί μέσω του “καθαρισμού της διαδικασίας λογαριασμών” να απαιτήσει την επιστροφή χρημάτων που δαπανήθηκαν παρανόμως ή δαπανήθηκαν για ακατάλληλους εθνικούς ελέγχους. Πέρυσι απαιτήσαμε την επιστροφή 1,1 δισ. ECU (περίπου 340 δισ. δραχμές) για παράνομες γεωργικές επιδοτήσεις ανά την Ευρώπη. Σήμερα εξετάζουμε σοβαρά τη δυνατότητα επεκτάσεως αυτής της διαδικασίας στις επιδοτήσεις που παρέχονται από τα Διαρθρωτικά Ταμεία. Η άσκηση κοινοτικών πολιτικών εξαρτάται από την καλή χρήση του κοινοτικού προϋπολογισμού».
Και μια τελευταία ερώτηση, κύριε πρόεδρε. Κατά τους τελευταίους μήνες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε σημαντικό αριθμό «Πράσινων Βίβλων», ανακοινώσεων και εκθέσεων σε διαφόρους τομείς. Ωστόσο ορισμένες φορές κατηγορείται η Επιτροπή από διάφορες πλευρές ως παραγωγός εγγράφων που δεν εμπεριέχουν προτάσεις για συγκεκριμένες δράσεις. Εχετε την αίσθηση ότι η κοινή γνώμη έχει κατά κάποιο τρόπο «κουρασθεί» από την Κοινότητα; Και αν ναι, για ποιο λόγο;
«Αποδίδω μεγάλη σημασία στην αρχή της επικουρικότητας. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υποβάλλουμε προτάσεις μόνο όταν οι στόχοι μιας δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν από τα ίδια τα κράτη – μέλη. Από τον αριθμό των 38 νομοθετικών προτάσεων που είχαν υποβληθεί το 1994, περιορισθήκαμε στον αριθμό των 16 προτάσεων στα προγράμματα εργασίας που εκπόνησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 1997. Επίσης, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η ενιαία αγορά έχει εν δυνάμει ολοκληρωθεί, πράγμα που περιορίζει κατά πολύ τη νομοθετική δραστηριότητα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να προσεγγίζει διαρκώς και περισσότερο τα ευρωπαϊκά συμφέροντα και εργάζεται για να υπηρετήσει τον πολίτη. Η “βελτίωση της νομοθετικής δραστηριότητας” είναι το κλειδί γι’ αυτή την πολιτική. Στόχος είναι η διασφάλιση της ποιότητας και της συνοχής των μέσων και των εργαλείων. Ολες οι ενδιαφερόμενες πλευρές πρέπει να εκφράζουν τη γνώμη τους κατά την παρασκευή της νομοθεσίας μέσω εκτεταμένων διαβουλεύσεων, πριν από την υποβολή σχεδίου νομοθετικής προτάσεως σε έναν ορισμένο τομέα. Αυτή η νέα προσέγγιση έχει την ευρεία υποστήριξη του Συμβουλίου Υπουργών. Οδηγεί την Ενωση εγγύτερα στον πολίτη».



