Το ημερολόγιο έδειχνε 16 Ιανουαρίου 1979 όταν ο Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί, με δάκρυα στα μάτια, επιβιβαζόταν σε Boeing 707 με προορισμό την εξορία. Ο Σάχης άφηνε πίσω του μια χώρα στις φλόγες της Ισλαμικής Επανάστασης, αλλά είχε προνοήσει να μη φύγει με άδεια χέρια.

Το διαβόητο «Iδρυμα Παχλαβί» (Pahlavi Foundation), ο προσωπικός οικονομικός βραχίονας της δυναστείας που ήλεγχε αφορολόγητα καζίνα, ξενοδοχεία, τράπεζες και τη βαριά βιομηχανία, είχε ήδη φροντίσει να φυγαδεύσει στη Δύση τον οικογενειακό πλούτο.

Σύμφωνα με τις πιο μετριοπαθείς δυτικές εκτιμήσεις, ο Σάχης πήρε μαζί του περιουσία που άγγιζε τα 3 δισεκατομμύρια δολάρια – ένα αστρονομικό ποσό για την εποχή. Εκείνο το παγωμένο πρωινό, ο λαός πανηγύριζε στους δρόμους της Τεχεράνης την πτώση της διεφθαρμένης δυναστείας, πιστεύοντας πως η εποχή των ηγετών που αντιμετώπιζαν το κρατικό ταμείο ως προσωπικό τους πορτοφόλι είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Σαράντα επτά χρόνια μετά, η ιστορία επαναλαμβάνεται στο Ιράν ως μια κυνική φάρσα. Το θεοκρατικό καθεστώς που ανέτρεψε τον Σάχη στο όνομα της δικαιοσύνης, έχει στήσει μια μηχανή πλουτισμού που θα έκανε τον Παχλαβί να μοιάζει με αφελή ερασιτέχνη.

Στο επίκεντρο αυτού του προσοδοφόρου συστήματος βρίσκεται ο Setad, ένας δαιδαλώδης, αδιαφανής οργανισμός που λογοδοτεί αποκλειστικά και μόνο στον Ανώτατο Ηγέτη – μέχρι πρότινος Αλί Χαμενεΐ, πλέον στον άφαντο διάδοχό του ή τους μετά από αυτόν.

Σε αυτόν τον οργανισμό, ο δεύτερος γιος του, ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, φερόταν να ασκεί μια απόλυτη, σκιώδη επιρροή που τον καθιστούσε ουσιαστικά τον «ταμία» του καθεστώτος. Ο Setad ξεκίνησε με πρόφαση τη διαχείριση εγκαταλελειμμένων περιουσιών μετά την Επανάσταση, αλλά γρήγορα μετατράπηκε σε έναν οικονομικό Λεβιάθαν.

Χωρίς κανέναν απολύτως κοινοβουλευτικό έλεγχο, έχει κατασχέσει χιλιάδες περιουσίες αντιφρονούντων, μειονοτήτων και εξορίστων. Σήμερα, ελέγχει ένα τεράστιο μερίδιο της ιρανικής οικονομίας: από τα πετροχημικά και τις τράπεζες, μέχρι τις τηλεπικοινωνίες και την παραγωγή φαρμάκων. Η αξία του εκτιμάται σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.

Αν μη τι άλλο, η κλεπτοκρατία όχι μόνο βρίσκει τρόπους να επιβιώνει, μα και να εξελίσσεται: η διαφθορά δεν χρειάζεται πια να κρύβεται σε ελβετικά θησαυροφυλάκια. Eχει ενδυθεί τον μανδύα της θεσμικής, ακόμα και της θεϊκής νομιμότητας. Για να φτάσουμε όμως στις νομιμοφανείς αυτοκρατορίες του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, χρειάστηκε να προηγηθούν δεκαετίες εξέλιξης στην «τέχνη» της κρατικής λεηλασίας.

Η εποχή της βαλίτσας

Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, τα πράγματα ήταν πολύ πιο ωμά. Ο ηγέτης ενσάρκωνε το κράτος και, κατά συνέπεια, ο εθνικός προϋπολογισμός ήταν τα προσωπικά του μετρητά. Το απόλυτο, στα όρια καρικατούρας, αρχέτυπο αυτής της εποχής υπήρξε ο Μομπούτου Σέσε Σέκο.

Στα 32 χρόνια που κυβέρνησε το Ζαΐρ (τη σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό), ο Μομπούτου μετέτρεψε μία από τις πιο πλούσιες σε ορυκτά χώρες του κόσμου σε ένα απέραντο θέατρο εξαθλίωσης.

Εκτιμάται ότι αφαίρεσε περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια από τα κρατικά ταμεία. Η κλεπτομανία του δεν είχε όρια. Εχτισε ένα παλάτι στην έδρα του το Γκμπαντολίτε, που χαρακτηρίστηκε μάλλον δίκαια ως οι «Βερσαλλίες της Zούγκλας».

Την ώρα που η χώρα του δεν διέθετε ούτε βασικό δίκτυο ασφαλτοστρωμένων δρόμων και ο λαός πέθαινε από ασθένειες που στον υπόλοιπο κόσμο προλαμβάνονταν ή αντιμετωπίζονταν, εκείνος διέταζε την κατασκευή διεθνούς αεροδρομίου στη μέση του πουθενά. Ο λόγος; Για να μπορεί να ναυλώνει αεροσκάφη Concorde της Air France και να πετάει με την οικογένειά του για απογευματινά ψώνια στις ακριβότερες μπουτίκ του Παρισιού.

Την ίδια ακριβώς περίοδο, στην άλλη άκρη του πλανήτη, ένα ζευγάρι τελειοποιούσε τη μέθοδο της αποταμίευσης στο ασφαλές απάγκιο της Ελβετίας.

Στις Φιλιππίνες, ο Φερντινάντ Μάρκος και η σύζυγός του, Ιμέλντα, δημιούργησαν ένα δίκτυο υπεξαίρεσης που, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες έρευνες, τους απέφερε συνολικά έως και 10 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η μέθοδός τους περιλάμβανε την άμεση μεταφορά ράβδων χρυσού από την Κεντρική Τράπεζα, την επιβολή υποχρεωτικών «δωρεών» από επιχειρηματίες και τη χρήση δεκάδων ψευδωνύμων σε ευρωπαϊκές τράπεζες (χαρακτηριστικά, ο Μάρκος διατηρούσε λογαριασμό ως William Saunders και η σύζυγός του ως Jane Ryan).

Αν και η υπεξαίρεση ήταν συστηματική, το κοινό θυμάται κυρίως την αισθητική της απληστίας τους: Οταν οι Μάρκος τράπηκαν σε φυγή το 1986 μετά την Επανάσταση της Λαϊκής Δύναμης, οι επαναστάτες εισέβαλαν στο παλάτι Μαλακανιάνγκ στην πρωτεύουσα Μανίλα και αντίκρισαν τις ντουλάπες της Ιμέλντα.

Τα χιλιάδες ζευγάρια πολυτελή παπούτσια, τα εκατοντάδες βραδινά φορέματα υψηλής ραπτικής και τα αμέτρητα κοσμήματα έγιναν το παγκόσμιο σύμβολο μιας ελίτ που είχε χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα.

Ομως, αν υπάρχει ένα ιστορικό ρεκόρ για τον πολιτικό κυνισμό, αυτό ανήκει δικαιωματικά στον Αναστάσιο Σομόζα Ντεμπάιλε της Νικαράγουας. Η δυναστεία των Σομόζα κυβερνούσε τη χώρα ως προσωπικό της τσιφλίκι από το 1936, ελέγχοντας τα πάντα, από την παραγωγή καφέ μέχρι την εθνική αεροπορική εταιρεία.

Αλλά η στιγμή που καθόρισε τη διεστραμμένη φύση του καθεστώτος ήρθε τον Δεκέμβριο του 1972. Ενας καταστροφικός σεισμός ισοπέδωσε την πρωτεύουσα Μανάγκουα, αφήνοντας πίσω του 10.000 νεκρούς και εκατοντάδες χιλιάδες άστεγους.

Η διεθνής κοινότητα έστειλε εκατομμύρια δολάρια σε βοήθεια, φάρμακα και τρόφιμα. Ο Σομόζα και η Εθνοφρουρά του ανέλαβαν τη «διανομή».

Μετέφεραν τα εφόδια στις δικές τους αποθήκες και τα πούλησαν στη μαύρη αγορά, υπεξαίρεσαν τα κονδύλια της ανοικοδόμησης για να αγοράσουν ακόμα περισσότερη γη και – το πιο σκοτεινό όλων – η εταιρεία Plasmaferesis, συμφερόντων του δικτάτορα, κατηγορήθηκε ότι συγκέντρωνε και πουλούσε στο εξωτερικό το πλάσμα αίματος που προοριζόταν για τους τραυματίες.

Οταν ανατράπηκε το 1979, η οικογένειά του υπολογίζεται ότι ήλεγχε το 25% της αγροτικής γης ολόκληρης της χώρας.

Το κράτος ως οικογενειακή ΑΕ

Καθώς ο κόσμος άφηνε πίσω του τον Ψυχρό Πόλεμο και περνούσε στον 21ο αιώνα, το μοντέλο της αρπαγής εκσυγχρονίστηκε. Οι βαλίτσες με τα μετρητά σταμάτησαν να περνούν τα σύνορα νύχτα. Αντικαταστάθηκαν από τα προεδρικά διατάγματα, τις κρατικές συμβάσεις παραχώρησης και τις θυγατρικές εταιρείες. Η κλεπτοκρατία μετατράπηκε σε αυστηρά οικογενειακή υπόθεση, με τα παιδιά των προέδρων να αναλαμβάνουν τον ρόλο του νόμιμου CEO.

Η πλέον ενδεικτική περίπτωση είναι αυτή της Ιζαμπέλ ντος Σάντος. Κόρη του Ζοζέ Εντουάρντο ντος Σάντος, ο οποίος κυβέρνησε την Ανγκόλα με σιδηρά πυγμή για 38 ολόκληρα χρόνια, η Ιζαμπέλ αναδείχθηκε – σύμφωνα με το «Forbes» – στην πλουσιότερη γυναίκα της αφρικανικής ηπείρου.

Πώς το κατάφερε; Το 2020, τα περιβόητα Luanda Leaks, μια τεράστια διαρροή 715.000 εμπιστευτικών εγγράφων από την ICIJ, αποκάλυψαν με ποιον τρόπο η «πριγκίπισσα της Ανγκόλας» έχτισε τα αμύθητα πλούτη της. Με ένα απλό νεύμα του πατέρα της, εξασφάλιζε συμβόλαια εκατομμυρίων.

Το κράτος τής παραχωρούσε τον έλεγχο των εθνικών αποθεμάτων διαμαντιών, της έδινε μονοπώλια στις τηλεπικοινωνίες (ιδρύοντας την εταιρεία Unitel) και τελικά ο ίδιος ο πατέρας της την τοποθέτησε επικεφαλής της Sonangol, της κρατικής εταιρείας πετρελαίου.

Μέσα από ένα δαιδαλώδες δίκτυο 400 εταιρειών και offshore δικαιοδοσιών, η Ιζαμπέλ άντλησε δισεκατομμύρια, την ώρα που σχεδόν ο μισός πληθυσμός της Ανγκόλας, μιας χώρας πνιγμένης στον μαύρο χρυσό, ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας, χωρίς πρόσβαση σε καθαρό νερό.

Στην άλλη πλευρά της αφρικανικής ηπείρου, στην Ισημερινή Γουινέα, ένα άλλο «παιδί του μπαμπά» δημιουργούσε τον δικό του μύθο.

Ο πρόεδρος Τεοντόρο Ομπιάνγκ Ενγκέμα Εμπασόγκο βρίσκεται στην εξουσία από το 1979 (είναι ο δεύτερος μακροβιότερος μη γαλαζοαίματης προέλευσης ηγέτης στον κόσμο σήμερα). Ο γιος του και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ο Τεοντορίν Ομπιάνγκ Μάνγκε, μετέτρεψε τα έσοδα από το πετρέλαιο της χώρας σε ένα ατέλειωτο πάρτι επίδειξης πλούτου, το οποίο φρόντιζε να καταγράφει στο Instagram.

Οι διεθνείς έρευνες σε Γαλλία, Ελβετία και ΗΠΑ ξεσκέπασαν ένα όργιο σπατάλης: Το γαλλικό κράτος κατέσχεσε και δημοπράτησε την έπαυλή του στη Λεωφόρο Φος στο Παρίσι (ένα εξαώροφο μέγαρο 4.000 τετραγωνικών μέτρων με χρυσές βρύσες και αίθουσα ντίσκο), ενώ οι ελβετικές αρχές δέσμευσαν τον στόλο των 25 supercars του (ανάμεσά τους μια Bugatti Veyron και μια Lamborghini Veneno Roadster).

Ο Τεοντορίν ήταν τόσο εθισμένος στην κατανάλωση, που χρησιμοποίησε κρατικό χρήμα για να αγοράσει αντί 275.000 δολαρίων το διάσημο γάντι με τους κρυστάλλους που φορούσε ο Μάικλ Τζάκσον στην περιοδεία του «Bad».

Τα σύγχρονα «πλυντήρια»

Η διαφθορά, φυσικά, δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της Αφρικής ή της Μέσης Ανατολής. Εμφανίζεται και στις δημοκρατίες, έστω και με πιο εκλεπτυσμένες ή μάλλον νομιμοφανείς μεθόδους.

Κάποιες φορές, βέβαια, η απόδειξη του εγκλήματος προσφέρεται από τους ίδιους τους δράστες. Στο Περού της δεκαετίας του ’90, για παράδειγμα, ο πρόεδρος Αλμπέρτο Φουτζιμόρι και ο σκοτεινός επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών του, Βλαντιμίρο Μοντεσίνος, έστησαν μια βιομηχανία εκβιασμών και εξαγορών.

Το εκπληκτικό σε αυτή την υπόθεση ήταν τα διαβόητα Vladi-videos. Ο Μοντεσίνος έπασχε από την εμμονή να βιντεοσκοπεί κρυφά όποιον έμπαινε στο γραφείο του. Στα βίντεο που διέρρευσαν και οδήγησαν στην πτώση του καθεστώτος το 2000, ο κόσμος παρακολούθησε εμβρόντητος τον επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών να κάθεται στον καναπέ του, να χρησιμοποιεί μια αριθμομηχανή και να παραδίδει βουνά από μετρητά – κλεμμένα από τα κρατικά ταμεία – σε δικαστικούς, πολιτικούς αντιπάλους και ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών για να εξασφαλίσει τη σιωπή τους. Σαν να λέμε κλεπτοκρατία σε σχεδόν ζωντανή μετάδοση.

Στην Αργεντινή, η πρώην πρόεδρος Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρσνερ απέδειξε πώς το σύστημα των δημοσίων έργων μπορεί να αποτελέσει τον τέλειο αγωγό πλουτισμού. Στα τέλη του 2022 καταδικάστηκε σε πρωτόδικη εξαετή φυλάκιση για την περίφημη υπόθεση Causa Vialidad, την οποία μετά την έφεση εκτίει κατ’ οίκον, ενώ έχουν δημευθεί περιουσιακά της στοιχεία.

Το δικαστήριο έκρινε ότι κατά τη διάρκεια της θητείας της, η Κίρσνερ κατηύθυνε συστηματικά δεκάδες προσοδοφόρα δημόσια έργα στην επαρχία της Παταγονίας προς τον Λάσαρο Μπάες – έναν πρώην ταμία τράπεζας που με μαγικό τρόπο εξελίχθηκε σε μεγιστάνα των κατασκευών και ήταν στενός φίλος και επιχειρηματικός εταίρος της οικογένειας. Η ζημιά για το κράτος της Αργεντινής υπολογίστηκε στο 1 δισεκατομμύριο δολάρια.

Ομως, το πραγματικό masterclass της σύγχρονης, θεσμοθετημένης διαφθοράς παραδίδεται στην Ευρασία.

Στη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν το μοντέλο είναι εντελώς διαφορετικό. Σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα, ο ηγέτης δεν χρειάζεται να έχει προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομά του.

Ο πλούτος είναι κατανεμημένος σε ένα δίκτυο ολιγαρχών. Ανθρωποι από τον στενό κύκλο του προέδρου (όπως ο παιδικός του φίλος και τσελίστας Σεργκέι Ρολντούγκιν, που αποκαλύφθηκε από τα Panama Papers να διακινεί δισεκατομμύρια μέσα από παράκτιες εταιρείες) ελέγχουν τεράστιους εθνικούς πόρους με μοναδικό αντάλλαγμα την απόλυτη, τυφλή πολιτική υποταγή στο Κρεμλίνο.

Λίγο πιο νότια, το Αζερμπαϊτζάν του προέδρου Ιλχάμ Αλίγεφ παρέδωσε στον κόσμο τη δική του εκδοχή πλούτου και επιρροής με το κομψό και υπεράνω υποψίας όνομα «διπλωματία του χαβιαριού».

Ο Αλίγεφ, που διαδέχθηκε τον πατέρα του Χεϊντάρ το 2003 εγκαθιδρύοντας μια de facto μοναρχία (όπου η σύζυγός του, Μεχριμπάν, εκτελεί χρέη αντιπροέδρου), βρέθηκε στο επίκεντρο του σκανδάλου Azerbaijani Laundromat.

Διεθνής δημοσιογραφική έρευνα της OCCRP αποκάλυψε το 2017 πως μεταξύ 2012-2014 περίπου 2,9 δισεκατομμύρια δολάρια ξεπλύθηκαν μέσα από βρετανικές εταιρείες-φαντάσματα μέσα σε μόλις δύο χρόνια – χρήματα που δεν αγόρασαν απλώς πολυτελή ακίνητα στο Λονδίνο για τα παιδιά της οικογένειας, αλλά χρησιμοποιήθηκαν στρατηγικά για την ενίσχυση του διεθνούς προφίλ της χώρας και τη δωροδοκία εταιρειών, πολιτικών και αξιωματούχων, προκειμένου να κλείνουν τα μάτια σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Μπακού.

Η «Ιερή» Αυτοκρατορία των Crypto

Πίσω στο χειμαζόμενο από τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις Ιράν, ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος μετά τον θάνατο του πατέρα του φόρεσε τον μανδύα του νέου Ανώτατου Ηγέτη της χώρας (ή έτσι ισχυρίζεται το καθεστώς), ενσάρκωνε ανέκαθεν στο εσωτερικό το σύμβολο της θρησκευτικής ευσέβειας και της απλότητας.

Πίσω όμως από τις πύρινες αντιδυτικές ρητορείες, φέρεται να συνδέεται με μια σκιώδη, προσωπική αυτοκρατορία αξίας τουλάχιστον 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ακριβώς στην καρδιά της Δύσης. Ναι, ναι, της ίδιας Δύσης που το καθεστώς καταγγέλλει.

Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσιογραφικές έρευνες των «Financial Times» και του Bloomberg, ο 56χρονος Χαμενεΐ χρησιμοποιώντας ένα πολύπλοκο δίκτυο μεσαζόντων – όπως ο ιρανός επιχειρηματίας Αλί Ανσάρι – και δεκάδων εταιρειών-βιτρίνα, φέρεται να ελέγχει ένα τεράστιο χαρτοφυλάκιο ακινήτων: από πολυτελείς επαύλεις στη «Λεωφόρο των Δισεκατομμυριούχων» (Bishops Avenue) του Λονδίνου μέχρι πεντάστερα ξενοδοχεία στη Φρανκφούρτη και θέρετρα στη Μαγιόρκα.

Ομως η απόλυτη καινοτομία της δυναστείας Χαμενεΐ δεν είναι το λονδρέζικο real estate, αλλά η τεχνολογία. Για να παρακάμψει τις ασφυκτικές αμερικανικές κυρώσεις και να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τους Φρουρούς της Επανάστασης, το καθεστώς εικάζεται πως χρησιμοποιεί την τεχνολογία των κρυπτονομισμάτων.

Μέσω πλατφορμών δισεκατομμύρια δολάρια σε ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία εκτιμάται ότι «εξαγνίζονται» μακριά από τα ραντάρ του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος. Είναι η απόδειξη πως οι σύγχρονοι θεοκράτες μπορεί να κυβερνούν με όρους Μεσαίωνα, αλλά γνωρίζουν τα μυστικά του blockchain και του ξεπλύματος το ίδιο καλά με τους στίχους από το Κοράνι.

Από τις βαλίτσες του Μομπούτου μέχρι τα ψηφιακά πορτοφόλια της σύγχρονης θεοκρατίας, η κλεπτοκρατία δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Απλώς άλλαξε μορφή. Εγινε πιο σύνθετη, πιο θεσμική, πιο δύσκολα ανιχνεύσιμη. Και όσο το κράτος μετατρέπεται σε ιδιωτική επιχείρηση και η εξουσία σε οικογενειακό κεφάλαιο, οι πολίτες παραμένουν οι μόνοι μέτοχοι που δεν λαμβάνουν ποτέ μέρισμα.