«K’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανον». Κάπως έτσι μας προετοιμάζει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο διήγημά του «Ερωτας στα χιόνια» για το τέλος του μπαρμπα-Γιαννιού, που ερωτευμένος με τη γειτόνισσά του και μεθυσμένος θα βρει τελικά τον θάνατο έξω από το παράθυρό της.

Αυτή η εικόνα, του χιονιού που πέφτει λευκό και γίνεται το σάβανο του νεκρού, κρύο σαν τη ζωή που φεύγει, είναι ένα πολύ ισχυρό λογοτεχνικό μοτίβο. Και η ισχύς του εδράζεται τόσο στο στοιχείο της ομοιότητας (ψυχρό, ήρεμο χιόνι που φέρνει τον ψυχρό, ήσυχο θάνατο) όσο και σε αυτό της διαφοράς (το λευκό και αισιόδοξο απέναντι στο μαύρο και συντελεσμένο). Προκαλεί έτσι όχι μόνο συγκίνηση αλλά και σκέψη, σε μια νοητική διεργασία που ξεκινάει από την ομορφιά για να βρει τον στοχασμό.

Μελαγχολία

Δεν θυμήθηκα τυχαία το διήγημα του Παπαδιαμάντη. Με οδήγησε εκεί η μελαγχολία που συνοδεύει την επαφή με την επικαιρότητα. Τρία χρόνια από το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, για παράδειγμα, κι ακόμα η περιβόητη δικαιοσύνη δεν έχει αποδοθεί, ενώ η πολιτική που οδήγησε στο συμβάν εξακολουθεί να θριαμβεύει. Την ίδια στιγμή, στο μεγάλο μας παγκόσμιο χωριό οι επεμβάσεις των ΗΠΑ σε ανεξάρτητα κράτη τείνουν να γίνουν το μπανάλ εβδομαδιαίο νέο, κάτι σαν την παρακολούθηση των τιμών στο χρηματιστήριο.

Παρακολουθώντας την ειδησεογραφία αισθάνεσαι όλο και περισσότερο πως όσο μεγαλώνει η σοβαρότητα των ειδήσεων τόσο πιο απαθής καταλήγει η πρόσληψή τους. Είναι σαν εκείνη την παλιά κυνική ρήση που συνεχώς επιβεβαιώνεται: «Ενας θάνατος είναι τραγωδία, εκατό χιλιάδες θάνατοι είναι στατιστική».

Και αυτή η στατιστική του θανάτου συνεχίζει ακάθεκτη την επέλασή της. Είτε πρόκειται για τη Γάζα, είτε για το Ιράν, είτε για το Πακιστάν, είτε για το Σουδάν, είτε για μία 31χρονη που πεθαίνει αβοήθητη στον Κολωνό (ε, κάπως πρέπει να τιμηθεί και η σημερινή Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας), οι εικόνες του θανάτου παρακολουθούνται σαν τηλεοπτικό έργο. Τα καθεστώτα αλλάζουν ηγεσίες, οι λαοί υποφέρουν, και εμείς, από τη θέση καταναλωτών και καταναλωτριών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, παρακολουθούμε το χιόνι να πέφτει.

Αν ο μπαρμπα-Γιαννιός ήταν μεθυσμένος από το κρασί, εμείς μεθάμε από την πληροφορία. Και είναι τέτοιος ο καταιγισμός της, τόση η δυσκολία να την ελέγξεις πραγματολογικά και να την κατηγοριοποιήσεις σε σημαντική και μη, που εν τέλει (εν είδει παραίτησης) κάνουμε ένα βήμα πίσω και συνεχίζουμε την κατανάλωσή της αδιαφορώντας πλέον για την αλήθεια και το ψέμα, παράγοντας και αναπαράγοντας αντιδράσεις σχεδόν αυτοματοποιημένα.

Κάπως έτσι παρατηρώντας την πραγματικότητα, σαν την αγαπημένη που θα βρίσκεται πάντα σε απόσταση και θα μας περιγελά, με τα γεγονότα να πέφτουν ανώδυνα φαινομενικά και ανεπαίσθητα πάνω μας σαν χιόνι, κινδυνεύουμε να έχουμε την τύχη του παπαδιαμαντικού ήρωα. Να βρεθούμε αναίσθητοι κάτω από αυτά, μη καταλαβαίνοντας εν τέλει πώς χάσαμε την επαφή με τη ζωή. Αυτή η μέθη της πληροφορίας είναι που μας απειλεί με την απόλυτη αδρανοποίηση, μακριά πια όχι μόνο από κάθε δράση αλλά και από κάθε σκέψη.

Ειρωνεία

Και μια μικρή, πικρή λογοτεχνική ειρωνεία: «Πολυλογού και ψεύτρα» αποκαλούσε ο μπαρμπα-Γιαννιός το αντικείμενο του πόθου του, χωρίς όμως ποτέ ο Παπαδιαμάντης να στοιχειοθετήσει τους χαρακτηρισμούς. Αντίθετα, εμείς ξέρουμε με ονόματα και διευθύνσεις ότι η σφαίρα του Διαδικτύου είναι όντως «πολυλογού και ψεύτρα», αλλά συνεχίζουμε να υποκύπτουμε στα θέλγητρά της, με τη βοήθεια των αλγορίθμων, που μαγικά ξέρουν πώς να κολακέψουν τις «επιλογές» και την αδράνειά μας.

«K’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών»…