«Αν ήμουν 20 χρονών, θα έφευγα από το Πουρί» λέει κοφτά η Γιαννούλα. Είναι η μεγαλύτερη της παρέας. Γύρω της, σ’ ένα μικρό κύκλο, στο ζεστό σαλόνι της Αλεξάνδρας που διατηρεί το παντοπωλείο του χωριού, οι τέσσερις φίλες της χαμογελούν με κατανόηση. «Περνούσαμε ωραία τότε, ξενυχτούσαμε μέχρι τις τρεις το πρωί. Γέλια, τραγούδια, κακό…» συνεχίζει. Τη δεκαετία του ’70 το χωριό είχε εννιά καφενεία· άλλο αν σε αυτά σύχναζαν μόνο άντρες. Στην τελευταία απογραφή του 2021 το «πολύδροσο» χωριό του ανατολικού Πηλίου, έξι χιλιόμετρα βόρεια της Ζαγοράς, μέτρησε 364 κατοίκους, κάτι λιγότερες από εκατό οικογένειες. «Τα παιδιά μου φύγανε, τώρα ζούμε μόνοι» λέει με αναστεναγμό η Γιαννούλα.
Η Γιαννούλα και η Ελένη, μητέρα της Αλεξάνδρας, συνεχίζουν να αναπολούν τις γιορτές της νιότης τους. «Τότε όμως σε αρκετές οικογένειες, απ’ όσο ξέρω και έχω διαβάσει, οι διαφορές λύνονταν και με τη βία» λέει η Αλεξάνδρα, σπεύδοντας να διευκρινίσει ότι η ίδια δεν έχει βιώσει τέτοια φαινόμενα στην οικογένειά της. Η Πόπη, μητέρα ενός μικρού αγοριού, που δουλεύει με τον άντρα της στα κτήματα, συμφωνεί. «Σπάνια ακούς σήμερα για άντρα να χτυπάει τη γυναίκα του. Εμείς οι νεότερες της παρέας δεν θα το ανεχόμασταν – ή θα χωρίζαμε» προσθέτει.
Καθώς προχωράει η κουβέντα, έρχονται στο φως και πιο ανεπαίσθητες μορφές έμφυλης βίας. «Υπάρχει και η λεκτική. Να σε αποκαλεί άχρηστη, για παράδειγμα» λέει η Αλεξάνδρα. «Η υποτίμηση, η εξάρτηση» συμπληρώνει η Πόπη. «Παλιότερα, αν μια γυναίκα φοβόταν να μιλήσει, πάει να πει ότι κάποιος δεν την άφηνε να μιλήσει. Και αυτός ο κάποιος ήταν συνήθως ένας άντρας» αναφέρει στο «Β» η Κατερίνα Ψαθά, γραμματέας στην υπηρεσία πολιτισμού και τουρισμού του δήμου Ζαγοράς – Μουρεσίου. «Έχουμε μια άμυνα, μια κοινωνική συστολή. Οι επαρχίες το έχουν αυτό» συμπληρώνει, φέρνοντας στο νου τα βαθιά χαραγμένα ίχνη της πατριαρχίας στην καθημερινότητα των γυναικών – εντός και εκτός Ζαγοράς και Πουρίου.
Από το Παρίσι στο Πήλιο

Το 1973 η Γαλλίδα ανθρωπολόγος Μαρί-Ελιζαμπέτ Αντμάν φτάνει στο απομονωμένο τότε Πουρί με σκοπό να μελετήσει τις σχέσεις γυναικών και ανδρών. Έως το 1971 το Πουρί συνδεόταν με τη Ζαγορά με χωματόδρομο, ο πληθυσμός του ήταν πάνω από 600 κατοίκους, κυρίως πολυμελείς οικογένειες αγροκτηνοτρόφων, με τη φήμη του «καθυστερημένου» χωριού να αιωρούνταν από πάντα. Το 1983 η Αντμάν εκδίδει στη Γαλλία τα ευρήματά της (εκδ. Édisud). Τέσσερα χρόνια αργότερα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη η ελληνική μετάφραση με τίτλο «Βία και πονηριά: άντρες και γυναίκες σ’ ένα ελληνικό χωριό», η πρώτη συστηματική μελέτη για τις έμφυλες σχέσεις στην Ελλάδα.
«Οι άντρες είναι ανώτεροι από εμάς. Γι’ αυτό πρέπει εκείνοι να παίρνουν τις αποφάσεις που αφορούν την οικογένεια» διαβάζει ο αναγνώστης στις πρώτες από τις 299 σελίδες της κλασικής πλέον εθνογραφίας της Αντμάν, μιας διεισδυτικής και κριτικής ανάλυσης των έμφυλων σχέσεων στην κλειστή κοινότητα του απομακρυσμένου πηλιορείτικου χωριού με το καλύτερο μπαλκόνι στο Αιγαίο. Η Αντμάν, η οποία πηγαινοερχόταν στο Πουρί από το 1973 έως το 1978, με αρκετά διαστήματα διαμονής σε ένα διώροφο σπίτι στην είσοδο του χωριού, συμπεραίνει ότι η βία, ωμή ή συμβολική, πήγαινε χέρι-χέρι με την πονηριά: οι άντρες επέβαλλαν την εξουσία τους συχνά με σωματική και ψυχολογική βία, ενώ οι γυναίκες ανέπτυσσαν στρατηγικές «πόνου και πονηριάς» για να επιβιώσουν και να επηρεάσουν, όσο μπορούσαν, τα πράγματα.
«Οι νεαρές Πουριανές του ’70 μπορεί να κέρδισαν ανάσες ελευθερίας, αλλά δεν απέκτησαν δυνατή, αυτοτελή φωνή».
«Πόσες Πουριανές δεν είχαν φάει ξύλο με τη γέννηση κάθε κόρης τους, αφού η γυναίκα θεωρείται υπεύθυνη για το φύλο του παιδιού;» γράφει για εκείνα τα χρόνια η «Μαρία η Γαλλίδα», όπως τη θυμούνται η Γιαννούλα και η Ελένη. Όταν ο γιος έρθει σε ρήξη με τον πατέρα του, η μάνα συνωμοτούσε κρυφά μαζί του, τον παρηγορούσε, του έκρυβε τις «αταξίες» και του έδινε κλεφτά χρήματα για τσιγάρα. Όταν ο γιος παντρευόταν, η μητέρα του μεταβίβαζε αυτή την άτυπη εξουσία στη νύφη, γινόταν πεθερά που κρίνει τα πάντα, από τον καλλωπισμό του κήπου ως το άλλαγμα του μωρού, καταπιέζοντας τη νέα γυναίκα.
Όπως περιγράφεται στο βιβλίο, οι αντιδράσεις των γυναικών απέναντι στην ανδρική βία δεν εκφράζονταν μόνο ως ντροπή ή υποταγή αλλά και ως συνειδητές στρατηγικές επιβίωσης. Σε ένα κλειστό και ανταγωνιστικό σύστημα σχέσεων, όπου τα αρσενικά «εγώ» συγκρούονταν διαρκώς, η πονηριά ήταν για τις γυναίκες ένα εργαλείο για να υποσκάψουν την ανδρική κυριαρχία. Δίχως θεσμική φωνή, αξιοποιούσαν την ευφυΐα τους, τις υπόγειες συμμαχίες, ακόμα και τη χειραγώγηση των ίδιων των αντρών, για να πετύχουν τους σκοπούς τους μέσα στα όρια που εκείνοι τους έθεταν.
Οι πρώτες αλλαγές

Παράλληλα, όμως, μία διακριτή αλλαγή είχε ήδη δρομολογηθεί. Η Αντμάν παρατήρησε ότι γύρω στα 1970 πολλά άρχισαν να μεταβάλλονται στο Πουρί. Οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι και το ηλεκτρικό έφεραν το χωριό πιο κοντά στο Βόλο. Οι νεότερες γυναίκες τότε άρχισαν να απαιτούν μια ανάσα ελευθερίας, καθώς για πρώτη φορά δεν ήταν αναγκασμένες να δουλεύουν αποκλειστικά στα χωράφια σαν τα υποζύγια των πεθερικών. Πράγματι, η δεκαετία 1965 – 1975 είδε τις κοπέλες του χωριού να μην παντρεύονται στα 15 ή 16 τους, ολοκλήρωναν το Δημοτικό, μερικές και το Γυμνάσιο, και να μην γεννούν κάθε χρόνο. «Η κοινωνική μεταμόρφωση, ιδίως η υποχρεωτική φοίτηση στο σχολείο, τους επιτρέπει να μην τεκνοποιούν κάθε δεκαοκτώ μήνες: η αποστολή τους από ποσοτική έγινε ποιοτική» σημειώνει η Αντμάν. Οι πιο δυναμικές νέες δέχονταν να κάνουν έως τρία παιδιά – ιδίως αν τα δύο πρώτα ήταν κορίτσια – αλλά όχι περισσότερα·μια μικρή επανάσταση για τα δεδομένα του τόπου και της εποχής.
Οι αλλαγές αυτές δεν ανέτρεψαν την πατριαρχία· την αναδιαμόρφωσαν. Οι νεαρές Πουριανές του ’70 μπορεί να κέρδισαν ανάσες ελευθερίας, αλλά δεν απέκτησαν δυνατή, αυτοτελή φωνή. «Όταν λένε ότι ‘βγήκαν από τη σκλαβιά’, είναι απλώς επειδή δεν τις βάζουν πια να δουλεύουν σαν τα ζώα – όχι επειδή διεκδίκησαν κάποια αυτονομία» παρατηρεί η Αντμάν. Το μοτίβο παρέμεινε το ίδιο: ο άντρας αρχηγός, η γυναίκα υπηρέτρια. Μάλιστα, η οικιακή αποδέσμευση από τα χωράφια είχε διπλή όψη: μπορεί οι γυναίκες να ξεκουράστηκαν σωματικά, αλλά άρχισαν να βλέπουν τη ζωή τους ως ανιαρή. Οι άντρες, από την άλλη, έγιναν πιο απαιτητικοί ως προς τις οικιακές υπηρεσίες των συζύγων τους. Και οικονομικά μιλώντας, η εξάρτηση καλά κρατούσε. Παλιότερα δεν τολμούσαν καν να ζητήσουν δεύτερη φορά χαρτζηλίκι – ένα βλέμμα του άντρα αρκούσε για να σωπάσουν. Στα τέλη του ’70, τουλάχιστον, άρχισαν να διαπραγματεύονται.
«Παλιότερα, αν μια γυναίκα φοβόταν να μιλήσει, πάει να πει ότι κάποιος δεν την άφηνε να μιλήσει. Και αυτός ο κάποιος ήταν συνήθως ένας άντρας».
«Οι άντρες δεν δέρνουν πια τις γυναίκες τους όταν γεννήσουν κορίτσι» παρατηρεί η Αντμάν, σημειώνοντας μια αλλαγή νοοτροπίας . Όχι επειδή ξαφνικά εκτίμησαν τις κόρες, αλλά γιατί «η βία αρχίζει να αποδοκιμάζεται δημοσίως» και το πρότυπο του παιδιού-βασιλιά από την πόλη αγκαλιάζει ως έναν βαθμό και τα κορίτσια. Τη δεκαετία του ’80, το κορίτσι στο χωριό είχε διφορούμενη θέση: οι γονείς το θαύμαζαν αν ήταν καλή μαθήτρια, αλλά φοβόνταν μήπως «τους πάρει τον αέρα» με τα γράμματα. Δεν θέλουν να μορφωθεί περισσότερο απ’ όσο «χρειάζεται» μια καλή σύζυγος.
Όταν κυκλοφόρησε το 1987, το «Βία και πονηριά» τράβηξε τα βλέμματα όχι μόνο των ακαδημαϊκών. Για πρώτη φορά μια προσβάσιμη στο ευρύ κοινό μελέτη φώτιζε τα ενδότερα της έμφυλης ζωής σε ένα ελληνικό χωριό. Όσα παρατήρησε η Αντμάν – η εξοντωτική δουλειά των γυναικών, η απουσία δικαιωμάτων, η υποτίμηση και η εσωτερίκευση της κατωτερότητας, αλλά και η «κρυφή» γυναικεία ατζέντα της πονηριάς του ‘70 – αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για την εγχώρια κοινωνική ανθρωπολογία. Τέσσερις δεκαετίες μετά, το ερώτημα πλανάται: τι έχει αλλάξει από τότε; Πόσα από εκείνη την πατριαρχική κοινωνική συνθήκη έχουν σβήσει και πόσα διακρίνονται, έστω και αχνά κάτω από τη νέα ανάγνωση των έμφυλων σχέσεων στο καταπράσινο χωριό του ανατολικού Πηλίου;
Το Πουρί σήμερα

Οι καιροί έχουν αλλάξει. Σταδιακά από το 2019 έχουν ιδρυθεί και λειτουργούν εξειδικευμένα γραφεία αντιμετώπισης ενδοοικογενειακής βίας σε επιλεγμένα αστυνομικά τμήματα σε όλη τη χώρα. Ένα από αυτά στεγάζεται και στην αστυνομική διεύθυνση Μαγνησίας. Η τελευταία ενημέρωση των κατοίκων του ανατολικού Πηλίου έγινε στη Ζαγορά στα τέλη Νοεμβρίου, σε ανοιχτή εκδήλωση στην οποία όμως συμμετείχαν σχεδόν αποκλειστικά γυναίκες. Εκεί, όπως διηγούνται οι πέντε Πουριανές, παρουσιάστηκαν στατιστικά στοιχεία: τη διετία 2023-25, τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, στη μεγάλη πλειοψηφία τους μεταξύ συζύγων, πρώην συζύγων και συντρόφων, στο σύνολο του νομού Μαγνησίας αυξήθηκαν κατά 177%, ενώ οι αντίστοιχες συλλήψεις κατά 258%. Την τελευταία πενταετία, στο δήμο Ζαγοράς – Μουρεσίου καταγράφηκαν 32 επίσημες καταγγελίες, με μόνο δύο να φτάνουν στην ποινική τιμωρία των εμπλεκομένων ανδρών.
«Πολλές γυναίκες δεν επιθυμούν να προχωρήσουν τη διαδικασία και υπαναχωρούν» αναφέρει στο «Β» αστυνομικός του νομού. «Αυτό που ζητάνε από την αστυνομία είναι να μαλώσει τους άντρες τους, να τους κάνει να φοβηθούν» συνεχίζει. Μόνο σε μία από τις 32 περιπτώσεις στο δήμο Ζαγοράς – Μουρεσίου, η αστυνομία μετέφερε την καταγγέλλουσα γυναίκα σε ασφαλές κατάλυμα στο Βόλο, όταν εκείνη το ζήτησε ρητά. Η τοπική κοινωνία αποθαρρύνει τις ρήξεις. «Το εθιμικό δίκαιο είναι ακόμη ισχυρό. Το τι θα πει η κοινωνία, τι θα πούνε οι γονείς, όλα αυτά δρουν ανασταλτικά» προσθέτει. Το διαζύγιο παραμένει για κάποιους στίγμα, ειδικά στα ζευγάρια μεγαλύτερης ηλικίας. «Τα περιστατικά αυξάνονται την περίοδο των γιορτών. Παίζει βέβαια ρόλο και το αλκοόλ αλλά και το άγχος της ανεργίας» καταλήγει. Η βίαιη αρρενωπότητα γίνεται αντιληπτή σήμερα περισσότερο ως κοινωνικό πρόβλημα, παρά ως «αρχέγονο» δικαίωμα του άντρα πάνω στη γυναίκα.
Η οικογένεια και οι…άλλοι

Ενώ τα γραφεία ενδοοικογενειακής βίας προσφέρουν στις γυναίκες μια αίσθηση ασφάλειας και επιτήρησης, η οικογένεια και η οικονομία εξακολουθούν να αποτελούν βασικούς πυλώνες όπου αναμετρώνται παλιά και νέα πρότυπα. Στον αγροτικό συνεταιρισμό Ζαγοράς σχεδόν όλες οι οικογένειες του Πουρίου που ζουν από το μήλο και το κάστανο συμμετέχουν με μερίδες. «Έχει τα καλά του, έχει και τα άσχημά του» λέει η Κατερίνα, η οικογένεια της οποίας είναι παραγωγοί μήλων. «Κληρονομείς τη δουλειά και αυτό είναι μεγάλο βάρος» ειδικά για τις νέες και νέους που νιώθουν την υποχρέωση να συνεχίσουν στο μονοπάτι της οικογένειας, ακόμη κι αν είχαν άλλα όνειρα. Το κόστος παραγωγής έχει ανέβει, οι πλαγιές του Πηλίου απαιτούν πολλαπλάσιο κόπο σε σχέση με τον κάμπο. Κι όμως «η ζωή συνεχίζεται, υπάρχουν οικογένειες εδώ και βλέπω νέο κόσμο να γυρνά στις ρίζες του» λέει με συγκρατημένη αισιοδοξία.
Γυναίκες και άντρες δουλεύουν μαζί, αλλά σε διακριτούς ρόλους: «Οι άντρες θα μαζέψουν, οι γυναίκες θα διαλέξουν [τα μήλα]» λέει η Κατερίνα. Στο διαλογητήριο, στα γραφεία και στις αποθήκες του συνεταιρισμού, πολλές γυναίκες εργάζονται πλάι στους άντρες και μάλιστα, όπως αναφέρει η ίδια, «το 50% της καλλιεργήσιμης γης ανήκει πλέον σε γυναίκες». Πώς έγινε αυτό; «Παλιά, όταν παντρεύονταν, τα γράφανε όλα στον γαμπρό, δεν τα γράφανε στις κόρες» θυμάται η Ελένη στο Πουρί. Η προίκα εξασφάλιζε τον γάμο της κόρης αλλά διαιώνιζε την ανισότητα: η περιουσία περνούσε στα χέρια του άντρα, η γυναίκα γινόταν κτήμα του, οικονομικά, νομικά, σωματικά.
«Είτε βρεις είτε δεν βρεις δουλειά σαν γυναίκα, άμα επιλέξεις έναν άνθρωπο θα γυρίσεις εκεί, στον τόπο του. Δεν θα έρθει αυτός μαζί σου».
Σήμερα, με την προίκα να αποτελεί παρελθόν, οι κόρες έχουν ίσα δικαιώματα κληρονομιάς. «Εδώ στη Ζαγορά οι γυναίκες είναι μπροστάρισσες» λέει με καμάρι η Κατερίνα. Πράγματι, αρκετές φίλες της είναι πρόεδροι τοπικών συλλόγων, μέλη του Δ.Σ. του συνεταιρισμού, επιχειρηματίες σε τουριστικά καταλύματα. Στον γυναικείο αγροτουριστικό συνεταιρισμό συγχωριανές της Κατερίνας φτιάχνουν γλυκά του κουταλιού και υφαντά, διεκδικώντας το δικό τους εισόδημα.
Η πατριαρχία όμως διατηρεί τη δύναμή της. «Υπάρχει ένας άγραφος κανόνας. Είτε βρεις είτε δεν βρεις δουλειά σαν γυναίκα, άμα επιλέξεις έναν άνθρωπο θα γυρίσεις εκεί, στον τόπο του. Δεν θα έρθει αυτός μαζί σου» λέει η Κατερίνα, η οποία εκπλήρωσε το όνειρό της να σπουδάσει ιστορία-αρχαιολογία και κοινωνική ανθρωπολογία, αλλά επέλεξε συνειδητά να επιστρέψει στη Ζαγορά για χάρη του συζύγου της. «Μπορεί να διοριζόμουν καθηγήτρια στον Βόλο ή στη Λάρισα, αλλά δεν θα ερχόταν ο άντρας μου μαζί μου, εγώ θα γυρνούσα πίσω για τη δουλειά που είχε αυτός. Πάω εγώ μαζί του, δεν πάει αυτός μαζί μου». Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τη μητέρα της. Μορφωμένη κι αυτή, εγκατέλειψε μια προοπτική ζωής στην πόλη για να ακολουθήσει τον πατέρα της Κατερίνας στο χωριό. «Εκείνος οδηγούσε την οικογένεια». Στην ερώτηση εάν το μετάνιωσε ή όχι απαντά με σπάνια ειλικρίνεια ότι το έκανε συνειδητά «με όποιο τίμημα». Η ίδια νιώθει τυχερή που ο άντρας της την υποστηρίζει: «Είμαι από τις πολύ τυχερές» λέει, προσθέτοντας ότι η επιλογή της γυναίκας να ακολουθεί τον άντρα παραμένει ο κανόνας στην περιοχή.
Μπορεί η Κατερίνα να επέστρεψε στη Ζαγορά αλλά τα περισσότερα κορίτσια φαίνεται να εγκαταλείπουν το Πουρί. «Έχουμε περισσότερους άντρες εδώ παρά γυναίκες» λέει η Αλεξάνδρα, επιβεβαιώνοντας την έμφυλη διάσταση της δημογραφικής τάσης των τελευταίων χρόνων στο χωριό. Το τίμημα είναι διπλό: το Πουρί χάνει νύφες, μάνες και εργαζόμενες στα κτήματα, ενώ οι νέοι άντρες μένουν εργένηδες. «Οι περισσότεροι συγχωριανοί έχουν γιους ανύπαντρους» αναφέρει η Ελένη. Η νέα συνθήκη αφήνει έναν πληθυσμό αντρών που δυσκολεύονται να βρουν ταίρι και ταυτόχρονα ασκεί πρόσθετη πίεση στις γυναίκες που μένουν στο χωριό.
Οι νέες δυναμικές

Οι αφηγήσεις βίας και αντοχής του χθες, οι προκλήσεις και αντιφάσεις του σήμερα συνθέτουν ένα πολύπλοκο μοτίβο. Η Φωτεινή Τσιμπιρίδου, καθηγήτρια κοινωνικής ανθρωπολογίας στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας, το ονομάζει «παλίμψηστο της πατριαρχίας»: πάνω στον καμβά των παλιών έμφυλων κανόνων εγγράφονται νέες κοινωνικές δυναμικές. Οι σχέσεις γυναικών και ανδρών συνθέτουν ένα παλίμψηστο φτιαγμένο από διαφορετικής ποσότητας και υφής μείγματα πατερναλισμού και γυναικείας χειραφέτησης, προσφέροντας νέες κριτικές αναγνώσεις των έμφυλων ανισοτήτων. Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, δύσκολα θα δούμε την επικράτηση «εθίμων» γυναικείας καταπίεσης όπως στις αρχές του προηγούμενου – η τιμωρία της γυναίκας που γέννησε κόρη ή η δημόσια απαξίωσή της θεωρούνται όχι μόνο απαράδεκτες αλλά τιμωρήσιμες βάσει νόμου.
Στο Πουρί και τη Ζαγορά του σήμερα, οι νεαρές γυναίκες μπορεί να μην είναι «κλεισμένες» όπως οι γιαγιάδες τους – βγαίνουν, οδηγούν, επιχειρούν, σπουδάζουν – αλλά εξακολουθούν να κινούνται σε έναν άνισο στίβο. «Τώρα οι γυναίκες έχουν ιδιοκτησία γης, έχουν μερίδιο ευθύνης, ακόμα και στην καλλιέργεια της γης» παρατηρεί η Κατερίνα. Παρά τα νέα τους καθήκοντα, εξακολουθούν όμως να φροντίζουν το σπίτι και τα παιδιά ώστε «να είναι όλα εντάξει για την επόμενη μέρα [της συγκομιδής] και πάλι από την αρχή». Οι ρόλοι εν μέρει εναλλάσσονται αλλά ουσιαστικά διευρύνονται με τις γυναίκες να επωμίζονται πρόσθετα βάρη. «Όχι δεν μοιράζονται τα βάρη, αυτά είναι ψέματα» επιβεβαιώνει η Κατερίνα. «Οι άντρες θα κάτσουν μέχρι αργά το βράδυ στο εργοστάσιο [του συνεταιρισμού] τον Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη». Όταν εκείνοι λείπουν, οι γυναίκες κρατούν το σπίτι και τα παιδιά.
«Οι μητέρες εξακολουθούν να νιώθουν ότι έχουν την ευθύνη για τους πάντες. Πέφτω να κοιμηθώ και το μυαλό μου γυρίζει. Πήγε ο ένας στο σπίτι; Γύρισε ο άλλος;».
Κι όμως, κάτι έχει αλλάξει στη συνείδηση γυναικών και ανδρών. Οι νεότερες όχι μόνο γνωρίζουν τι συνέβαινε στο παρελθόν και τι συμβαίνει τώρα, αλλά αρχίζουν και βλέπουν τα πράγματα με κριτική ματιά. Δεν αποδέχονται την ανισότητα ως μοίρα, ούτε θεωρούν τον εαυτό τους κατώτερες. Ακόμη και οι ηλικιωμένες στο Πουρί, που μεγάλωσαν με άλλα ήθη, αναγνωρίζουν πλέον ανοιχτά την αλλαγή. «Ήταν πιο σκληρός ο κόσμος τότε…τώρα οι μανάδες είναι αλλιώς με τα παιδιά» λέει η Γιαννούλα, παραδεχόμενη πως η ίδια μεγάλωσε σχεδόν μόνη τα πέντε παιδιά της. «Τότε είχανε έξι-εφτά παιδιά. Τι να πρωτοκάνουν οι μάνες;» μονολογεί η Ελένη, αποδίδοντας συμπόνια στις γυναίκες της γενιάς της.
Οι γυναίκες του Πουρίου μιλούν, έστω διστακτικά, για όσα τις βαραίνουν. Δεν σωπαίνουν από φόβο ή ντροπή όπως ενδεχομένως έκαναν οι μανάδες τους. Η συστολή τους είναι περισσότερο συνειδητή επιλογή παρά έξωθεν επιβολή. «Το έχουμε αυτό, εννοώ την άμυνα» λέει η Κατερίνα «ίσως γιατί επί δεκαετίες η κοινωνική συστολή είχε γίνει δεύτερη φύση». Όμως τώρα φαίνεται να συζητούν μεταξύ τους ανοιχτά για την αντρική συμπεριφορά, να στηλιτεύουν το σεξισμό και να κατανοούν τη δύναμη δικτύων αλληλοϋποστήριξης. Μια παρέα γυναικών παρενέβη πρόσφατα σε μια οικογένεια όπου υπήρξε κακοποίηση, ενθαρρύνοντας το θύμα να ζητήσει βοήθεια, πηγαίνοντας μαζί του στην αστυνομία. Τέτοιες εκφράσεις αλληλεγγύης ήταν αδιανόητες το 1975 – τότε μια κακοποιημένη σύζυγος ντρεπόταν ακόμα και στη μάνα της να το ομολογήσει.
Ενώ οι πέντε γυναίκες του Πουρίου μιλούν για τα δικά τους βιώματα, η παρουσία των μικρών αγοριών τις κάνει πιο συγκρατημένες, λες και περιμένουν την άτυπη έγκρισή τους. Υπάρχει μια εσωτερικευμένη αίσθηση ανδρικής κυριαρχίας. Τη διακρίνεις σε μικρές λεπτομέρειες: ποιος κάθεται στην κεφαλή του τραπεζιού, ποιος σερβίρεται πρώτος, ποιανού ο λόγος θα θέσει τον τόνο στη συζήτηση. Οι μητέρες εξακολουθούν να νιώθουν ότι έχουν την ευθύνη για τους πάντες. «Πέφτω να κοιμηθώ και το μυαλό μου γυρίζει. Πήγε ο ένας στο σπίτι; Γύρισε ο άλλος;». Αυτά τα μοτίβα περνούν από γενιά σε γενιά μέσα από βλέμματα, κουτσομπολιό, σιωπές και αναστεναγμούς. Είναι ακριβώς το είδος των «αντιλήψεων του ήθους» – του habitus – πάνω στο οποίο γράφεται ξανά και ξανά το παλίμψηστο της πατριαρχίας.
«Θα τη θυμάμαι για πάντα»

Η κουβέντα στο σαλόνι της Αλεξάνδρας φτάνει σιγά-σιγά στο τέλος της. Οι νεότερες της παρέας πρέπει να αποχωρήσουν για να ασχοληθούν με το χριστουγεννιάτικο ταξίδι στην Κροατία. Η πρώτη εκδρομή του πολιτιστικού συλλόγου Πουρίου στο εξωτερικό έγινε το 2007. Δεν είναι η μόνη δράση του συλλόγου. «Έχουμε και άλλες εκδηλώσεις. Φέτος τον Αύγουστο κάναμε την πέμπτη γιορτή μελιού, η οποία είχε μεγάλη επιτυχία», αναφέρει η αντιπρόεδρος του συλλόγου. «Όταν ήμασταν εμείς μπροστά στο σύλλογο» προσθέτει η Γιαννούλα, «μας είχε δώσει λεφτά ο Ιωάννης Χριστοδούλου, που καταγόταν από το Πουρί, για να φτιάξουμε τις φορεσιές για το χορευτικό. Έφυγε κι αυτός τώρα, ήταν 95-96 χρονών. Γι’ αυτό που έκανε, δώσαμε το όνομά του στο χορευτικό». «Μπορείτε να μας βρείτε στο Facebook και στο Instagram. Α, και στο TikTok» προσθέτει η αντιπρόεδρος.
Η κοινωνική μνήμη κουβαλάει τραύματα, προκαταλήψεις αλλά και διδάγματα. Το Πουρί υπέστη ρήξεις που σημάδεψαν τις σχέσεις των ανθρώπων του – από τις προσμίξεις διαφόρων φυγάδων που το κατοίκησαν τον 18ο αιώνα, ως τη μαζική έξοδο των ανδρών τον 19ο και τη μετανάστευση του 20ού. Κάθε γενιά έχει να αντιμετωπίσει κάτι καινούργιο, γράφοντας τη δική της στιβάδα εμπειριών πάνω στην προηγούμενη. Έτσι κάνουν και οι πέντε γυναίκες που μαζεύτηκαν στο σαλόνι της Αλεξάνδρας, ένα βράδυ στις αρχές του Δεκέμβρη, μερικές εβδομάδες μετά το θάνατο της Μαρί-Ελιζαμπέτ Αντμάν. Το βιβλίο της είναι ακουμπισμένο στο χαμηλό τραπέζι ανάμεσα σε κουλουράκια και άδειες κούπες ζεστής σοκολάτας. «Είναι το μοναδικό αντίτυπο στο χωριό, το φυλάω σαν κόρη οφθαλμού στη βιβλιοθήκη μου» λέει με υπερηφάνεια η Ελένη. «Το έχουν διαβάσει πολλοί. Να, πριν μερικές μέρες το έδωσα στο γιο της κυρίας που συναντήσατε το μεσημέρι στο μαγαζί της Αλέκας».
«Ήταν καλός άνθρωπος»
Σχεδόν μισό αιώνα πριν, η «Μαρία η γαλλίδα» ίσως να φάνταζε εξωτική στη Γιαννούλα και την Ελένη. Σήμερα οι γυναίκες αυτές έχουν εγγονές που σπουδάζουν στο Παρίσι και το Βερολίνο. «Την αγαπούσα τη Μαρία. Ήταν καλός άνθρωπος. Για μένα ήταν καλή. Τώρα για παραπέρα δεν ξέρω» λέει συγκινημένη η Γιαννούλα. «Για μένα ήταν χρυσή γυναίκα» προσθέτει με χαμόγελο η Ελένη. Μικρή παύση. «Θα τη θυμάμαι για πάντα, δεν πρόκειται να την ξεχάσω. Ήταν χαρισματική» συνεχίζει η Γιαννούλα. Ρωτώντας τις νεότερες της παρέας αν θα ήθελαν να προσθέσουν κάτι, η Αλεξάνδρα αναφέρει ότι το βιβλίο τη στενοχώρησε όταν το πρωτοδιάβασε σε ηλικία 15 ετών. «Πάρα πολύ με στεναχώρησε. Δε μ’ άρεσε δηλαδή. Λέω, πω πω, γίνονταν τέτοια πράγματα; Πάντως νομίζω ότι ήταν πολύ τιμητικό το ότι ένας άνθρωπος τόσο μορφωμένος και τόσο αντικειμενικός ήρθε εδώ και ασχολήθηκε με τον τόπο μας. Εγώ θα της έλεγα ευχαριστώ. Παρ’ όλο που δεν μας αρέσουν αυτά που γράφει. Ήταν αλήθεια όμως, μας αρέσει, δε μας αρέσει».
Το επόμενο πρωί, μικρή στάση στο πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής δημαρχείο της Ζαγοράς για μια τελευταία κουβέντα με την Κατερίνα. Δηλώνει αισιόδοξη για το μέλλον των γυναικών του τόπου της. «Βλέπω κορίτσια που δεν δέχονται μύγα στο σπαθί τους. Και οι άντρες αλλάζουν κι αυτοί, λίγο-λίγο» λέει με χαμόγελο. Ίσως η αισιοδοξία να πηγάζει στο ότι άντρες και γυναίκες αρχίζουν να συζητούν ανοιχτά μεταξύ τους για θέματα που στο παρελθόν «λύνονταν» κυρίως με βία και πονηριά. Μαθαίνουν, σιγά-σιγά, να γράφουν από κοινού νέες ιστορίες συνύπαρξης. Το καινούριο εξακολουθεί όμως να γράφεται πάνω στο αρχέγονο παλίμψηστο της πατριαρχίας. Και, διαβάζοντάς το, δεν μπορεί κανείς παρά να αναρωτηθεί για το σιωπηλό αλλά ανεξίτηλο αποτύπωμά του στις ζωές όλων μας.
In memoriam
Μαρί-Ελιζαμπέτ Αντμάν (Marie-Elisabeth Handman) (1942-2025): η συμβολή της στην κατανόηση της ανδρικής κυριαρχίας στην Ελλάδα
Μαίρη Λεοντσίνη, καθηγήτρια ΕΚΠΑ
Φωτεινή Τσιμπιρίδου, καθηγήτρια Πανεπιστημίου Μακεδονίας
Η Μαρί-Ελιζαμπέτ Αντμάν (Marie-Elisabeth Handman) (1942-2025) ήταν κοινωνική ανθρωπολόγος της Σύγχρονης Ελλάδας, καθηγήτρια στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών (Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales) στο Παρίσι, με ερευνητικό πεδίο την Ελλάδα και επιτόπιες εθνογραφικές έρευνες στη Θεσσαλία και στη Χαλκιδική. Υπήρξε μεγάλη φίλη της Ελλάδας, με έντονη παρουσία στην αντιδικτατορική δράση των Ελλήνων και των Ελληνίδων στο Παρίσι, μέλος του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και ακούραστη διανοήτρια φεμινίστρια. Επέβλεψε διδακτορικές διατριβές με ελληνικά θέματα, συντόνισε σεμινάρια και ερευνητικές ομάδες, πρόσφερε γενναιόδωρες συμβουλές και καθοδήγηση ενώ συνέβαλε στην επιστημονική πορεία πολλών Ελλήνων και Ελληνίδων, που σχετίστηκαν με το γαλλικό στοχασμό (ή σπούδασαν στη Γαλλία). Το βιβλίο της Βία και Πονηριά. Γυναίκες και άντρες σ’ ένα ελληνικό χωριό, που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1987 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, συνιστά την πρώτη δημοσιευμένη στα ελληνικά εθνογραφική μελέτη για τις έμφυλες εξουσιαστικές σχέσεις.
Η Αντμάν εισάγει στο έργο της το ερμηνευτικό πλαίσιο της ανδρικής κυριαρχίας, το οποίο αναλύει από τη σκοπιά της ανθρωπολογίας της συγγένειας, και με τα εργαλεία του μαρξισμού και της ψυχανάλυσης, σε συνεχή διάλογο με τον υλιστικό φεμινισμό της εποχής, δείχνοντας τα πρόσωπα της ανδρικής κυριαρχίας στον ελληνικό αγροτικό χώρο: με διάχυτη ανδρική βία, ζήλια μεταξύ αδελφών, υποχρεωτικοί γάμοι, ανταγωνισμοί ανάμεσα στα νοικοκυριά, βάναυση σεξουαλικότητα και στέρηση της γυναικεία απόλαυσης, ανισότητες στη μεταβίβαση της περιουσίας ανάμεσα στα αγόρια και στα κορίτσια, ιδιοποίηση της προίκας από τους άντρες, όπως παρατήρησε σε χωριό του Πηλίου. Οι γυναίκες εκεί χρησιμοποιούν επίσης τη βία σε παιδιά και εξαρτημένα άτομα αλλά και την πονηριά ως εργαλείο ανταγωνισμού και ζήλιας ανεξαρτήτως φύλου, αντιδρώντας στις διακρίσεις που οι ίδιες υφίστανται. Η συνθήκη αυτή δεν παρατηρείται, ωστόσο, στο επόμενο εθνογραφικό της πεδίο στη Χαλκιδική, όπου η γυναικεία εργασία της ύφανσης προσδίδει κύρος και αξία στις γυναίκες, ενώ κινητοποιεί υλικά και μεταφορικά τη γυναικεία φιλία και αλληλεγγύη. Η ανθρωπολογική της πορεία μας δείχνει αφενός τα ειδικά χαρακτηριστικά της ανδρικής κυριαρχίας σε βάρος των γυναικών, αφετέρου τις στρατηγικές επιβίωσής τους στο αγροτικό χώρο, τόσο λόγω του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, όσο και λόγω θρησκευτικοπολιτισμικών αντιλήψεων περί γυναικείας κατωτερότητας.
