Το δράμα της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς αποτυπώνεται στις δημοτικές εκλογές της Γαλλίας και στις συζητήσεις μετά το δημοψήφισμα στην Ιταλία. Στη Γαλλία, όπου συνεργάστηκαν οι Σοσιαλιστές με τον Μελανσόν, αντί για πρόσθεση ποσοστών έγινε αφαίρεση. Οπου κατέβηκαν χώρια, το ποσοστό των δύο κομμάτων ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που συγκέντρωσε η κοινή κάθοδος.
Στην Ιταλία η αποτυχία της Μελόνι να επικυρώσει μέσω της συμμετοχικής δημοκρατίας τη μεταρρύθμισή της στο δικαστικό σύστημα έκανε επιτακτικό το ερώτημα αν η κατακερματισμένη αντιπολίτευση, που ενώθηκε κερδοφόρα στο δημοψήφισμα, μπορεί να διαμορφώσει έναν άλλο πόλο διεκδίκησης της εξουσίας. Και στις δύο χώρες οι εθνικές εκλογές είναι προγραμματισμένο να διεξαχθούν το 2027.
Οι αναλογίες με την Ελλάδα γίνονται ευθείες. Η κεντρώα και κεντροαριστερή αντιπολίτευση στη χώρα μας και κατακερματισμένη είναι, και ανταλλάσσει διαρκώς προσκλήσεις για συνεργασία που δεν βρίσκουν παραλήπτες, και όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αναζητεί ηγέτη που θα την ενώσει και θα την κάνει πλειοψηφική. Το 2027, ίσως και λίγο νωρίτερα για να θωρακιστεί απέναντι σε έναν εκλογικό αιφνιδιασμό.
Το «ζητείται ηγέτης» δεν είναι απλό. Γιατί το βαθύτερο θέμα δεν είναι τεχνικό, με ποια διαδικασία θα ενωθούν τα κόμματα και κομματίδια του χώρου αυτού, αλλά πώς θα φτιαχτεί η κοινωνική συμμαχία, η οποία θα στηρίξει το εγχείρημα. Για αυτές τις θάλασσες χρειάζεται πολύ ικανός καπετάνιος στο τιμόνι και τέτοιος δεν φαίνεται στον ορίζοντα.
Στην ελληνική σκηνή, το 2017 η Δημοκρατική Συμπαράταξη (ΠαΣοΚ και σύμμαχοι) και το Ποτάμι συμφώνησαν σε μια εκλογική διαδικασία που θα αναδείκνυε τη νέα, κοινή ηγεσία, της Κεντροαριστεράς. Οι εκλογές έγιναν με χίλιες δυσκολίες και λίγο μετά το εγχείρημα εξέπνευσε. Το Ποτάμι αντιστάθηκε στην «απορρόφησή» του από το ΠαΣοΚ, αλλά αφέθηκε στην πολιτική εξαΰλωσή του μέσα στις γραμμές της ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το ΠαΣοΚ δεν άντεξε την πιεστική δόση «νεοφιλελευθερισμού» και επέλεξε το οχυρό της Χαριλάου Τρικούπη.
Τότε οι εκλογές απείχαν δύο χρόνια, τώρα ενδεχομένως λίγους μήνες. Το ΠαΣοΚ άνοιξε τις πόρτες του στην αμφίπλευρη διεύρυνση και απευθύνει αφειδώς καλέσματα. Ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ φιλοδοξεί να προσελκύσει τους «κοψοχέρηδες» της ΝΔ και τους αριστερούς απάτριδες και θεωρεί ότι μια μεγάλη ευκαιρία ευρύτερων ζυμώσεων αποτελεί η συνταγματική αναθεώρηση. «Ολοι όσοι θέλουν πολιτική αλλαγή είναι καλοδεχούμενοι» δηλώνει κεντρικό στέλεχος του ΠαΣοΚ.
Με δεδομένη την απόρριψη της συνεργασίας με τη ΝΔ, και το φυλλορρόημα του ΣΥΡΙΖΑ, το μόνο άλλο κόμμα που ενδεχομένως η συνεργασία μαζί του να έφερνε αέρα νίκης, είναι το κόμμα Τσίπρα. Ο πρώην πρωθυπουργός, όμως, φιλοδοξεί να είναι εκείνος ο ηγέτης της Κεντροαριστεράς. Το 2012 αξιοποίησε τη ρευστοποίηση των παραδοσιακών κομμάτων προς όφελός του. Θα καταφέρει να εγκιβωτίσει τη σημερινή πολιτική ρευστότητα; «Προτού καταθέσει το σχέδιό του, θέσει το πολιτικό διακύβευμα και παρουσιάσει τους ανθρώπους με τους οποίους θα απευθυνθεί στην κοινωνία, δεν μπορεί να γίνει καμία συζήτηση» παρατηρεί πρόσωπο που παρακολουθεί εκ των έσω την κυοφορία του νέου σχήματος.
Βέβαια, ό,τι στη θεωρία είναι πρόσθεση, στην πράξη μπορεί να γίνει αφαίρεση, όπως δείχνει το παράδειγμα της Γαλλίας. «Πώς κόμματα που θα “σκοτωθούν” προεκλογικά, θα συνεργαστούν μετά σαν να μη συμβαίνει τίποτα;» διερωτάται στέλεχος της ευρύτερης Κεντροαριστεράς.
Το «μετά», δηλαδή το διάστημα ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη Κυριακή των εκλογών, αν η ΝΔ δεν κατακτήσει την αυτοδυναμία, θα είναι άγραφο χαρτί.
Η δίκη για τα Τέμπη θα είναι σε εξέλιξη σε μια αίθουσα που, παρά τα συνολικά 2,3 εκατομμύρια ευρώ που δαπανήθηκαν, αποδείχθηκε ακατάλληλη. Βουλευτές της ΝΔ θα βρίσκονται ενώπιον της Δικαιοσύνης χωρίς την προστασία της ασυλίας για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Κυρίως, κανένας δεν μπορεί να προβλέψει την εξέλιξη του σκανδάλου των υποκλοπών μετά τις σαφείς προειδοποιήσεις τού πρωτοδίκως καταδικασθέντος ιδιοκτήτη της Intellexa (Predator), Ταλ Ντίλιαν, προς το Μέγαρο Μαξίμου.
Από όλα όσα συμβαίνουν, αυτό έχει ταρακουνήσει περισσότερο το πρωθυπουργικό περιβάλλον. Τακτικοί συνομιλητές του Κυριάκου Μητσοτάκη μεταφέρουν ότι διατηρεί την ψυχραιμία του παρά τις πιεστικές εισηγήσεις που δέχεται ακόμα και από στενούς συνεργάτες του για πρόωρες εκλογές. Ολοι αντιλαμβάνονται ότι μια τέτοια απόφαση είναι δίκοπο μαχαίρι, ωστόσο «τι θα γίνει αν αρχίσουν να κυκλοφορούν “χαρτιά” για τις υποκλοπές; Ακόμα και κατασκευασμένα να είναι, δεν θα έχει καμία σημασία» σημειώνει κυβερνητικό στέλεχος.
Και έχει δίκιο, γιατί σε αυτή την περίπτωση πέρα από την προεκλογική αντιπαράθεση για τις ευθύνες θα τεθεί και ένα ερώτημα παραγραφής των αδικημάτων, τα οποία συνέβησαν πριν από τον νόμο Φλωρίδη του 2025, που κατάργησε τη σύντομη παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων. «Η κυβέρνηση έχει δηλώσει κατ΄ επανάληψη ότι η σύντομη παραγραφή καταργήθηκε με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2019 και ότι ο νόμος του 2025 είναι απλώς διαπιστωτικός. Θα ήταν απολύτως εξευτελιστικό, πολιτικά και νομικά, να πουν το αντίθετο από αυτά που υποστήριξαν στη Βουλή όταν ψηφιζόταν ο νόμος του 2025» επισημαίνει έγκριτος νομικός.
«Αν διαμορφωθεί τέτοιο περιβάλλον, ποιο κόμμα θα συνεργαστεί μετεκλογικά με τη ΝΔ;» αναρωτιούνται διάφοροι «γαλάζιοι» παράγοντες, που όσο και να μετρούν, αυτοδυναμία δεν βλέπουν, ενώ κάποιοι από τους παρακολουθούμενους υπουργούς αφήνουν να διαρρεύσει ότι αν υπάρξουν αποκαλύψεις θα ξανασκεφτούν το θέμα των μηνύσεων.
Αυτά θα εκτυλίσσονται σε ένα περιβάλλον οικονομικής αβεβαιότητας, αύξησης επιτοκίων που θα επιβραδύνουν την οικονομία και εκτόξευσης τιμών των αγαθών. Τι γίνεται, λοιπόν, όταν οι συνθήκες επιβάλλουν εκλογές, αλλά ταυτόχρονα τις καθιστούν ανέφικτες;






