Κάποτε ο ΣΥΡΙΖΑ ασχολούνταν με τα «ασημικά» της χώρας. Από τη στιγμή που τέθηκε, έστω εμμέσως και ατύπως, ζήτημα «αυτοδιάλυσης», πολλοί αναρωτήθηκαν τι θα γίνει με τα οικογενειακά κειμήλια του κόμματος. Απαντήσεις όμως δεν υπάρχουν γιατί οι αρμόδιοι δεν ασχολήθηκαν ποτέ με το θέμα.

Αν όμως προχωρήσει στο απονενοημένο διάβημα, όπως επιθυμεί σφόδρα η πλευρά του Αλέξη Τσίπρα στον δρόμο για τη δημιουργία του νέου κόμματος, τι θα γίνει με την κληρονομιά του;

Στην πλατεία Κουμουνδούρου, εκεί όπου τα τελευταία χρόνια χτυπούσε η καρδιά της εξουσίας της Αριστεράς, τα οικονομικά του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζουν σήμερα περισσότερο με ένα σύνθετο παζλ παρά με μια καθαρή εικόνα ισολογισμού.

Σήμερα, επισήμως, ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι δεν διατηρεί τραπεζικό δανεισμό, επιχειρώντας να διαφοροποιηθεί από τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Τα «ανοίγματα» προς προμηθευτές, οι καθυστερήσεις σε υποχρεώσεις και η σημαντική μείωση της κρατικής χρηματοδότησης – που σε ορισμένες περιόδους έφτασε ακόμη και το 50% – δημιουργούν ένα περιβάλλον οικονομικής στενότητας.

Τα κομματικά ΜΜΕ

Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκονται τα κομματικά μέσα ενημέρωσης. Η «Αυγή» και ο ραδιοφωνικός σταθμός «Στο Κόκκινο» αποτέλεσαν διαχρονικά όχι μόνο πολιτικά εργαλεία, αλλά και οικονομικά βαρίδια. Οι προσπάθειες εξυγίανσης, με προγράμματα εθελούσιας εξόδου και περιορισμό λειτουργιών, δείχνουν την κατεύθυνση: λιγότερο κόστος, περισσότερη επιβίωση. Παράλληλα, αποκαλύπτουν και το εύρος των υποχρεώσεων που είχαν συσσωρευτεί τα προηγούμενα χρόνια.

Η συρρίκνωση των εσόδων δεν είναι άσχετη με την εκλογική πτώση. Η κρατική επιχορήγηση – ο βασικός αιμοδότης των κομμάτων – εξαρτάται άμεσα από τα ποσοστά. Και όταν αυτά μειώνονται, τα οικονομικά μοντέλα καταρρέουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε έτσι αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που γνώρισαν νωρίτερα άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί: λιγότερα χρήματα, ίδιες ή αυξημένες υποχρεώσεις.

Κληροδοτήματα

Εκτός από τα προαναφερόμενα, το κτίριο και τα κομματικά μέσα, υπάρχουν κάποια κληροδοτήματα και ορισμένες μικρές καταθέσεις. Ένα ακίνητο στη Θεσσαλονίκη εκποιήθηκε και παραμένουν στην κατοχή του ΣΥΡΙΖΑ άλλα δύο, σε Παγκράτι και Ζάκυνθο. Ακόμα, στην περιουσία του ΣΥΡΙΖΑ συγκαταλέγεται το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, ενώ πιο σύνθετο είναι το ζήτημα της διαχείρισης των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) με το πλούσιο αρχειακό υλικό.

Το καταστατικό του κόμματος προβλέπει ότι η οικονομική διαχείριση ελέγχεται από ειδικά όργανα, με ενημέρωση των μελών και διαφάνεια στις αποφάσεις. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πώς ελέγχονται τα οικονομικά, αλλά τι συμβαίνει σε ακραία σενάρια, όπως αυτό της αυτοδιάλυσης.

Σε μια τέτοια περίπτωση, το πλαίσιο είναι σαφές αλλά όχι απλό. Τα περιουσιακά στοιχεία, ακίνητα, εξοπλισμός, μέσα, δεν ανήκουν σε πρόσωπα, π.χ. παλαιότερα στον Αλ. Τσίπρα ή σήμερα στο νυν πρόεδρο Σωκράτη Φάμελλο, αλλά στο νομικό πρόσωπο του κόμματος. Η διάθεσή τους καθορίζεται από το καταστατικό και τις αποφάσεις των συλλογικών οργάνων. Άρα, πρέπει να αποφασίσει το συνέδριο για μια τέτοια διαχείριση και μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.

Το «μοίρασμα»

Η αυτοδιάλυση απαιτεί απόφαση ανώτατου οργάνου, όπως είναι το συνέδριο που είναι το κυρίαρχο σώμα. Το συνέδριο μόνο μπορεί να αποφασίσει, είτε διάλυση είτε συγχώνευση είτε μετασχηματισμό, και μάλιστα με αυξημένη πλειοψηφία (2/3) και όχι με απλή πλειοψηφία.

Μετά την αυτοδιάλυση συνήθως προβλέπεται η μεταβίβαση των ακινήτων και άλλων πάγιων στοιχείων σε συγγενείς πολιτικούς φορείς, ιδρύματα ή άλλες δομές που υπηρετούν τον ίδιο ιδεολογικό σκοπό. Όμως πριν από κάθε διανομή προηγείται η εκκαθάριση: δηλαδή η αποπληρωμή όλων των υποχρεώσεων.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Οι πιστωτές, δηλαδή τράπεζες, προμηθευτές, εργαζόμενοι, έχουν προτεραιότητα. Εάν υπάρχουν υποθήκες, όπως αυτή που είχε τεθεί στο κτίριο της Κουμουνδούρου, τότε οι σχετικές απαιτήσεις προηγούνται. Με απλά λόγια, κανένα «μοίρασμα» δεν γίνεται πριν κλείσουν οι λογαριασμοί και άρα δεν λύνονται όλα με μια πολιτική προτροπή περί «αυτοδιάλυσης».

Η επιχορήγηση

Ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο είναι η κρατική επιχορήγηση που λαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Με βάση τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία: για το 2025 έλαβε περίπου 6,38 εκατ. ευρώ τακτική κρατική χρηματοδότηση. Το συνολικό ποσό που μοιράζεται κάθε χρόνο στα κόμματα είναι περίπου 37-40 εκατ. ευρώ. Άρα, με ποσοστό 17,83% στις εκλογές Ιουνίου 2023, λαμβάνει περίπου 6-6,5 εκατ. ευρώ ετησίως.

Υπάρχει ακόμα η επιχορήγηση για το 2026, για τους πρώτους μήνες του 2027, εάν οι εκλογές γίνουν στον συνταγματικό τους χρόνο, και η εκλογική επιχορήγηση. Η συγκεκριμένη επιχορήγηση είναι ξεχωριστή και δίνεται σε δόσεις, δηλαδή το 40% πριν από τις εκλογές ως προκαταβολή, 50% μετά και ακολουθεί η τελική εκκαθάριση με βάση το εκλογικό ποσοστό. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ η επιχορήγηση δεν είναι εκατομμύρια, αλλά μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.

Η συνεισφορά

Δευτερεύουσα αλλά όχι αμελητέα πηγή είναι οι εισφορές των βουλευτών, πάρα πολλοί εκ των οποίων δεν είναι διατεθειμένοι να παραιτηθούν από τη βουλευτική έδρα, με μελλοντική παρουσία στο υπό ίδρυση κόμμα του Αλ. Τσίπρα, αφήνοντας χώρο σε άλλο πρόσωπο και με απώλεια αρκετών δεκάδων χιλιάδων ευρώ.

Στον ΣΥΡΙΖΑ, όπως και σε άλλα κόμματα της Αριστεράς, ισχύει ένα άτυπο αλλά σταθερό σύστημα κομματικής συνεισφοράς που κυμαίνεται μεταξύ 20% και 30% της βουλευτικής αποζημίωσης. Σε πραγματικούς όρους, αυτό σημαίνει περίπου 1.000 έως 1.500 ευρώ τον μήνα ανά βουλευτή. Συνολικά, το ποσό αυτό μπορεί να φθάνει τις 600.000 έως 900.000 ευρώ ετησίως, ένα σημαντικό αλλά σαφώς συμπληρωματικό έσοδο σε σχέση με την κρατική επιχορήγηση.

Άρα, για πάρα πολλά στελέχη η αυτοδιάλυση είναι άκυρη διότι υπάρχουν πολλά «ασημικά» για τα οποία πρέπει να αποφασιστεί η τύχη τους.

Το αξιοπερίεργο είναι ότι ούτε στον ΣΥΡΙΖΑ ούτε στο επιτελείο του Αλ. Τσίπρα έχουν συζητήσει επί της ουσίας τι θα γίνεται σε περίπτωση αυτοδιάλυσης. Στο γραφείο του Σ. Φάμελλου δεν έχει εξεταστεί και στην πλευρά του πρώην πρωθυπουργού δεν έχουν σκεφθεί τι θα γίνει στην περίπτωση της αυτοδιάλυσης, που αυτή τη στιγμή δεν είναι πλειοψηφούσα άποψη στον ΣΥΡΙΖΑ, όπως φάνηκε στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής το περασμένο Σάββατο.

***

Από την ΙΖΟΛΑ και την ΕΑΡ στον Συνασπισμό

Το δυνατό χαρτί του ΣΥΡΙΖΑ είναι το κτίριο – πλέον ονομάζεται «Μίμης Δαρειώτης», το όνομα του ιστορικού στελέχους που επί χρόνια διετέλεσε υπεύθυνος για τα οικονομικά του ΣΥΡΙΖΑ – που στεγάζει τα γραφεία του κόμματος στην πλατεία Κουμουνδούρου (Πλ. Ελευθερίας 1).

Με σημερινά στοιχεία της κτηματαγοράς εκτιμάται περίπου στα 4 εκατ. ευρώ. Το εν λόγω ακίνητο είχε τεθεί υπό καθεστώς υποθήκης-ενεχύρου για την εξασφάλιση δανείων του ΣΥΡΙΖΑ. Σχετικά με την ιστορία του κτιρίου, το 1990 η ΕΑΡ αγόρασε το ακίνητο από την ΙΖΟΛΑ με 115 εκατ. δραχμές μέσω τραπεζικού δανεισμού.

Το δάνειο, ύψους 80 εκατ. ευρώ, χορηγήθηκε από την τότε Ιονική Λαϊκή Τράπεζα και μετά από χρόνια δεν εξυπηρετήθηκε και «κοκκίνισε». Το 1992 στο πρώτο ιδρυτικό συνέδριο του Συνασπισμού, οπότε και έγινε ενιαίο κόμμα, η ΕΑΡ ενσωματώθηκε στο σχήμα με τα περιουσιακά της στοιχεία όπου στον πυρήνα ήταν το κτίριο.

Έγινε ιδιοκτησία του Συνασπισμού και σήμερα του ΣΥΡΙΖΑ, μετά τις διάφορες μετονομασίες. Το δάνειο ανέλαβε να το εξοφλήσει, όπως και έγινε, ο Συνασπισμός, με 175 εκατ. δραχμές το 1997. Πίσω από τις πόρτες του κτιρίου, που αποτελεί το βασικό περιουσιακό στοιχείο του κόμματος, κρύβεται μια ιστορία προσαρμογής στα νέα δεδομένα και, όπως παραδέχονται και στελέχη του, δύσκολων επιλογών.

Το κτίριο της Κουμουνδούρου δεν είναι απλώς η έδρα. Είναι και το ισχυρότερο εμπράγματο περιουσιακό «χαρτί» του κόμματος. Στη διάρκεια της κρίσης, και ιδίως το 2017, χρησιμοποιήθηκε ως εγγύηση σε τραπεζική ρύθμιση, μαζί με την εκχώρηση μελλοντικών κρατικών επιχορηγήσεων, προκειμένου να αναδιαρθρωθεί δανεισμός εκατομμυρίων ευρώ. Η πρακτική αυτή, που άλλοτε η Κουμουνδούρου κατήγγειλε για το ΠαΣοΚ και τη ΝΔ, κατέστη τελικά αναγκαία για τη διατήρηση της οικονομικής ισορροπίας του κόμματος.