Η επικοινωνιακή ομοβροντία της Ευρωπαϊκής Ενωσης εναντίον της πολιτικής Τραμπ έχει να συμβεί από το… Brexit. Και τότε ακούγαμε φιλιππικούς εναντίον της Βρετανίας, που θα την έτρωγε το μαύρο φίδι αν έφευγε από την ΕΕ. Η πολεμική έχει πια ξεχαστεί. Η δε Βρετανία μάλλον καλά πάει, αν τη συγκρίνουμε οικονομικά με την ύφεση μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών (π.χ., Γερμανία), αφού στερήθηκαν το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο.
Η αντίδραση στην πολιτική Τραμπ αποδίδει προσωρινά καρπούς. Στο Νταβός ο αμερικανός πρόεδρος ανακάλεσε απειλές για επιβολή δασμών, βίαιη προσάρτηση Γροιλανδίας κ.λπ. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπαναχωρεί από τους μακροπρόθεσμους στόχους του. Αντιθέτως, επιδιώκει να κλείσει γρήγορα πεδία που καθιστούν την Κίνα ισχυρότερη οικονομικά και τεχνολογικά, άρα και στρατιωτικά (Βενεζουέλα, Ιράν, Γροιλανδία). Είναι τουλάχιστον η πέμπτη φορά από τις αρχές του 20ού αιώνα που οι ΗΠΑ συνεργάζονται με τη Ρωσία για την αναδιανομή της παγκόσμιας επιρροής: το έκαναν σε δύο παγκοσμίους πολέμους – πρώτα, με την τσαρική Ρωσία, μετά με την ΕΣΣΔ – και στον Ψυχρό Πόλεμο, όπου στην Κρίση του Σουέζ (1956) κορυφώθηκε η αμερικανο-σοβιετική συνεργασία για την αποαποικιοποίηση, παρότι η ΕΣΣΔ ταυτόχρονα κατέπνιξε την ουγγρική εξέγερση. Επίσης, οι ΗΠΑ συνεργάστηκαν με τη Ρωσία του Γκορμπατσόφ και του Γέλτσιν για την επανένωση της Γερμανίας και την είσοδο των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Τώρα ο Τραμπ προσεγγίζει τον Πούτιν, γιατί η Ρωσία θεωρείται πιο αδύναμος κρίκος από την Κίνα.
Η ΕΕ αποτελείται από έμπειρα κράτη. Δεν τα ξενίζει αυτή η συμπεριφορά. Σίγουρα τα προβληματίζει, αφού αυτοτραυματίστηκαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μνημείο του οποίου είναι ο ΟΗΕ. Αλλά και αυτόν τον αλλάζουν οι ΗΠΑ, που τον οραματίστηκαν και εν πολλοίς τον χρηματοδότησαν. Μέσα από την ίδρυση του Συμβουλίου της Ειρήνης (Board of Peace), όπου προσχώρησαν αμέσως 25 από τα 193 κράτη του ΟΗΕ. Ανάμεσά τους βρίσκονται το Ισραήλ και η Αίγυπτος, χώρες με τις οποίες η Ελλάδα αναπτύσσει στρατηγική συνεργασία, αλλά και η Τουρκία, με την οποία η Ελλάδα είναι «καταδικασμένη» να συμβιώνει εξαιτίας του ΝΑΤΟ και της Συνθήκης της Λωζάννης. Η ελληνική κυβέρνηση επιφυλάσσεται, προφανώς αναμένοντας τις αποφάσεις μεγαλύτερων ευρωπαϊκών χωρών.
Μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Η γεωπολιτική αλλαγή είναι ήδη εδώ. Η Ελλάδα μάλλον καλείται να αποφασίσει, με διχασμένη τη Δύση ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΕ. Αν επιστρέψουμε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε ο διχασμός της Δύσης μεταφέρθηκε στην Ελλάδα με τεράστιες συνέπειες, και αν για όλα «φταίει» ο Ελευθέριος Βενιζέλος που μας έκανε ναυτικό κράτος με δυτικό προσανατολισμό και μας «έδεσε» με την Τουρκία, ίσως πρέπει να ακολουθήσουμε την πεπατημένη των σχολικών ιστορικών βιβλίων που θέλει να συμπορευόμαστε, εν είδει εθνικού δόγματος, με την ισχυρή ναυτική δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου. Την ίδια γραμμή ακολούθησε ο Ιωάννης Μεταξάς μετά το 1936, παρότι ήταν λάβρος αντιβενιζελικός. Από την άλλη πλευρά, η ΕΕ έχει διανύσει πολλά χιλιόμετρα από το 1945: καλλιεργεί τη δημοκρατία, δημιουργεί πιστούς υποστηρικτές, προσφέρει πόρους, αναβαθμίζει μισθολογικά και κοινωνικά ζωές. Και όλα αυτά χωρίς να χολοσκά για την άμυνά της, την οποία χρηματοδότησαν γενναιόδωρα οι ΗΠΑ. Σήμερα αναβαθμίζει αναφανδόν την ευρωπαϊκή άμυνα, αλλά της λείπουν ο χρόνος και η αλληλεγγύη που χρειάζεται.
Ολοι ελπίζουμε να ξαναμονοιάσει η Δύση. Αλλά η ελπίδα δεν είναι στρατηγική. Στον δρόμο των αποφάσεων, ας προετοιμαστούμε να αιφνιδιάσουμε προβάλλοντας εθνική ενότητα. Με σύγκλιση, όχι διά της επιβολής μιας άποψης. Αυτό είναι ήδη μια μικρή (επ)ανάσταση.



