Το Σύνταγμα του 1975 είναι πλέον το μακροβιότερο στην ελληνική ιστορία. Παρ’ όλες τις έντονες πολιτικές συγκρούσεις που συνόδευσαν τόσο τη θέσπισή του όσο και την πρώτη του αναθεώρηση το 1986, σταδιακά εμπεδώθηκε ως σταθερό σημείο αναφοράς της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Οπωσδήποτε, οι διαφωνίες ως προς συνταγματικά ζητήματα δεν έλειψαν μέσα στον χρόνο, εξέφρασαν όμως, στις περισσότερες περιπτώσεις, απλώς διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του Συντάγματος, υπό το φως μάλιστα του σύγχρονου πολυεπίπεδου συνταγματισμού, παρά επί της αρχής αμφισβήτηση.
Ωστόσο, σήμερα, πολλές διατάξεις του Συντάγματος αποτυπώνουν τα ίχνη μιας μακράς συνταγματικής εξέλιξης που ανατρέχει ήδη στα συνταγματικά κείμενα της ελληνικής επανάστασης, χωρίς να ανταποκρίνονται επαρκώς στις σύγχρονες απαιτήσεις. Για να το διαπιστώσει κανείς, αρκεί να ανατρέξει σε διατάξεις όπως των άρθρων 14 και 15 για την κατάσχεση εντύπων και για τη μη εφαρμογή των προστατευτικών για τον Τύπο διατάξεων στον κινηματογράφο, τη φωνογραφία, τη ραδιοφωνία, την τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μετάδοσης λόγου ή παράστασης ή στο άρθρο 92 παρ. 5 για το όριο ηλικίας των συμβολαιογράφων και των φυλάκων υποθηκών και μεταγραφών. Παρά τη μοναδική ιστορική επιτυχία του, το Σύνταγμα του 1975 είναι πλέον το Σύνταγμα μιας άλλης εποχής.
Στην επικαιρότητα των τελευταίων μηνών αναδείχθηκαν συγκεκριμένες, εξαιρετικά σημαντικές θεματικές, ως προς τις οποίες επιλογές του ισχύοντος Συντάγματος τίθενται προς επαναξιολόγηση: Ιδίως η διαδικασία διερεύνησης της ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών, η επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης, η υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων, η δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων.
Η πρωτοβουλία του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας και Πρωθυπουργού για την εκκίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος υπερβαίνει όμως αυτά τα επιμέρους ζητήματα. Χωρίς να θίγει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα όρια του αναθεωρητικού νομοθέτη, όπως αυτά χαράσσονται στο άρθρο 110 του Συντάγματος, φιλοδοξεί τη συνολική προσαρμογή του Συντάγματος στις προκλήσεις του σήμερα και του αύριο. Με την αποκάθαρση του συνταγματικού κειμένου από λεπτομερειακές αναφορές που δεν προσήκουν στον θεμελιώδη νόμο του κράτους αλλά και με τον εκσυγχρονισμό του υπό το φως των σημερινών δεδομένων και αναγκών· με τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για μια σύγχρονη λειτουργική δημοκρατία· με την ενίσχυση της κανονιστικής του δύναμης, μέσω της διασφάλισης της έγκαιρης δικαστικής κρίσης· με τη συνταγματική τυποποίηση βασικών κανόνων κυβερνητικής λειτουργίας, καλής νομοθέτησης και δημοσιονομικής ισορροπίας· με τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας του Συντάγματος ως του θεμελιώδους πλαισίου της κοινωνικής συμβίωσης σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία. Στη θέση της δύναμης της αδράνειας που συντηρεί παθογένειες στη λειτουργία των θεσμών, βασικό ζητούμενο, εν τέλει, είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απέναντι στο κράτος, τους θεσμούς, το πολιτικό σύστημα, τη διοίκηση και τη δικαιοσύνη.
Εκκινώντας από αυτά τα προτάγματα, το νέο αναθεωρητικό εγχείρημα δεν έχει, και δεν μπορεί να έχει κομματικό πρόσημο. Οχι επειδή η αναθεώρηση, κατά το Σύνταγμα, απαιτεί ευρύτερες συναινέσεις και αυξημένες πλειοψηφίες· αλλά επειδή ο στόχος της δεν είναι βραχυπρόθεσμος και κομματικός, αλλά μακροπρόθεσμος και εθνικός. Ασφαλώς, η επιτυχία του εγχειρήματος θα κριθεί στο τέλος της διαδρομής· ο ασφαλέστερος δρόμος για την αποτυχία, όμως, είναι να μην προσπαθήσουμε καν.
Ο κ. Στέλιος Κουτνατζής είναι γενικός γραμματέας του Πρωθυπουργού, επίκουρος καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.



