Τα νέα μέτρα στήριξης που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός πριν από λίγες ημέρες παρουσιάστηκαν ως «επιστροφή του πλεονάσματος στην κοινωνία». Στην πράξη, όμως, θυμίζουν περισσότερο επιστροφή στην ίδια αποτυχημένη συνταγή, δηλαδή επιδόματα περιορισμένης διάρκειας, αποσπασματικές παρεμβάσεις και καμία ουσιαστική σύγκρουση με τις βαθύτερες αιτίες της ακρίβειας. Το πακέτο, ύψους περίπου 500 εκατ. ευρώ, περιλαμβάνει επιδοτήσεις στο diesel, ενισχύσεις για ενοίκια, 150 ευρώ ανά παιδί, αύξηση επιδόματος σε συνταξιούχους και ρυθμίσεις οφειλών. Σε επίπεδο επικοινωνίας, όλα μοιάζουν ισορροπημένα, λίγο για όλους, ώστε να μη μείνει κανείς παραπονεμένος. Σε επίπεδο πραγματικής οικονομίας, όμως, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.
Διότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη «ενισχύσεων», αλλά η ανεξέλεγκτη ακρίβεια. Τα καύσιμα παραμένουν σε τροχιά ανόδου, η οποία τροφοδοτείται βέβαια από τις αλλοπρόσαλλες αποφάσεις του πορτοκαλή «πλανητάρχη», με την κυβέρνηση να περιορίζεται σε επιδοτήσεις λίγων λεπτών ανά λίτρο. Τα τρόφιμα και τα είδη πρώτης ανάγκης συνεχίζουν να κινούνται σε πολύ υψηλά επίπεδα, παρά τα πρόσκαιρα πλαφόν και τις εξαγγελίες περί ελέγχων του αρμόδιου υπουργού, όπως επίσης και τα ενοίκια, τα οποία παραμένουν απλησίαστα για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ακόμη και με τις διευρύνσεις των εισοδηματικών κριτηρίων για την επιστροφή μικρού μέρους αυτών.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει ένα διαρθρωτικό πρόβλημα με προσωρινά «μπαλώματα». Δίνει 150 ευρώ στο παιδί όταν το κόστος διαβίωσης μιας οικογένειας έχει αυξηθεί κατά εκατοντάδες ευρώ μηνιαίως. Δίνει 20 λεπτά στο diesel όταν το συνολικό ενεργειακό κόστος έχει εκτοξευθεί. Αυξάνει κατά 50 ευρώ ένα επίδομα συνταξιούχου την ώρα που η αγοραστική του δύναμη έχει συρρικνωθεί δραματικά, με αποτέλεσμα οι συνταξιούχοι και τα περιστέρια να έχουν ως κοινό παρονομαστή ότι τρέφονται με ψίχουλα.
Αυτό δεν είναι πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης αλλά πολιτική διαχείρισης της δυσαρέσκειας. Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι η ίδια η κυβέρνηση ομολογεί τα όριά της. Ο Πρωθυπουργός έκανε λόγο για «το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε χωρίς να διαταραχθεί η οικονομική ισορροπία». Με απλά λόγια, οι πολίτες θα συνεχίσουν να πιέζονται ώστε να μην πιεστούν τα δημόσια οικονομικά. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή πολιτικής προτεραιότητας.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της κριτικής. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν πόροι, είναι ότι δεν υπάρχει βούληση για βαθύτερες παρεμβάσεις, δηλαδή για ουσιαστική μείωση της φορολογίας στα καύσιμα, για αυστηρό έλεγχο της αγοράς, για μόνιμα μέτρα ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος. Αντί αυτών, επιλέγεται η εύκολη λύση των επιδομάτων, που δημιουργούν πρόσκαιρη ανακούφιση και μόνιμη εξάρτηση. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία εγκλωβισμένη. Οι πολίτες βλέπουν τους λογαριασμούς να αυξάνονται, τα εισοδήματα να μην επαρκούν και την προοπτική να θολώνει. Δεν μπορούν να σχεδιάσουν το μέλλον τους, γιατί το παρόν γίνεται όλο και πιο ακριβό.
Τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν τα μέτρα είναι χρήσιμα, διότι κάποια προφανώς προσφέρουν μια μικρή ανάσα. Το ερώτημα είναι αν αρκούν για να αλλάξουν την κατάσταση, και εδώ η απάντηση είναι ένα ξεκάθαρο «όχι». Γιατί το «τέρας» της ακρίβειας δεν εξουδετερώνεται με επιδόματα, αντίθετα τρέφεται από αυτά, και όσο η πολιτεία αρνείται να το αντιμετωπίσει στη ρίζα του τόσο θα μεγαλώνει μαζί με την ανασφάλεια και την οργή της κοινωνίας.
Ο κ. Γιώργος Κορομηλάς είναι φορολογικός σύμβουλος.



