Αρχισα να μαθαίνω ελληνικά στην ηλικία των έξι. Πρώτα έμαθα το αλφάβητο, να γράφω το όνομά μου και να απομνημονεύω λέξεις. Ηταν κάτι διασκεδαστικό και εύκολο για εμένα και μου έδωσε κίνητρο να συνεχίσω να μαθαίνω.

Καθώς μεγάλωνα, η εκμάθηση ελληνικών γινόταν πιο περίπλοκη με τους γραμματικούς κανόνες. Ηταν ακόμα εφικτή, αλλά μετά όλα έγιναν πιο δύσκολα. Ξεκίνησε με τους ρηματικούς χρόνους, μετά ήρθαν οι πτώσεις και η υποτακτική και «κατέστρεψαν» εντελώς τη μέχρι τότε μαθησιακή μου εμπειρία.

Δεν ήταν μόνο πολλά για να τα κατανοήσω, αλλά ήταν και δύσκολο να τα συνηθίσω. Απογοητεύτηκα και μου ήταν αδύνατο να ακολουθήσω τους κανόνες των ελληνικών. Πίστευα ότι δεν θα κατάφερνα ποτέ να μιλήσω άπταιστα ελληνικά.

Καθώς όμως περνούσε ο καιρός, μου γίνονταν όλο και πιο κατανοητά. Οσο περισσότερο εξέθετα τον εαυτό μου στα ελληνικά κείμενα, τόσο περισσότερο καταλάβαινα τους κανόνες. Προς το παρόν, τα πάω αρκετά καλά όσον αφορά την εκμάθηση ελληνικών.

Αν κάτι ξεχωρίζω στις πολλές διαφορετικές γλώσσες είναι το πόσο ενδιαφέρουσες είναι. Κάθε μία έχει τη δική της γραμματική, σύνταξη και κανόνες κάθε ένας από αυτούς τους παράγοντες καθορίζει σε σημαντικό βαθμό πόσο εύκολη ή όχι είναι η εκμάθησή της.

Για παράδειγμα, τα αγγλικά αν και θεωρείται ότι έχουν ένα απλό αλφάβητο και απλή γραμματική, γεννούν δυσκολίες λόγω της προφοράς τους. Διαθέτουν πολλούς σιωπηλούς φθόγγους και εξαιτίας αυτού πολλές ομόηχες λέξεις, όπως «write» (γράφω) και «right» (σωστά).

Τα ελληνικά, από την άλλη, μπορεί να έχουν ένα πιο περίπλοκο αλφάβητο, συγκριτικά με το λατινικό, αλλά δεν διαθέτουν – παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις – σιωπηλούς φθόγγους, ενώ είναι λιγότερες οι ομόηχες λέξεις.

Γενικά, είχα μια σπουδαία, αν και μερικές φορές δύσκολη, εμπειρία με τις γλώσσες. Είναι ενδιαφέρον να έρχομαι σε επαφή με μια νέα, ξένη γλώσσα και να τη μαθαίνω. Παρ’ όλο που τα ελληνικά μου απέχουν πολύ από τα θεωρούνται τέλεια, προσπαθώ να πλησιάσω όσο πιο κοντά γίνεται στην άπταιστη χρήση. Ξέρω ότι υπάρχει αυτή η πιθανότητα.