«Was nun? (Και τώρα τι;)» τιτλοφορείται η ατομική έκθεση του Βαγγέλη Γκόκα στην γκαλερί Crux στο Κολωνάκι, η πρώτη του μετά την αναδρομική παρουσίαση του έργου του «Omnia Caritatis» στην Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων το 2021 σε επιμέλεια Χριστόφορου Μαρίνου. Μια υπαρξιακή παύση για έναν καλλιτέχνη που, στις περισσότερες από δύο δεκαετίες «αθόρυβης» λειτουργίας του στον χώρο της ζωγραφικής, μοιάζει να μην έχει ποτέ σταθεί να απολαύσει την ψευδαίσθηση μιας βεβαιότητας. «Θέλω να καταλάβω τι συνέβη όλο αυτό το διάστημα. Δεν είναι πολύ ξεκάθαρο και πολλές φορές νιώθω ότι χρειάζεται χρόνος για να αντιληφθώ ποιες ακριβώς ήταν οι πράξεις μου» θα πει στο «Β».

Εκείνος επιθυμεί να τις προσδιορίσει, αλλά εκείνες έχουν ήδη αυτονομηθεί. Και χωρίς να στοχεύουν να μεταδώσουν προθέσεις ή μηνύματα στους υποψήφιους αποδέκτες τους, τα έργα του – υπαινικτικά, sottovoce τοπία ή πορτρέτα του ονείρου ή του ήπιου εφιάλτη, φιλοτεχνημένα με κάρβουνο σε χαρτί ή λάδια σε καρτολίνες – προσφέρουν συγκινησιακή φόρτιση που είναι αντιστρόφως ανάλογη από την ησυχία των συνθέσεών του.

Μάλλον δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο Γκόκας, ο οποίος είναι επίσης κοσμήτορας της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, αυτοπροσδιορίζεται αυστηρά ως ζωγράφος και όχι γενικά ως εικαστικός. «Επιμένω στη ζωγραφική γιατί πιστεύω πως οι δύο διαστάσεις, όσο περιοριστικές κι αν φαίνονται, είναι βαθιά ουσιαστικές: στον τρόπο που τις διαχειρίζεσαι και σε αυτό που καλείσαι να εκφράσεις. Η ζωγραφική, όταν φθάνει στη λιτή της απόδοση, είναι από μόνη της αρκετή για να πεις όσα θέλεις ακόμη κι αν δουλεύεις σε μικρές διαστάσεις. Αισθάνομαι πλήρης μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Δεν σκέφτηκα ποτέ να “βγω στον χώρο”. Το λέω συχνά και στους φοιτητές μου: αν μπορείς να πεις αυτό που θέλεις με ένα μολυβάκι, με μία μόνο γραμμή, τότε μείνε εκεί».

Πάντως, παρότι δεν έχει βεβαιότητες, διαθέτει εμμονές και πολύ συγκεκριμένες. Του αρέσει να ζωγραφίζει Ευαγγελισμούς – «μη με ρωτάτε γιατί, δεν μπορώ να δώσω απάντηση» –, να δημιουργεί «μεταπαραγωγές» από πίνακες άλλων καλλιτεχνών και να δουλεύει σε μικρή κλίμακα. Αυτό θα φανεί στην τωρινή του έκθεση στο Κολωνάκι, όπου θα παρουσιαστεί δουλειά της περιόδου από το 2021 μέχρι σήμερα, καθώς και ορισμένα έργα από τη συμμετοχή σε έκθεση στο MOMus – Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, μαζί με τους Ηλία Παπαηλιάκη και Βασίλη Βασιλακάκη (επιμέλεια: Αρετή Λεοπούλου, Γιάννης Μπόλης).

Αναφορά στον Λίφενς

Ο Γκόκας εργάζεται συχνά μέσα από αναφορές σε άλλους ζωγράφους, όπως ο Μουνκ, ο Ντελακρουά ή ο Κλοντ Λορέν. Κάποιες φορές η συνομιλία αφορά τη φυσιογνωμία του ίδιου του καλλιτέχνη, άλλες φορές επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα έργα του, που λειτουργούν ως αφετηρία για έναν νέο εικαστικό στοχασμό. Ιδιαίτερη είναι και η περίπτωση του Γιαν Λίφενς (1607-1674), ζωγράφου της εποχής του Ρέμπραντ, μιας μάλλον ελάσσονος αλλά ενδιαφέρουσας ολλανδικής παρουσίας. Για τον Γκόκα, ωστόσο, ο Λίφενς αποκτά βαρύτητα μέσα από μια απροσδόκητη, σχεδόν συγκλονιστική τρυφερότητα που αναδύεται σε δύο πορτρέτα του – ένα γυναικείο και ένα γεροντικό («Old Man», «Portrait of a young girl»). «Είναι μια λογική εμμονή καθώς πλησιάζω και εγώ σε αυτή την ηλικία. Ταυτίζομαι με τον γέρο, ενώ ταυτόχρονα κοιτάζω τη νεότητα».

Ο Βαγγέλης Γκόκας, μια σπάνια περίπτωση ανθρώπου με αγνή καρδιά και ταπεινές προθέσεις – με την έννοια ότι επικεντρώνεται στο έργο του με απροσποίητη σεμνότητα –, δεν είναι ένας ζωγράφος που διεκδικεί πρωτοτυπία στις θεματικές του, αλλά επιμένει στον διάλογο με την Ιστορία της Τέχνης και με καλλιτέχνες που τον συγκινούν. «Κινούμαι μέσα σε μια λόγια παράδοση της δυτικής τέχνης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι περιορίζομαι αποκλειστικά εκεί. Παλιότερα ίσως έστρεφα το βλέμμα λίγο και προς την Ανατολή στα πρώιμα τοπία μου, αναζητώντας εκείνη τη λιτότητα και τη σιωπηλή ένταση που με συγκινούν στην ιαπωνική τέχνη του Ukiyo-e».

Ακόμη και στην ελληνική ζωγραφική μπορεί κανείς να εντοπίσει συγγένειες, ένας «Ευαγγελισμός» («Annunciation» στην περίπτωσή του), για παράδειγμα, μοιάζει να συνομιλεί βαθιά με το έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη, εκτός από του Φρα Αντζέλικο. Αυτός ο διάλογος, διαχρονικός και υπόγειος, είναι για τον Γκόκα πιο ουσιαστικός από μια επιφανειακή αναζήτηση του καινούργιου.

Οπως συνομιλεί και με τις βυζαντινές εικόνες, κυρίως χάρη στην αίσθηση οικειότητας και τη σχέση που εγκαθιδρύει με τον θεατή μέσα από μια ζωγραφική που δεν εξαντλείται στην αναπαράσταση, αλλά καλλιεργεί μια υπερβατική εμπειρία, προσωπική και εσωτερική – δεν είναι τυχαίο ότι όταν ήταν νέος ζωγράφιζε αγιογραφίες. «Πάντα σκέφτομαι έναν θεατή εν δυνάμει. Δεν μπορώ όμως να τον κατασκευάσω ή να του πω πώς να δει το έργο μου. Δεν συμμετέχει στη διαδικασία της δημιουργίας, αλλά στο τέλος πρέπει να τον καλέσω, να μπει και να γίνει μέρος της εμπειρίας».

Το μικρό μέγεθος που μετράει

Αυτή η εντύπωση ενισχύεται και από τη συχνή προτίμησή του στη μικρή κλίμακα. Ο Γκόκας αγαπά επιφάνειες διαστάσεων Α3 ή Α4 – και συχνά ακόμη μικρότερες – τις οποίες συρρικνώνει, σχεδόν τις συμπυκνώνει, σε μια πιο ιδιωτική διάσταση. Δεν κάνει μεγαλεπήβολη ζωγραφική, για την ακρίβεια δεν καμώνεται ότι το προσπαθεί. «Αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα: δεν μπορώ να πυκνώσω τη ζωγραφική ύλη όσο χρειάζεται σε μια μεγάλη επιφάνεια. Στα μικρά έργα είμαι πιο συγκεντρωμένος, μπορώ να συμπυκνώσω την ένταση και να δουλέψω με διαδοχικές επεμβάσεις, η επιζωγράφιση είναι συνεχής. Στο μεγάλο μέγεθος δεν μπορώ να μπω σε αυτή τη διαδικασία με τον ίδιο τρόπο».

Οι μικρές διαστάσεις τού δίνουν τη δυνατότητα (ή του υποδεικνύουν) να στραφεί σε βιβλία, υλικά φορτισμένα με μνήμη: παλιές εγκυκλοπαίδειες, ακόμη και παραμύθια των παιδιών του, από τα οποία αφαιρεί το σώμα και κρατά τη εξώφυλλα και οπισθόφυλλα ενισχύοντας έτσι την αίσθηση της απτικότητας στις συνθέσεις του. «Μου αρέσει αυτή η κόντρα, πάνω σε ένα ευτελές υλικό να ζωγραφίσεις μια εικόνα και να της προσδώσεις το κύρος μιας υψηλότερης ποιότητας».

Οι αντιθέσεις βρίσκονται στον πυρήνα του δημιουργικού DNA του. Στη Σχολή Καλών Τεχνών του ΑΠΘ όπου σπούδασε βρέθηκε στο εργαστήριο του Βαγγέλη Δημητρέα και του Μάκη Θεοφυλακτόπουλου. «Μέσα μου χτυπούν δύο διαφορετικοί κόσμοι: ο Δημητρέας με τον συνεκτικό και θεωρητικό λόγο του και ο Μάκης με το “ζωώδες”ζωγραφικό ένστικτο. Με αυτούς τους δύο πορεύτηκα».

Η επιλογή των υλικών

Αυτή η αντίθεση εσωτερικοποιείται και στον τρόπο που δουλεύει και τα υλικά που επιλέγει – κάρβουνο ή λάδι –, υλικά που δεν είναι «απόλυτα», αλλά επιτρέπουν να επιστρέφει σε αυτά, να τα «ταλαιπωρεί», μια και για αυτόν το νόημα βρίσκεται στη διαδικασία της δημιουργίας και όχι στο αποτέλεσμά της.

«Το έργο περνάει “δύσκολα”. Το τρίβω, το ξύνω, πειραματίζομαι με το κάρβουνο και το λάδι. Τα έργα δεν έχουν σαφήνεια από την αρχή, οι φιγούρες ή το βασικό πλαίσιο μπορεί να στηθούν, αλλά συνεχώς μετακινούνται και δεν σταθεροποιούνται παρά μόνο όταν πω “φθάνει”. Ολα τα στάδια είναι εμφανή· φαίνονται τα χτυπήματα, τα ίχνη, οι ατέλειες. Υπάρχει αναπαραστατική ή εικονιστική αναφορά, αλλά στην ουσία όλα παραπέμπουν στην ίδια την επιφάνεια της ζωγραφικής. Μια ζωγραφική όπου φαίνεται όλη η διαπλοκή, οι ατέλειες, οι καλές στιγμές – όλα όσα συνθέτουν την ίδια τη διαδικασία».