Ενα πράγμα είναι σίγουρο όταν κερδίζεις το Βραβείο Booker: δεν πρόκειται να γράψεις άμα δεν περάσει ένας χρόνος τουλάχιστον. «Φαίνεται πως είναι αλήθεια. Από τον Νοέμβριο είμαι συνεχώς απασχολημένος, έχουν αυξηθεί οι υποχρεώσεις και έχει πυκνώσει το πρόγραμμά μου.

Υπολογίζω ότι δεν θα αλλάξει αυτό για το υπόλοιπο του έτους. Ελπίζω, πάντως, να επανακάμψω σύντομα σε κάτι που να μοιάζει με κανονική ροή» έλεγε τις προάλλες στο «Βήμα» ο Ντέιβιντ Σόλοϊ. Το μυθιστόρημα Σάρκα (Flesh, 2025), με το οποίο κατέκτησε την κορυφαία λογοτεχνική διάκριση του αγγλόφωνου κόσμου, μεταφράστηκε ωραιότατα και κυκλοφόρησε εδώ πριν από λίγες μόλις μέρες.

Ο συγγραφέας, εν όψει της έλευσής του στην Ελλάδα, για το πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας (AILF), που διεξάγεται στην Τεχνόπολη μεταξύ 27 και 29 Μαρτίου, μίλησε αποκλειστικά στην εφημερίδα.

Μεταξύ Βιέννης και Πετς

«Λοιπόν, δεν έχω βρει χρόνο να γράψω όσο θα ήθελα αλλά η κατάσταση είναι, ασφαλώς, θετική. Θα μπορούσα απλώς να πω “όχι σε όλα”, όπως με συμβούλευσε στην τελετή απονομής του βραβείου ο συγγραφέας Ρόντι Ντόιλ», ο νικητής του 1993 και πρόεδρος της κριτικής επιτροπής.

«Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι οφείλω να εκμεταλλευθώ αυτή τη συγκυρία όσο το δυνατόν περισσότερο. Αλλωστε, απολαμβάνω τα ταξίδια. Για παράδειγμα, η πρόσκληση να επισκεφθώ την Αθήνα είχε έρθει νωρίτερα, αρκετό διάστημα προτού δοθεί το βραβείο» εξήγησε ευδιάθετος ο Σόλοϊ που, κατά τα λοιπά, ήταν το επικρατέστερο φαβορί ήδη από την ανακοίνωση της μακράς λίστας. Τον εντοπίσαμε στην Κεντρική Ευρώπη.

«Αν και ζω στη Βιέννη τον τελευταίο καιρό, εξακολουθώ να περνάω περίπου μία εβδομάδα κάθε μήνα στην Ουγγαρία για οικογενειακούς λόγους. Οχι στη Βουδαπέστη – με πετυχαίνετε στην πόλη Πετς, στο νότιο τμήμα της χώρας, από όπου κατάγεται ο πατέρας μου. Τον Απρίλιο διεξάγονται κρίσιμες εκλογές στην Ουγγαρία, η οποία βρίσκεται τώρα σε προχωρημένη προεκλογική περίοδο» και το κεντρικό ζήτημα είναι, προσθέτουμε εμείς, αν θα ανατραπεί η απόλυτη κυριαρχία του ακροδεξιού πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπαν. «Είναι όντως οι πιο ανταγωνιστικές εκλογές εδώ και χρόνια.

Το αποτέλεσμα θα καθορίσει την πορεία της Ουγγαρίας στην επόμενη δεκαετία. Υπάρχουν δύο τελείως διαφορετικές εκδοχές για το μέλλον και διακυβεύονται πολλά. Μπορεί να φαντάζει τοπικό θέμα, σε μια περίοδο που ο κόσμος είναι βυθισμένος σε πολύπλευρη κρίση, αλλά για μένα αυτός είναι ο βασικός προβληματισμός τη δεδομένη στιγμή» εξήγησε ο Σόλοϊ.

Ανοδος και πτώση ενός ανθρώπου

Στη Σάρκα παρακολουθούμε γραμμικά τη βιωματική διαδρομή του Ιστβαν, το βιβλίο είναι ένα σφιχτό και σκληρό πορτρέτο του πρωταγωνιστή, ενός αγοριού από την Ουγγαρία που ωριμάζει και γίνεται άνδρας.

Πρόκειται για σφυγμομέτρηση, επί της ουσίας, της ανόδου και της πτώσης ενός ανθρώπου. Η αφήγηση του Σόλοϊ είναι λιτή και ευθύβολη – το ότι είναι και αρκούντως ελλειπτική την καθιστά ακριβώς ανησυχαστική, της προσδίδει μια παράξενη αύρα.

Από τη σεξουαλική αφύπνιση σε μια φτωχική εφηβεία, μέσα από μια μυστική συνθήκη μάλιστα, με μια γυναίκα σχεδόν συνομήλικη της μητέρας του, από το αναμορφωτήριο έπειτα και τη θητεία του στον στρατό αργότερα, στο Ιράκ, ο Ιστβαν θα φτάσει να αναζητήσει την τύχη του στην Αγγλία, στο σύγχρονο Λονδίνο, όπου θα καταλήξει ανάμεσα στους «πλούσιους και κοσμικούς», όντας παντρεμένος και γονιός. Η κίνηση του Ιστβαν μέσα στον κόσμο αποδεικνύεται περιπετειώδης, τραυματική, μοναχική.

«Παρότι ο πατέρας μου είναι Ούγγρος, εγώ μεγάλωσα στην Αγγλία και η Ουγγαρία ήταν ανέκαθεν μια εντελώς ξένη χώρα για μένα. Δεν έμαθα τη γλώσσα όταν ήμουν παιδί, ακόμα και τώρα δεν τη μιλάω πολύ καλά. Αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό – το γεγονός ότι δεν μιλάω τη γλώσσα. Αυτό σημαίνει ότι θα είμαι πάντα ξένος στην Ουγγαρία. Αυτό σημαίνει, επίσης, πως έχω διαβάσει ουγγρική λογοτεχνία μόνο σε μετάφραση.

Από την άλλη μεριά, έζησα σε αυτή χώρα για πάνω από μια δεκαετία και δεν έχω σταματήσει να περνάω πολύ χρόνο εκεί, οπότε, αναπόφευκτα, έχω κάπως απορροφήσει και την “ατμόσφαιρα” του τόπου. Αν ορισμένες πτυχές του βιβλίου φαίνεται να συνδέονται, όπως επισημάνατε, με αυτό το μέρος της Ευρώπης, εικάζω ότι αυτός είναι ο λόγος. Είναι βέβαιο, σίγουρα, ότι δεν θα είχα γράψει έτσι το βιβλίο αν δεν είχα και την εμπειρία της Ουγγαρίας. Ομως, παρόλο που στη “Σάρκα” o πρωταγωνιστής είναι Ούγγρος, το μυθιστόρημα διαδραματίζεται κυρίως στην Αγγλία και την αφορά πολύ περισσότερο» ανέφερε ο Σόλοϊ.

Η «άλεκτη» ουσία του ήρωα

Σταθήκαμε τότε στον ήρωά του. Ο Ιστβαν παραμένει απροσπέλαστος σε σχέση με όσα του συμβαίνουν (είναι φοβερά και δεν είναι λίγα). Πονοκεφάλιασε μερίδα του κοινού με τον Ιστβαν. Δίνει την εντύπωση, σχολιάσαμε, είτε πως είναι γεμάτος από ζωή (αλλά δεν μιλάει) είτε ότι είναι κενός από ζωή (και, πάλι, δεν μιλάει). Μήπως ο Σόλοϊ έκανε το δικό του λογοτεχνικό πείραμα; Μήπως έφτιαξε έναν «παθητικό» ήρωα με σκοπό να «ενεργοποιήσει» περαιτέρω την αναγνωστική διαδικασία;

«Νομίζω ότι θέλησα να δημιουργήσω έναν ήρωα που δεν θα εξηγούσε τον εαυτό του με λόγια στον αναγνώστη, έναν ήρωα του οποίου η ουσία θα ήταν, τρόπον τινά, άλεκτη. Οχι ακριβώς παθητικό ή, εν πάση περιπτώσει, παθητικό μόνο με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια, ότι δεν αποκαλύπτεται με λόγια. Γιατί το έκανα αυτό; Πιστεύω ότι έχει να κάνει με την αντίληψη των ορίων της γλώσσας.

Στα γερμανικά, ο τίτλος του βιβλίου μεταφράστηκε ως “Was nicht gesagt werden kann”, δηλαδή “αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί”. Δεν με ρώτησαν αλλά μου αρέσει – αγγίζει κάτι πολύ κομβικό για το βιβλίο.

Βεβαίως, η “Σάρκα” αγγίζει το ίδιο θέμα από μια άλλη οπτική γωνία – ότι η πραγματικότητα είναι φυσική εν τέλει, ότι είμαστε φυσικά σώματα πριν από οτιδήποτε άλλο και ότι αυτή η φυσική ύπαρξη δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητή απλώς και μόνο επειδή μιλάμε για αυτήν. Τα έχω σκεφτεί όλα αυτά πιο συνειδητά από τότε που εκδόθηκε το βιβλίο επειδή ακριβώς καλούμαι να απαντήσω σε παρόμοιες ερωτήσεις. Ωστόσο, δεν αμφιβάλλω ότι αυτές ήταν οι ιδέες που είχα στο μυαλό μου καθώς το έγραφα. Ο Ιστβαν δεν δίνει εξηγήσεις ούτε δικαιολογείται στους αναγνώστες – ούτε η αφηγηματική φωνή του μυθιστορήματος το κάνει άμεσα αυτό.

Δεν ήμουν σίγουρος για την πρόσληψή του, όμως οι αναγνώστες, στην πλειονότητά τους, αντέδρασαν στον χαρακτήρα όπως ήλπιζα. Το ότι δεν εξηγεί τον εαυτό του δεν σημαίνει ότι ο Ιστβαν είναι “κενός”. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι δεν τον πλησιάζουν έτσι».

Σωματικότητα και αρρενωπότητα

Στη Σάρκα ο Σόλοϊ μετατρέπει «σε πυρήνα της αφήγησης» τη σωματικότητα, το απτό γεγονός αλλά και την αίσθηση ότι έχουμε ένα σώμα, με σκοπό να διερευνήσει κατά πόσον είμαστε ζωντανοί μέσα σε αυτό.

«Δεν σκόπευα να μιλήσω για το σώμα ως κάτι που διαθέτει τη δική του “νοημοσύνη”, γιατί θα φαινόταν ενδεχομένως ότι επιχειρώ να διαιωνίσω τη διαίρεση ανάμεσα στο μυαλό και στο σώμα, την οποία προσπαθούσα, γράφοντας αυτό το βιβλίο με τον τρόπο που το έκανα, να θολώσω, αν όχι να εξαλείψω. Θέλησα να γράψω για την ύπαρξη ως ένα ενιαίο σύνολο, χωρίς σαφή όρια μεταξύ σωματικού, διανοητικού, συναισθηματικού, ψυχικού, οτιδήποτε.

Πιστεύω ότι το μυθιστόρημα, ως είδος, είναι το καταλληλότερο για να υιοθετήσει και να εκφράσει αυτό το όραμα. Εννοείται πως θεωρώ το σώμα “θεμέλιο” της ανθρώπινης ύπαρξης, από το σώμα εκπορεύονται και όλα τα άλλα. Εννοείται, επιπλέον, πως το σώμα έχει πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις – πώς θα μπορούσε να μην έχει;

Η πολιτική και η κοινωνία δεν είναι παρά τρόποι διαπραγμάτευσης των θεμελιωδών στοιχείων της ύπαρξής μας – και έχουν τη μορφή που έχουν εξαιτίας του τι είμαστε εμείς, είναι εκφράσεις του εαυτού μας».

Πώς του φάνηκε η δημόσια συζήτηση που πυροδότησε η Σάρκα για την «κρίση της αρρενωπότητας»; Αραγε δεν το περίμενε καθόλου; «Περίμενα σε κάποιον βαθμό ότι το βιβλίο θα ερμηνευόταν με αυτόν τον τρόπο – αλλά στ’ αλήθεια δεν το έγραψα ως συμβολή σε κάποιο είδος συζήτησης, και σίγουρα όχι για κάποια συζήτηση που θα εστίαζε στενά στην “αρρενωπότητα”. Προσωπικά, το θεωρώ περιοριστικό να μιλάμε για το μυθιστόρημα μόνο ή κυρίως με αυτούς τους όρους.

Ευτυχώς, πολλοί φαίνεται να συμφωνούν μαζί μου. Ωστόσο, εντάξει, όταν ένα μυθιστόρημα κερδίζει το Βραβείο Booker, υπάρχει η απαίτηση για μια σύντομη και εύληπτη απάντηση στο ερώτημα τι αφορά, γιατί έχει σημασία και αξία τώρα, και σε αυτή την περίπτωση η απάντηση φαίνεται πως ήταν η “αρρενωπότητα”. Δεν είναι ότι δεν αφορά την αρρενωπότητα το βιβλίο – απλώς αφορά και πολλά άλλα πράγματα.

Ακόμα όμως και όταν θίγει την αρρενωπότητα, δεν νομίζω ότι έχει μια “θέση” ή μια “γνώμη” που να μπορεί εύκολα να συνοψιστεί. Αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, το όλο ζήτημα. Ευελπιστώ ότι ο Ιστβαν είναι ένας πολύ σύνθετος και ενδιαφέρων χαρακτήρας και, υπό αυτό το πρίσμα, δεν είναι χρήσιμος ή χρηστικός σε καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές μιας τέτοιας αφηρημένης συζήτησης».

Το υπαρξιακό και το κοινωνικό

Η φόρμα της Σάρκας είναι κλασικότροπη, είπαμε στον Σόλοϊ. Τηρουμένων των αναλογιών, σαν ρεαλιστικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα. Ο ήρωας, όμως, είναι άρρηκτα δεμένος με το τοπίο του 21ου αιώνα, καθημερινό, οικονομικό, πολιτισμικό.

Μήπως η Σάρκα είναι, ας πούμε, περισσότερο κοινωνικό παρά υπαρξιακό μυθιστόρημα; «Αυτή είναι μια θαυμάσια ερώτηση και δεν είμαι σίγουρος για την απάντηση. Θα έλεγα ότι η “Σάρκα” είναι και τα δύο. Κάτι που αντανακλά, νομίζω, την ίδια τη ζωή, η οποία για κάθε άτομο έχει τόσο κοινωνικές όσο και υπαρξιακές πτυχές. Σίγουρα με ενδιέφεραν πολύ και οι δύο πτυχές όταν έγραφα το βιβλίο.

Υποθέτω ότι τελικά η υπαρξιακή πτυχή υπερισχύει. Αλλά και η κοινωνική πτυχή του μυθιστορήματος είναι εξίσου σημαντική για μένα. Οι δύο διαστάσεις είναι αλληλένδετες. Και ναι, το βιβλίο έχει μια αρκετά παραδοσιακή μορφή – ακόμα κι αν ο τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένο διαφέρει από τα έργα του 19ου αιώνα που χρησιμοποιούσαν παρόμοιες μορφές. Το βλέπω και ως ένα είδος bildungsroman, ένα μυθιστόρημα μαθητείας και διάπλασης. Tέλος πάντων, η “Σάρκα” εντάσσεται σε μια αξιοσέβαστη παράδοση και δεν την απορρίπτει».