Η επίσημη ονομασία «Ιερά Πόλις Μεσολογγίου» μπορεί να μην είναι ευρύτερα γνωστή στο κοινό το οποίο θα παρακολουθήσει στις 10 Απριλίου τον επερχόμενο εορτασμό των 200 ετών από την Εξοδο, καθώς η καθομιλουμένη γλώσσα προσπερνά παρόμοιες συμβάσεις χάριν της ευκολίας της επικοινωνίας. Eίναι όμως οπωσδήποτε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα γιατί στο φόντο της πολιορκίας από τους Οθωμανούς και της ηρωικής όσο και τραγικής κατάληξής της που προϋποθέτει το επίσημο όνομα συνάπτει το «ιερό» με το εθνικό στοιχείο.
Η σύζευξη αυτή γίνεται ερεθιστικότερη προς διερεύνηση μάλιστα όταν αντιληφθεί κανείς ότι δεν βασίζεται στη μετεπαναστατική μόνο συνάντηση θρησκείας και εκκοσμίκευσης. Η υπογράμμιση της θρησκευτικής διάστασης του Αγώνα είναι διάχυτη σε επαναστατικά κείμενα, προκηρύξεις, επιστολές, τεκμηριώνοντας την ιδιοποίηση πτυχών μιας προνεωτερικής εκδοχής ταυτότητας από τη νεωτερική εθνική επικρατούσα όψη της.
Συμβολικά αφηγήματα, χρησμοί, προφητείες περί «ανάστασης» του Βυζαντίου, για παράδειγμα, που απαντώνται σε όλη τη διάρκεια της περιόδου μετά την Αλωση της Κωνσταντινούπολης, γίνονται αντικείμενο ανασημασιοδότησης, επανεπεξεργασίας και ανακατεύθυνσης τον 18ο και τον 19ο αιώνα, όπως υποδεικνύει η μελέτη του επίκουρου καθηγητή Ιστορικής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Μάριου Χατζόπουλου «Ιεροί» μύθοι και εθνικές ιδέες στη νεότερη Ελλάδα (εκδ. Καρδαμίτσα).
Χρησμολογία και μεσσιανισμός
Οι απαρχές της χριστιανικής αποκαλυπτικής γραμματείας βρίσκονται στην ύστερη αρχαιότητα, στη μετάπλαση ενός σώματος παγανιστικών χρησμών περί της τύχης βασιλέων και διαδοχής βασιλειών, επισημαίνει ο Χατζόπουλος. Αφηγήματα παρηγορίας και ελπίδας σε εποχές αναταράξεων, τα ανώνυμα αυτά προφητικά έργα, γνωστά ως «Σίβυλλες», αποτέλεσαν το πρότυπο των μεταγενέστερων: η λεγόμενη Τιβουρτινή Σίβυλλα του 5ου αι. μ.Χ. εισήγαγε τη μορφή του «Τελευταίου Αυτοκράτορα», εσχατολογικού ηγεμόνα η εποποιία του οποίου θεωρούνταν οργανικό μέρος της Δευτέρας Παρουσίας.
Η χρησμολογική γραμματεία, βυζαντινή (Αποκάλυψη του Μεθοδίου, Χρησμοί Λέοντος Σοφού, 7ος – 12ος αιώνας) και μεταβυζαντινή (Ερμηνεία του Γενναδίου, Οπτασία του Αγαθαγγέλου, 15ος – 18ος αιώνας), θεμελιωνόταν στο τρίπτυχο «Πόλη» – «Ναός» – «Βασιλιάς», όπου η επίκληση της Κωνσταντινούπολης, της Αγίας Σοφίας και του λυτρωτή μονάρχη κατά των εκάστοτε εχθρών παρέπεμπε σαφώς, μετά την Αλωση, στην απελευθέρωση από τη μουσουλμανική κυριαρχία.
Εσχατολογικό και μεσσιανικό, το περιεχόμενο των προφητειών αυτών ήταν προορισμένο να υπηρετήσει τις ανάγκες μιας προεθνικής κοινότητας. Τη διάχυση και τη διαρκή δημοτικότητά τους μαρτυρούν διάφορες πηγές φθάνοντας ως τα προεπαναστατικά χρόνια – είναι ενδεικτική η μνεία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στα απομνημονεύματά του «το ψαλτήρι, το κτωήχι, ο μηναίος, άλλαι προφητείαι ήσαν τα βιβλία οπού ανέγνωσα».
Ο μεσσιανισμός, ωστόσο, στηριζόταν στην προνοιακή σύλληψη της Ιστορίας, προϋπέθετε την έξωθεν παρέμβαση, θεϊκή ή ανθρώπινη, για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος. Η βούληση του Θεού, ο μαρμαρωμένος ή μη βασιλιάς, το «ξανθόν γένος» δεν εξαρτώνταν από τη διάθεση των Ελλήνων – για την ακρίβεια, την υπερέβαιναν. Με αυτούς τους όρους, επομένως, η εξεγερσιακή προοπτική ήταν περιορισμένη.
Αντίθετα, στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα το αναδυόμενο ελληνικό εθνικό κίνημα στόχευε στη δράση των ίδιων των υπόδουλων ως ιστορικού υποκειμένου, άρα η λογική του υποδείκνυε την απομάκρυνση από τον αστερισμό παρόμοιων εννοιών. Αυτό δεν απέτρεπε, πάντως, όπως καθίσταται σαφές από τα τεκμήρια, την αξιοποίηση προνεωτερικών υλικών στην υπηρεσία ενός νεωτερικού σχεδίου.
Ο μοχλός της κινητοποίησης
Ο Χατζόπουλος παραθέτει μια σειρά στοιχείων που συσχετίζουν τη χρησμολογία με τη λαϊκή κινητοποίηση της Ελληνικής Επανάστασης. Αρχής γενομένης από ενδείξεις για την εκτύπωση του Αγαθαγγέλου από τον κύκλο του Ρήγα Βελεστινλή, η διαδοχή των μαρτυριών διαπερνά όλη την περίοδο. Ο λόγος των Φιλικών, γράφει στα απομνημονεύματά του ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, Φωτάκος, βρήκε «τα πνεύματα των ανθρώπων προετοιμασμένα διά την ελευθερίαν» εξαιτίας των αγαθαγγελικών χρησμών.
Ο Ιωάννης Φιλήμων αναφέρει την έκδοσή τους στο Μεσολόγγι για να τονωθεί το ηθικό των πολιορκημένων, ενώ υπογραμμίζει τη σημασία της όλης γραμματείας που «εβεβαίωνε εις τον όχλον την ελευθερίαν» – το «νοήμον μέρος του Εθνους» πορευόταν τον δρόμο της εκπαίδευσης και του έντυπου λόγου, «το πλήθος τούτου εχειραγωγείτο ωφελίμως και από τας Οπτασίας του Αγαθαγγέλου». Ο Νεόφυτος Βάμβας έλεγε στους επαναστατημένους Υδραίους ότι «η ελευθερία επροφητεύθη από πολλούς αγίους άνδρας και θεόθεν είναι αποφασισμένη».
Στον «Προτρεπτικό» λόγο του Κωνσταντίνου Οικονόμου τον Οκτώβριο του 1821 οι επαναστάτες παρακινούνται «να προελαύσουν και να επεκτείνουν τα σύνορα της ελεύθερης Ελλάδας ως την Κωνσταντινούπολη», η Αγία Σοφία λογίζεται ισότιμη με την πατρίδα «του Σόλωνος και του Σωκράτους», ενώ μνημονεύεται «το ιερόν αίμα του τελευταίου χριστιανού βασιλέως», του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.
Η ανασημασιοδότηση διά του λεξιλογίου της εθνικής ιδεολογίας φαίνεται ωστόσο καλύτερα στο έργο του λόγιου Χριστόδουλου Κονομάτη, ο οποίος, γράφοντας ως «Νέος Ιατρός» το 1823-1824 για να υποκινήσει τις ηγεσίες της Θεσσαλομαγνησίας και των Αγράφων που δεν συμμετείχαν στον Αγώνα, υιοθετεί το ύφος της αποκαλυπτικής ερμηνευτικής, όμως το έθνος και το γένος είναι ελληνικό, ο πόλεμος έχει θεϊκή επίνευση αλλά διεξάγεται από «φιλελεύθερους Γραικούς», «φωτισμένους» από τους Ρήγα και Κοραή. Και, εμβληματικά, στις προκηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη και του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη η κατ’ εξοχήν χριστιανική και προφητική έννοια της «ανάστασης» αποκτά ξεκάθαρα εθνικές διαστάσεις ως «ανάστασις της Ελλάδας» και «ανάστασις του Γένους» αντίστοιχα.
Στιγμές και διάρκειες
Μετεπαναστατικά, η Αλωση της Κωνσταντινούπολης ως συμβολική εικόνα και πολιτισμικό τραύμα επιβιώνει διαχωρισμένη από την απαξίωση του Βυζαντίου που επιβάλλει το ιστορικό σχήμα του Διαφωτισμού, το οποίο, στην παράδοση του Εντουαρντ Γκίμπον, βλέπει δύο χιλιάδες χρόνια δουλείας από τη ρωμαϊκή κατάκτηση ως το 1821. Δεν είναι τυχαίο ότι διανοούμενοι που απορρίπτουν το βυζαντινό αυτοκρατορικό παρελθόν, όπως ο Γεώργιος Τερτσέτης, ο καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Θεόδωρος Μανούσης, ο καθηγητής της Νομικής Σχολής Νικόλαος Σαρίπολος, εκδηλώνουν τη συγκίνησή τους για το 1453.
Πλέον, εντός του ανεξάρτητου κράτους, στον καιρό του κατά Κ. Θ. Δημαρά «ελληνικού ρωμαντισμού», υπάρχουν οι συνθήκες για τον πλήρη συντονισμό του Βυζαντίου με την εθνική πραγματικότητα που θα εκφράσει το τρίσημο σχήμα του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου.
Αντλώντας από τον εθνοσυμβολισμό του ιστορικού κοινωνιολόγου Αντονι Ντ. Σμιθ, από τους σημαντικότερους σύγχρονους ερευνητές του φαινομένου του εθνικισμού, το έργο του Χατζόπουλου φωτίζει ένα κομβικό, συχνά διαφιλονικούμενο ζήτημα της εθνικής ιδεολογίας, εκείνο των διαρκειών. Προϊόν της νεωτερικότητας, το έθνος δεν αποτελείται ωστόσο από αμιγώς νεωτερικά συστατικά, προκύπτει και μέσα από την ενσωμάτωση, την ιδιοποίηση, τη νέα χρήση προεθνικών εννοιών που συνιστούν τη συνέχεια μέσα στη ρήξη. Ιχνηλατώντας το πολιτισμικό απόθεμα των «ιερών» μύθων και αναλύοντας διεξοδικά τη λειτουργία του ως συμβόλου, μνήμης, μοχλού συλλογικής επαναστατικής κινητοποίησης, ο Μάριος Χατζόπουλος δείχνει ακριβώς τους αρμούς της σύνδεσης παρελθόντος και παρόντος.



