Τους λένε Sanaba. Δεν έχουν δώσει ούτε μία συνέντευξη Τύπου. Δεν έχουν χύσει ούτε μια στάλα ιδρώτα ποτέ πάνω σε κάποιο stage, ούτε έχουν τσακωθεί στα παρασκήνια για το όνομά τους στη μαρκίζα.
Δεν έχουν ζήσει κανέναν παθιασμένο έρωτα για να τροφοδοτήσουν την έμπνευσή τους και, κυρίως, δεν υπάρχουν.
Παρόλα αυτά, οι Sanaba κατάφεραν μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες να κάνουν αυτό που οι δισκογραφικές εταιρίες πάσχιζαν κάποτε να πετύχουν με στρατιές από παραγωγούς, στιλίστες, γκουρού των δημοσίων σχέσεων και δυσθεώρητους προϋπολογισμούς: να τρυπώσουν αθόρυβα στα feeds μας, να γίνουν το soundtrack χιλιάδων βίντεο στο TikTok και να γίνουν η τρέχουσα συλλογική εμμονή.

Το «Καλοκαίρι στην καρδιά μου» ή αλλιώς το μέχρι στιγμής magnum opus του μουσικού γκρουπ που δεν υπάρχει δεν είναι απλώς ένα ακόμα viral trend που θα ξεθυμάνει μέχρι τον πρώτο καύσωνα του φετινού θέρους.
Έχοντας εκείνη τη μάλλον ακαταμάχητη, μελιστάλαχτη, ρετρό euro-pop αισθητική που θα μπορούσε άνετα να θριαμβεύσει στο televoting της Eurovision, το κομμάτι μοιάζει με τον πρώτο πραγματικά στέρεα συναρμολογημένο Δούρειο Ίππο της Τεχνητής Νοημοσύνης στην ντόπια ποπ μουσική παραγωγή.
Φυσικά το ερώτημα που γεννιέται δεν είναι εάν ένας αλγόριθμος μπορεί να γράψει ένα εύπεπτο και εφήμερο hit με ιδιότητες τσιχλόφουσκας (βλ. να κολλάει σε λούπα στο μυαλό). Αυτό είναι κάτι που έχει ήδη απαντηθεί.
Η ανατομία της ψηφιακής νοσταλγίας
Η ειρωνεία του φαινομένου Sanaba είναι πως δεν γεννήθηκε σε κάποιο πανάκριβο στούντιο από ανθρώπους της μουσικής βιομηχανίας, αλλά από την περιέργεια ενός φωτογράφου. Ο άνθρωπος πίσω από το project δεν έπιασε κιθάρα, δεν κάθισε στο πιάνο, δεν πέρασε νύχτες ψάχνοντας συγχορδίες. Πληκτρολόγησε τις σωστές εντολές.
Με την κατάλληλη καθοδήγηση σε πλατφόρμες δημιουργίας μουσικής μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως το Suno, περιέγραψε ένα συναίσθημα.
Ζήτησε νοσταλγία δεκαετίας του ’70, έναν ήχο που να θυμίζει ABBA, μια αίσθηση αθωότητας και ανεμελιάς που σπανίζει σε μια εποχή όπου η ποπ μουσική μοιάζει συχνά εγκλωβισμένη ανάμεσα στον κυνισμό, την αυτοαναφορικότητα και την επιτηδευμένη πρωτοτυπία – εντάξει και την Rosalia.
Ο αλγόριθμος ανέλαβε τη «βρόμικη» δουλειά.
Διάβασε και ανέλυσε μοτίβα, συνέδεσε δεδομένα, ανακάτεψε εκατομμύρια μουσικές αναφορές και παρέδωσε ένα προϊόν που πατά με χειρουργική ακρίβεια πάνω στα πιο ευαίσθητα κουμπιά του ανθρώπινου εγκεφάλου: την οικειότητα και τη νοσταλγία.
Τυχαίο; Δε νομίζω. Η σύγχρονη βιομηχανία του streaming γνωρίζει εδώ και χρόνια ότι οι ακροατές δεν αναζητούν πάντα το καινούργιο – παρεμπιπτόντως υπολογίζεται ότι καθημερινά παραδίδονται στο κοινό 100.000 νέα κομμάτια μέσω των πλατφορμών.
Συχνά ψάχνουν κάτι που μοιάζει ήδη γνωστό και οικείο. Κάτι που θυμίζει μια εποχή που ίσως να μην έζησαν ποτέ, αλλά αισθάνονται ότι θα μπορούσαν να ανήκουν σε αυτήν. Η νοσταλγία έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο πολύτιμα προϊόντα της νέας ψηφιακής οικονομίας και η Τεχνητή Νοημοσύνη αποδεικνύεται εξαιρετικά αποτελεσματική στο να την αναπαράγει με το κιλό.
Εάν ο αλγόριθμος της μουσικής δημιούργησε το προϊόν, ένας δεύτερος αλγόριθμος, εκείνος του TikTok ανέλαβε τη διανομή. Και το κοινό –ιδιαίτερα οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες που αναγνωρίζουν άμεσα τις αισθητικές αναφορές των δεκαετιών του ’70 και του ’80– το αγκάλιασε με εντυπωσιακή σπουδή.
Η βιομηχανία παραδίδεται στον κώδικα
Η διείσδυση της Τεχνητής Νοημοσύνης στη μουσική παραγωγή δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση αλλά φαίνεται πως εγκαθίσταται ως ο νέος κανόνας.
Η μεταβολή του τρόπου με τον οποίο δημιουργείται, διανέμεται και καταναλώνεται η μουσική είχε ξεκινήσει πολύ πριν οι Sanaba δημιουργήσουν ένα τραγούδι με δυναμική να γίνει τόσο κλασικό όσο ας πούμε το «Μη μου μιλάς για καλοκαίρια» της Σοφίας Αρβανίτη.
Έρευνες της τελευταίας διετίας καταγράφουν ραγδαία αύξηση της χρήσης εργαλείων AI από μουσικούς και παραγωγούς, είτε για τεχνικές εργασίες όπως η μίξη και το mastering είτε για πιο δημιουργικές διαδικασίες όπως η συγγραφή στίχων, η σύνθεση μελωδιών ή η παραγωγή demo.
Μάλιστα, αναλυτές της αγοράς προβλέπουν ότι ο τομέας του Generative AI στη μουσική θα γνωρίσει εκρηκτική ανάπτυξη μέχρι το τέλος της δεκαετίας, προσελκύοντας δισεκατομμύρια δολάρια επενδύσεων.

Οι μεγάλες δισκογραφικές μπορεί να εκφράζουν δημόσια επιφυλάξεις, όμως παράλληλα επενδύουν σε τεχνολογίες που υπόσχονται μεγαλύτερη παραγωγικότητα, χαμηλότερο κόστος και ταχύτερη προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες τάσεις της αγοράς.
Η δημιουργία εκδημοκρατίζεται. Καθένας με έναν διαθέσιμο υπολογιστή μπορεί να «συνθέσει» μουσική, να ηχογραφήσει ένα τραγούδι και να το διαθέσει σε παγκόσμιο κοινό χωρίς μεσάζοντες.
Αλλά κάθε τεχνολογική επανάσταση έχει και ένα τίμημα. Όταν η παραγωγή γίνεται απεριόριστη, η προσοχή γίνεται το πραγματικά σπάνιο αγαθό. Όταν μπορούν να δημιουργούνται χιλιάδες τραγούδια την ημέρα, ποια είναι η πραγματική αξία ενός τραγουδιού; Και όταν η δημιουργία περιορίζεται στη διατύπωση της σωστής εντολής προς μια μηχανή, τι ακριβώς σημαίνει πλέον η λέξη «ταλέντο»;
Η εξέγερση των δημιουργών και ο πόλεμος των πνευματικών δικαιωμάτων
Αν για κάποιους τα παραπάνω μοιάζουν με θεωρητικούς προβληματισμούς, για τους ίδιους τους επαγγελματίες της μουσικής αποτελούν υπαρξιακή απειλή. Και δε μιλάμε απλώς για indie καλλιτέχνες.
Στις αρχές του 2024 περισσότεροι από 200 κορυφαίοι μουσικοί –ανάμεσά τους μεγαθήρια όπως ο Stevie Wonder, η Billie Eilish, η Nicki Minaj, οι R.E.M., καθώς και τα ιδρύματα διαχείρισης των δικαιωμάτων του Frank Sinatra και του Bob Marley– υπέγραψαν μια ανοιχτή επιστολή-καταπέλτη μέσω της Artist Rights Alliance.
Το κείμενο έκανε λόγο για ωμή «επίθεση στην ανθρώπινη δημιουργικότητα» και απαιτούσε προστασία απέναντι στη χρήση της AI, την οποία παρομοίαζαν με αρπακτικό.

Δεν πρόκειται για απροσχημάτιστη τεχνοφοβία. Οι καλλιτέχνες αναγνωρίζουν τη χρησιμότητα της τεχνολογίας, όμως το πραγματικό πρόβλημα για αυτούς είναι ότι οι κολοσσοί της big tech εκπαιδεύουν τα μοντέλα τους χρησιμοποιώντας –χωρίς καμία απολύτως άδεια ή αποζημίωση– τα δικά τους έργα.
Ο τελικός σκοπός, σύμφωνα με την επιστολή, είναι να αντικατασταθεί η ανθρώπινη εργασία με ανεξάντλητες ποσότητες AI-παραγόμενων «ήχων». Το αποτέλεσμα; Οι πλατφόρμες streaming θα κατακλυστούν από φθηνό ψηφιακό προϊόν, αποδεκατίζοντας τα ήδη ισχνά πνευματικά δικαιώματα των πραγματικών δημιουργών και καθιστώντας το επάγγελμα του μουσικού μη βιώσιμο.
Η άλλη πλευρά του επιχειρήματος
Απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο, οι υποστηρικτές της Τεχνητής Νοημοσύνης αντιτείνουν ότι οι φόβοι είναι υπερβολικοί και ιστορικά γνώριμοι. Κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή αντιμετωπίστηκε αρχικά ως απειλή.
Τα synthesizers κατηγορήθηκαν ότι θα κατέστρεφαν την «αυθεντική» μουσική. Τα drum machines θεωρήθηκαν ο θάνατος των ντράμερ. Η ψηφιακή ηχογράφηση αντιμετωπίστηκε ως βεβήλωση της αναλογικής εποχής.
Τίποτα από αυτά δε συνέβη. Αντίθετα, κάθε νέα τεχνολογία ενσωματώθηκε τελικά στη δημιουργική διαδικασία και άνοιξε νέους δρόμους έκφρασης.
Για πολλούς νεότερους καλλιτέχνες, η AI δεν είναι αντίπαλος αλλά εργαλείο.
Ένας εξελιγμένος συνεργάτης που μπορεί να επιταχύνει διαδικασίες, να προσφέρει ιδέες και να λειτουργήσει ως δημιουργικός καταλύτης. Υπό αυτή τη λογική και για να επιστρέψουμε στα καθ’ ημάς, οι Sanaba δεν αποτελούν το τέλος της ανθρώπινης δημιουργίας αλλά την αρχή μιας νέας εποχής όπου άνθρωποι και αλγόριθμοι θα συμβιώνουν.
Όμως – εύλογα – δεν πείθονται όλοι.
«Μια γκροτέσκα παρωδία του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος»
Ίσως η πιο ηχηρή και αποστομωτική απάντηση στην αλγοριθμική επέλαση διατυπώθηκε από τον Nick Cave ήδη από το 2023.
Όταν ένας θαυμαστής τού έστειλε ένα τραγούδι που είχε δημιουργηθεί από το ChatGPT με την εντολή «στο ύφος του Nick Cave», ο Αυστραλός δημιουργός δε θαμπώθηκε ούτε στο ελάχιστο. Αντιθέτως, εξοργίστηκε.
Οι στίχοι ήταν γεμάτοι βιβλικές αναφορές, υπαρξιακά διλήμματα και σκοτεινό λυρισμό. Για τον αλγόριθμο, αυτό ήταν το απόσταγμα της σχολής του Cave. Για τον ίδιο τον Cave, ήταν μια χονδροειδής καρικατούρα.

«Με όλη την αγάπη και τον σεβασμό στον κόσμο, αυτό το τραγούδι είναι μαλακία. Είναι μια γκροτέσκα παρωδία του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος», έγραψε στο προσωπικό του newsletter.
Η αντίδρασή του δεν αφορούσε την τεχνική ποιότητα του αποτελέσματος. Αφορούσε κάτι βαθύτερο.
Για τον Cave, τα τραγούδια δεν είναι μαθηματικά προβλήματα προς επίλυση ούτε στατιστικές πιθανότητες. Είναι το προϊόν μιας ζωής που βιώθηκε. Είναι η απώλεια, το πένθος, ο έρωτας, η αποτυχία, η ενοχή και η λύτρωση που μετατρέπονται σε τέχνη.
«Τα δεδομένα δεν υποφέρουν», σημείωσε χαρακτηριστικά. «Το ChatGPT δεν έχει εσωτερικό κόσμο, δεν έχει πάει πουθενά, δεν έχει υπομείνει τίποτα». Σε αυτή τη μία φράση συμπυκνώνεται ίσως όλη η φιλοσοφική αντιπαράθεση γύρω από την AI.
Μπορεί μια μηχανή να αναπαράγει τέλεια το συναίσθημα. Μπορεί όμως να το βιώσει;
Σύμφωνα με τον Cave, η Τεχνητή Νοημοσύνη επιχειρεί να παρακάμψει την πιο ουσιαστική και ταυτόχρονα πιο επώδυνη πλευρά της δημιουργίας: τον ανθρώπινο αγώνα. Παραδίδει απευθείας το τελικό προϊόν χωρίς τη διαδρομή που το γέννησε.
Και ίσως γι’ αυτό το αποτέλεσμα μοιάζει τόσο εντυπωσιακό αλλά ταυτόχρονα τόσο αμήχανα κενό.
Τέχνη, ψυχαγωγία ή απλά κατανάλωση;
Το πραγματικό ζήτημα που αναδεικνύεται και μέσα από το φαινόμενο των Sanaba δεν είναι εάν Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αντικαταστήσει τους καλλιτέχνες. Αλλά κάτι πιθανώς πιο ανησυχητικό: ότι για ένα μεγάλο μέρος του κοινού αυτό ενδέχεται να μην έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η ποπ κουλτούρα ήταν ανέκαθεν στενά συνδεδεμένη με τη μαζική κατανάλωση. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ερωτεύονται ένα τραγούδι επειδή γνωρίζουν το βιογραφικό του δημιουργού του. Το ερωτεύονται επειδή τους κάνει να αισθανθούν κάτι.
Εάν μια μηχανή μπορεί να μιμηθεί αυτό το συναίσθημα, τότε ίσως η αγορά να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την προέλευσή του.
Από την άλλη πλευρά, η τέχνη δεν ήταν ποτέ μόνο το αποτέλεσμα. Ήταν και η ιστορία πίσω από το αποτέλεσμα. Η ζωή του δημιουργού. Οι εμμονές του. Τα λάθη του. Οι αντιφάσεις του. Εκείνα τα στοιχεία που δε χωρούν και δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά από τα αλγοριθμικά μοντέλα.
Οι Sanaba βρίσκονται ακριβώς πάνω σε αυτό το σταυροδρόμι. Είναι ταυτόχρονα ένα αθώο καλοκαιρινό hit, ένα εντυπωσιακό τεχνολογικό επίτευγμα, ένα επιτυχημένο πείραμα μάρκετινγκ και μια πρόγευση του μέλλοντος.
Όσο πάντως θα συνεχίζουμε να σιγοτραγουδάμε ρεφρέν που δεν γράφτηκαν ποτέ από άνθρωπο και να πατάμε repeat σε φωνές που δεν υπήρξαν ποτέ, η σχέση μας με την τέχνη θα αλλάζει αθόρυβα αλλά θεμελιακά.
Ίσως τελικά το νέο μεγάλο ερώτημα να μην είναι εάν οι μηχανές μπορούν να δημιουργήσουν σαν τους ανθρώπους. Αλλά εάν οι άνθρωποι δίνουμε δεκάρα για τη διαφορά.








