Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Δεν πρόλαβε καλά-καλά να κυκλοφορήσει το «Confessions II» (γνωστό και ως «Confessions on a Dance Floor: Part II», 3 Ιουλίου), το δέκατο πέμπτο στούντιο άλμπουμ της «βασίλισσας της ποπ», και τα τσαρτ πήραν φωτιά. Αλλωστε πάντα η σχέση της Μαντόνα με τα τσαρτ ήταν… ερωτική.

Η Μαντόνα κατέκτησε για δέκατη φορά την κορυφή του Billboard 200, με το νέο της άλμπουμ «Confessions II» να κάνει είσοδο στο Νο 1 του αμερικανικού καταλόγου επιτυχιών. Η κυκλοφορία ξεπέρασε τις 134.000 ισοδύναμες μονάδες άλμπουμ στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά την πρώτη εβδομάδα, προσθέτοντας ακόμη ένα σημαντικό επίτευγμα στην πορεία της ποπ σταρ. Με την κυκλοφορία του, η «βασίλισσα της ποπ» κατακτά το πρώτο της Νο 1 άλμπουμ της δεκαετίας του 2020.

Με το «Confessions II» η Μαντόνα συμπλήρωσε δέκα Νο 1 άλμπουμ στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια διαδρομή που εκτείνεται σε πέντε διαφορετικές δεκαετίες. Επιπλέον, γίνεται μόλις η τέταρτη καλλιτέχνιδα που έχει πετύχει τουλάχιστον 10 Νο 1 στο Billboard 200 albums chart και στο Billboard Hot 100 song chart. Στο τελευταίο έχει 12 πρώτες θέσεις.

Η πρώτη φορά το 1985

Η πρώτη φορά που η Μαντόνα βρέθηκε στην κορυφή του Billboard 200 ήταν με το «Like a Virgin», το οποίο ανέβηκε στο Νο 1 το 1985. Ακολούθησαν τα «True Blue» το 1986, «Like a Prayer» το 1989, «Music» το 2000, «American Life» το 2003 και «Confessions on a Dance Floor» το 2005. Στην ίδια λίστα προστέθηκαν αργότερα τα «Hard Candy» το 2008, «MDNA» το 2012 και «Madame X» το 2019.

Η επιτυχία αυτή τη φέρνει δίπλα στους The Beatles, οι οποίοι είναι οι μόνοι καλλιτέχνες που έχουν συγκεντρώσει τουλάχιστον δέκα Νο 1 τόσο στους καταλόγους άλμπουμ όσο και στους καταλόγους τραγουδιών στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Επίσης, την πρώτη ημέρα κυκλοφορίας του, το «Confessions II» έλαβε 13.068.922 streams στο Spotify. Αυτό σηματοδότησε το μεγαλύτερο ντεμπούτο στην πλατφόρμα για σόλο καλλιτέχνη του οποίου η καριέρα ξεκίνησε το αργότερο τη δεκαετία του 1980 και το δεύτερο μεγαλύτερο ντεμπούτο για οποιονδήποτε σόλο καλλιτέχνη που έκανε το ντεμπούτο του πριν από το 2000, πίσω από το «Las Mujeres Ya No Lloran» (2024) της Σακίρα.

Σαράντα τρία χρόνια μετά το ντεμπούτο της άλμπουμ («Madonna», 1983), η αμερικανίδα σούπερ σταρ παρουσιάζει τη συνέχεια του «Confessions on a Dance Floor» (2005). Παρουσιάζει σειρά τραγουδιών που τα έχει εμπνευστεί από οικογενειακές και επαγγελματικές προκλήσεις, με στόχο να κάνει ένα αισιόδοξο άλμπουμ που θα «απομακρύνει» τον κόσμο από τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που τον απασχολούν. Εγραψε και έκανε την παραγωγή όλου του υλικού με τον Στιούαρτ Πράις, τον κύριο συνεργάτη της στο αρχικό άλμπουμ.

Επιπλέον, η Μαντόνα συνεργάστηκε με τους Αντριου Βατ, Σέρκετ, Τέινι, Μάρτιν Γκάριξ και Μίργουεϊς. Το «Confessions II» περιλαμβάνει επίσης guest εμφανίσεις από τους Σαμπρίνα Κάρπεντερ, Φέιντ, Στρόμε και από τη μεγαλύτερη κόρη της Λόλα Λέον.

Προσωπικές αναφορές

Εκτός από τη χορευτική παραγωγή, το νέο της άλμπουμ περιλαμβάνει τραγούδια με προσωπικές αναφορές στη ζωή της. Το «Fragile» και το «Forgive Yourself» συνδέονται με τη σχέση της με τον αδελφό της Κρίστοφερ Τσικόνε, ο οποίος πέθανε τον Οκτώβριο του 2024 σε ηλικία 63 ετών. Η τραγουδίστρια έχει αναφερθεί στη συμφιλίωσή τους πριν από τον θάνατό του και στη σημασία που απέκτησε για εκείνη η συγχώρεση. Στο δε τραγούδι «Test» συνεργάζεται με την κόρη της.

Και αν οι φίλοι της την τίμησαν με το Νο 1 στα τσαρτ και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού (ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο), και ο παγκόσμιος Τύπος της επιφύλαξε θερμότατη υποδοχή. Δεν είναι λίγοι αυτοί που σημειώνουν ότι χαρακτηρίζουν το νέο της άλμπουμ έως το καλύτερο εδώ και είκοσι χρόνια.

Ο Μαρκ Σάβατζ από το BBC News θεώρησε ότι το άλμπουμ πρόσφερε το πιο αποκαλυπτικό έργο της Μαντόνα από την εποχή του «Ray of Light» (1998), σημειώνοντας παράλληλα ότι «πραγματικά πετάει ψηλά όταν γίνεται αυτοβιογραφικό». Ο κριτικός των «Times» Γουίλ Χότζκινσον πιστεύει ότι το «Confessions II» αποτελεί από τα πιο προσωπικά άλμπουμ της σταρ μέχρι σήμερα, ανοίγοντας την καρδιά της. Ο Νέλσον από το «People» το χαρακτήρισε ως το καλύτερο άλμπουμ της Μαντόνα εδώ και δεκαετίες, προσθέτοντας ότι «χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά όλες τις υπογραφές (…) ενός κλασικού δίσκου της Μαντόνα».

Το «Pitchfork» αποκάλεσε το άλμπουμ «όχι απλώς ένα αξιοπρεπές άλμπουμ, αλλά ένα εξαιρετικό» και επαίνεσε τα ποπ ένστικτα και τη συναισθηματική οξύτητα της Μαντόνα, περιγράφοντάς το ως μία από τις πιο δυνατές ανανεώσεις της καριέρας της. Στην κριτική που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Mojo» γράφτηκε ότι το άλμπουμ επανασύνδεσε τη Μαντόνα με τις ρίζες της στα κλαμπ μετά από ένα μεγάλο κενό, ενώ τα τραγούδια έχουν τη «δύναμη σαμάνου». Τέλος, το «Rolling Stone» έγραψε ότι η Μαντόνα επανεξετάζει τα νεανικά της όνειρα για να κατακτήσει τον πλανήτη και «αποδεικνύει με συναρπαστικό τρόπο πώς τα έκανε όλα πραγματικότητα».

Μακ Κάρτνεϊ και Τζάγκερ

Το τελευταίο διάστημα, τρία βαριά χαρτιά της ποπ -ροκ μουσικής και της βιομηχανίας που τη συνοδεύει παρουσίασαν ισάριθμα άλμπουμ που μόνο απαρατήρητα δεν πέρασαν. Ο λόγος για τους Πολ Μακ Κάρτνεϊ («The Boys of Dungeon Lane»), Μαντόνα («Confessions II») και Rolling Stones («Foreign Tongues»). Μπορεί το καθένα να έχει το προσωπικό του ύφος και στυλ, αλλά αποδεικνύουν ότι η ηλικία δεν παίζει κύριο και καθοριστικό ρόλο στο μουσικό αποτέλεσμα. Οπως ο σερ Πολ και η παρέα του Μικ Τζάγκερ κερδίζουν κατά κράτος πολλούς νεότερους συναδέλφους, έτσι και η «βασίλισσα της ποπ» κερδίζει το στοίχημα. Θα πρέπει να παλέψουν πολύ για να της πάρουν το στέμμα.