Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Οι εντατικοί προεκλογικοί ρυθμοί που επιχειρεί να επιβάλει στο μέσο του καλοκαιριού το Μέγαρο Μαξίμου δεν αποφέρουν τα προσδοκώμενα οφέλη για το κυβερνών κόμμα, με αποτέλεσμα να αναζωπυρώνεται με κάθε ευκαιρία η σεναριολογία για τις πιθανές συνεργασίες των πολιτικών δυνάμεων που θα προκύψουν την επομένη των εκλογών.

Εκτός από τον ακριβή χρόνο που θα στηθούν οι κάλπες – άνοιξη, όπως επιμένει στερεοτυπικά ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ή φθινόπωρο, όπως προεξοφλεί η πλειονότητα των κυβερνητικών στελεχών; –, το πλέον αγαπημένο θέμα συζήτησης στα κυβερνητικά παρασκήνια είναι η «άβολη αλήθεια» που κατά πολλούς συνιστά το γεγονός ότι η κυβερνητική παράταξη, παρά τη σταθερή δημοσκοπική της υπεροχή, απέχει σημαντικά από τον στόχο της αυτοδυναμίας. Και, άρα, υπό τις παρούσες συνθήκες, το πρόσωπο το οποίο θα ηγηθεί της επόμενης κυβέρνησης θα αποτελέσει το βασικό αντικείμενο των διαβουλεύσεων ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις που θα αναδειχθούν από την προσεχή λαϊκή ετυμηγορία.

Αν και από το επιτελείο του Μεγάρου Μαξίμου απορρίπτεται διαρρήδην κάθε τέτοια προοπτική –«στόχος μας είναι ένας και μόνος: η αυτοδυναμία, δεν υπάρχει άλλος στόχος» δήλωσε κατηγορηματικά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης –, το ζήτημα που άνοιξε ο υπουργός Υγείας Αδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας για πιθανή συνεργασία με το υπό ίδρυση κόμμα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, έφερε στο προσκήνιο την παρασκηνιακή συζήτηση για τον επικεφαλής μιας πιθανής κυβέρνησης συνεργασίας.

«Εφόσον ο ελληνικός λαός επιλέξει το κόμμα του κ. Σαμαρά να είναι στη Βουλή, προφανώς θα μιλούσαμε και με τον Σαμαρά για πιθανή μετεκλογική συνεργασία, αλλά εάν ο όρος είναι “με άλλον πρωθυπουργό”, αυτό δεν μπορεί να γίνει» είναι η ακριβής διατύπωση που χρησιμοποίησε ο υπουργός Υγείας. Ο οποίος είναι «ένας από τους σημερινούς υπουργούς που προετοιμάζονται για την επόμενη μέρα» και, όπως εκτιμούν άλλα κυβερνητικά στελέχη, «όντας ο πιο ριψοκίνδυνος από όλους, είπε δυνατά και δημόσια αυτό που στην κυβέρνηση αρκετοί συζητούμε ψιθυριστά μεταξύ μας».

Ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» του Μαξίμου

Οπως και να έχει, πάντως, δεν είναι λίγοι εκείνοι στον χώρο του κυβερνώντος κόμματος που παραδέχονται ότι το κυοφορούμενο κόμμα Σαμαρά «αποτελεί τον ελέφαντα στο δωμάτιο για το Μέγαρο Μαξίμου». Με τον μέσο όρο των τελευταίων δημοσκοπήσεων να δείχνει την πρόθεση ψήφου για τη ΝΔ στην περιοχή του 25% και την εκτίμηση ψήφου να κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα με τις ευρωεκλογές του 2024 (28,3%) και να είναι σταθερά κάτω από το 30%, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η προσθήκη ενός ακόμη παίκτη που θα αντλεί ψήφους κατά βάση από τις δεξαμενές της ευρύτερης Κεντροδεξιάς θα καταστήσει ακόμη πιο αβέβαιο τον στόχο της αυτοδυναμίας.

Ακόμη και αν επιβεβαιωθεί η εικασία ορισμένων κυβερνητικών, σύμφωνα με την οποία ο νέος κομματικός σχηματισμός δεν θα αποσπάσει ψηφοφόρους που δηλώνουν ότι προτίθενται να ψηφίσουν τη ΝΔ, η επίπτωση για το κυβερνών κόμμα δεν θα είναι αμελητέα, αφού και η προσέλκυση δυνάμεων από όσους, υπό άλλες συνθήκες, θα απείχαν, όπως συνέβη με σχεδόν τους μισούς ψηφοφόρους που ψήφισαν το κυβερνών κόμμα στις βουλευτικές κάλπες του 2023 αλλά όχι στις ευρωεκλογές του 2024, επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τη διαμόρφωση του συνολικού εκλογικού τοπίου.

Το «ζύγι» του πολυκερματισμού

Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι από την ανάλυση του συνόλου των τελευταίων δημοσκοπήσεων προκύπτει ότι φθάνουν στα εννέα τα κόμματα που είναι πιθανό να περάσουν το κατώφλι της εισόδου στην επόμενη Βουλή, χωρίς, μάλιστα, να περιλαμβάνεται σε αυτά το υπό ίδρυση νέο κόμμα από τον Αντώνη Σαμαρά. Από μια πρώτη άποψη, το κατακερματισμένο σκηνικό ευνοεί την κυβερνητική παράταξη, αφού παρά την απώλεια σημαντικής μερίδας των ψηφοφόρων του παραμένει στην πρώτη θέση και με διακριτή διαφορά από το δεύτερο κόμμα που φαίνεται να είναι η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Από μια δεύτερη ανάγνωση, ωστόσο, ο πολυκερματισμός μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της αυξημένης συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία ψηφοφόρων οι οποίοι, υπό άλλες συνθήκες, θα απείχαν και άρα θα ευνοούσαν το πρώτο κόμμα, που με τις ίδιες ψήφους θα εμφανιζόταν να έχει υψηλότερο ποσοστό.

Η αδυναμία, πάντως, της αντιπολίτευσης να αρθρώσει εναλλακτική πρόταση είναι ο βασικός λόγος από τον οποίο ευνοείται η κυριαρχία της κυβερνητικής παράταξης, όπως προκύπτει από πρόσφατη δημοσκόπηση της εταιρείας Opinion Polls που δημοσιεύτηκε στο liberal.gr. Οπως επεσήμανε χαρακτηριστικά ο διευθυντής ερευνών της εταιρείας Ζαχαρίας Ζούπης, οι πολίτες δεν θεωρούν την επιτυχία της κυβέρνησης ως βασικό λόγο για την κυριαρχία της Κεντροδεξιάς την τρέχουσα περίοδο. Αντιθέτως, αποδίδουν την υφιστάμενη κατάσταση στην αδυναμία της αντιπολίτευσης (σε ποσοστό 52,1%) καθώς και στην έλλειψη αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης (41,5%). Την ίδια στιγμή, μόλις το 20,1% των πολιτών πιστεύει ότι η κυριαρχία της Κεντροδεξιάς οφείλεται στον Πρωθυπουργό, ενώ το 12,6% την αποδίδει σε ένα πειστικό σχέδιο για τη χώρα και μόλις το 6,9% στις ίδιες τις πολιτικές επιτυχίες της.

Σε πρωτοφανή ύψη η πόλωση

Η συγκεκριμένη εικόνα, η οποία, σύμφωνα με τον κ. Ζούπη, «δείχνει ότι η σημερινή πολιτική κυριαρχία είναι περισσότερο αρνητική επιλογή απέναντι στην αντιπολίτευση παρά αποτέλεσμα ισχυρής θετικής δυναμικής», επιβεβαιώνει όλους όσοι, εντός και εκτός της κυβέρνησης, υποστηρίζουν ότι «ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί το αδιαμφισβήτητο ισχυρό χαρτί για την παραμονή της κυβέρνησής του στην εξουσία και την επίτευξη του στόχου για τρίτη συνεχή κυβερνητική θητεία».

Το γεγονός, άλλωστε, ότι ο ίδιος ο Πρωθυπουργός αλλά και ο στενός πυρήνας των συνεργατών του διακηρύσσουν σε κάθε ευκαιρία την αδυναμία συνεννόησης με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις δυσκολεύει τους χειρισμούς της σημερινής κυβερνητικής ηγεσίας. Ενδεικτικά είναι ως προς αυτό τα αποτελέσματα πρόσφατης μελέτης που διενήργησε το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) για τη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης απέναντι στα νομοσχέδια που εισήγαγε και υπερψήφισε η κυβερνητική πλειοψηφία κατά την προηγούμενη τριετία (Ιούλιος 2023 – Ιούνιος 2026). Η μέση νομοθετική συναίνεση των κομμάτων της αντιπολίτευσης για την τρέχουσα κυβερνητική θητεία διαμορφώθηκε στο 11,2%, ποσοστό το οποίο είναι το χαμηλότερο που έχει καταγραφεί την τελευταία εικοσαετία, στη διάρκεια της οποίας περιλαμβάνεται και η περίοδος της αυξημένης πόλωσης των έντονων μνημονιακών αντιπαραθέσεων.

«Αν η σημερινή κυβέρνηση αδυνατεί να βρει συναινέσεις στο νομοθετικό της έργο, είναι απορίας άξιο πώς μπορεί να ελπίζει ότι θα βρει συμμάχους για να σχηματίσει μετεκλογική κυβέρνηση συνεργασίας με επικεφαλής τον Κυριάκο Μητσοτάκη» αναρωτιούνται τα στελέχη της αντιπολίτευσης. Τα οποία επισημαίνουν ως πρόσθετο ενδεικτικό στοιχείο της δυσκολίας συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων το γεγονός ότι κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν συναίνεσε με τις προτάσεις της ΝΔ για τη συνταγματική αναθεώρηση, επειδή, όπως υποστηρίζουν, «κανένας δεν εμπιστεύεται τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ιδίως μετά τα τερτίπια που έκανε στην προηγούμενη αναθεωρητική διαδικασία στο θέμα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας και όχι μόνο».

Με δεδομένη και την επίθεση που εξαπέλυσε πρόσφατα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στα κόμματα του Κυριάκου Βελλόπουλου και της Αφροδίτης Λατινοπούλου – υποστήριξε ότι «έχουν εκφράσει ακραίες προτάσεις», «κάνουν το άσπρο μαύρο» και αν συνεργαστεί μαζί τους η ΝΔ θα είναι «σαν να βγει ο ήλιος από τη δύση» –, το επίσημο κυβερνητικό «αφήγημα» προβάλλει ως μοναδικό πιθανό μετεκλογικό συνομιλητή το ΠαΣοΚ. Δεν παραλείπει, ωστόσο, το Μέγαρο Μαξίμου να επιτίθεται στην ηγεσία της Χαριλάου Τρικούπη ναρκοθετώντας εκ των προτέρων τον πιθανό διάλογο.

«Ναι, σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας, ένα ΠαΣοΚ, όπως ήταν του κ. Βενιζέλου ή της αείμνηστης Φώφης Γεννηματά, θα μπορούσε να είναι ο μοναδικός εν δυνάμει συνομιλητής, γιατί στο παρελθόν έδειξε μια σοβαρότητα και συνέπεια και έβαλε στα μεγάλα τη χώρα πάνω από το κόμμα» υποστήριξε ο Παύλος Μαρινάκης. «Αλλά τώρα τι να πούμε για το ΠαΣοΚ του κ. Ανδρουλάκη;» διερωτήθηκε ο ίδιος στηλιτεύοντας «τη ρητορική, τις θέσεις, τις ανέξοδες και ακοστολόγητες υποσχέσεις» της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Υπό αυτή τη συνθήκη, την ώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης περιοδεύει σε πόλεις και χωριά καλώντας τους ψηφοφόρους της ΝΔ να «μείνουν στις επάλξεις έως την άνοιξη που θα γίνουν οι εκλογές», οι επίδοξοι διάδοχοι προετοιμάζονται μεθοδικά κυρίως στο παρασκήνιο ώστε να μην μπαίνουν στο στόχαστρο του Μεγάρου Μαξίμου. Εκτός από τον Αδωνι Γεωργιάδη, ο οποίος συνηθίζει να κάνει θόρυβο, αθόρυβα κινούνται οι Νίκος Δένδιας και Βασίλης Κικίλιας και πιο προσεκτικά οι Κωστής Χατζηδάκης και Κυριάκος Πιερρακάκης, ενώ δεν αποκλείονται και υποψηφιότητες-έκπληξη.