Ανταπόκριση από το Λονδίνο
Σήμερα Δευτέρα, ο Αντι Μπέρναμ αναμένεται να αναλάβει πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, διαδεχόμενος τον Κιρ Στάρμερ. Υστερα από εβδομάδες πολιτικής αναταραχής, ο Μπέρναμ επιβεβαιώθηκε την Παρασκευή ως ο νέος ηγέτης του Εργατικού Κόμματος και πλέον προετοιμάζεται να περάσει σήμερα το κατώφλι της Ντάουνινγκ Στριτ, αναλαμβάνοντας μια κυβέρνηση που δυσκολεύεται στις δημοσκοπήσεις και μια χώρα αντιμέτωπη με την οικονομική ανασφάλεια, τις περιφερειακές ανισότητες και μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα.
Στην πρώτη του ομιλία ως ηγέτης των Εργατικών, ο Μπέρναμ υποσχέθηκε αποκέντρωση, επαναβιομηχάνιση και επιστροφή της εξουσίας στις τοπικές κοινωνίες. Πρόκειται για ένα μήνυμα που χαρακτηρίζει ολόκληρη την πολιτική διαδρομή του: ότι η Βρετανία λειτουργεί καλύτερα όταν η εξουσία διαχέεται και ότι η ευημερία του Βορρά και των περιφερειών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το μέλλον της χώρας.
Λίγοι κατανοούν τη σημασία της ανόδου του Μπέρναμ καλύτερα από τη Ρέιτσελ Μάσκελ, βουλευτή των Εργατικών για την εκλογική περιφέρεια York Central, η οποία δήλωσε στο «Βήμα» ότι «η βρετανική πολιτική ήταν υπερβολικά συγκεντρωτική για πολύ καιρό, επομένως η αποκέντρωση της λήψης αποφάσεων προσφέρει την ευκαιρία να λαμβάνονται από κοινού με τους φορείς που καλούνται να τις υλοποιήσουν. Ωστόσο, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι θα υπάρχουν οι κατάλληλοι μηχανισμοί λογοδοσίας και ότι το νέο σύστημα θα αποδίδει πραγματικά για τις τοπικές κοινωνίες». Η πρόκληση, όπως επεσήμανε, είναι να μετατραπεί η πολιτική ρητορική σε συγκεκριμένες πολιτικές. «Ο Μπέρναμ θα χρειαστεί, όπως πάντα, να κερδίσει τη μάχη των επιχειρημάτων στο Ουέστμινστερ» πρόσθεσε. Το συμπέρασμά της είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό: «Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη πολιτική αλλαγή εδώ και περισσότερο από μια γενιά. Είναι η αρχή μιας νέας εποχής και μια ευκαιρία για όλους να συμμετάσχουν».
Η επιστροφή στον Βορρά
Η πολιτική απήχηση του Μπέρναμ βασίζεται τόσο στη βιογραφία όσο και στην ιδεολογία του. Γεννημένος στο Μέρσεϊσαϊντ, από πατέρα μηχανικό τηλεφωνίας και μητέρα ρεσεψιονίστ, μεγάλωσε ανάμεσα στο Λίβερπουλ και το Μάντσεστερ πριν σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Εξελέγη πρώτη φορά βουλευτής σε ηλικία 31 ετών, υπηρέτησε στο Υπουργικό Συμβούλιο του Γκόρντον Μπράουν και διεκδίκησε δύο φορές την ηγεσία των Εργατικών προτού εγκαταλείψει το Ουέστμινστερ και επιστρέψει στον Βορρά.
Πολλοί θεώρησαν τότε ότι η αποχώρησή του από την κεντρική πολιτική σκηνή σήμαινε το τέλος των πολιτικών του φιλοδοξιών. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αποτέλεσε το θεμέλιο της πολιτικής του επιστροφής. Το 2017 εξελέγη δήμαρχος του Ευρύτερου Μάντσεστερ, μετατρέποντας την τοπική αυτοδιοίκηση σε εθνική πολιτική πλατφόρμα. Υπερασπίστηκε τη μεταρρύθμιση των δημόσιων συγκοινωνιών, επέκτεινε την κοινωνική κατοικία και διεκδίκησε περισσότερες αρμοδιότητες για την τοπική αυτοδιοίκηση στους τομείς της εκπαίδευσης, της στέγασης και της οικονομικής ανάπτυξης.
Για τον Πάτρικ Ντάιαμοντ, καθηγητή Δημόσιας Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου, η δημοτικότητα του Μπέρναμ οφείλεται στην αντίληψη ότι στάθηκε διαχρονικά στο πλευρό της περιφέρειάς του. «Παράλληλα, πέτυχε απτά αποτελέσματα – καλύτερες υπηρεσίες λεωφορείων, περισσότερη κοινωνική κατοικία και βελτιώσεις στον αστικό ιστό του κέντρου της πόλης, ώστε να προσελκύσει επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας» είπε στο «Βήμα». Ο Ντάιαμοντ είναι προσεκτικός ώστε να μην αποδώσει αποκλειστικά στον Μπέρναμ την επιτυχία του Μάντσεστερ. Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί ότι υπάρχουν σημαντικά διδάγματα για ολόκληρη τη χώρα: «Το μοντέλο που φέρνει κοντά τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα για την αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων είναι ιδιαίτερα επιτυχημένο, όπως και η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των δημόσιων υπηρεσιών. Το Ηνωμένο Βασίλειο και ειδικότερα η Αγγλία συγκαταλέγονται στα πιο συγκεντρωτικά κράτη του δυτικού κόσμου. Η δημιουργία περισσότερων τοπικών και περιφερειακών ηγετών, που μπορούν να δώσουν ταυτότητα στις περιοχές τους και να προσελκύσουν επενδύσεις, μόνο θετικά μπορεί να λειτουργήσει για ολόκληρη τη χώρα».
Η φράση που αποτυπώνει καλύτερα την εποχή Μπέρναμ ανήκει στον σερ Πολ Κόλιερ, καθηγητή Οικονομικών και Δημόσιας Πολιτικής στη Σχολή Διακυβέρνησης Blavatnik του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Οταν ρωτήθηκε σε ποιον βαθμό το «μοντέλο του Μάντσεστερ» μπορεί να εφαρμοστεί ρεαλιστικά σε ολόκληρη την Αγγλία, η απάντησή του ήταν σύντομη: «Σχεδόν παντού εκτός από τη Νοτιοανατολική Αγγλία. Οσο πιο μακριά από το Γουάιτχολ, τόσο περισσότερο εφαρμόζεται».
«Ουσιαστική αλλαγή»
Πολύ πριν γίνει πρωθυπουργός ο Μπέρναμ έζησε τη στιγμή που, σύμφωνα με πολλούς, εξηγεί καλύτερα από κάθε άλλη την πολιτική του φιλοσοφία. Το 2009, ως υπουργός Πολιτισμού, ταξίδεψε στο Λίβερπουλ για να μιλήσει σε επιμνημόσυνη τελετή για την τραγωδία του Χίλσμπορο, στην οποία έχασαν τη ζωή τους 97 φίλαθλοι. Αρχικά, το πλήθος ήταν εχθρικό απέναντί του. Εκείνος εγκατέλειψε το προετοιμασμένο κείμενό του. Παλεύοντας να συγκρατήσει τα δάκρυά του, στάθηκε σιωπηλός και άκουσε.
Για τη Σάρλοτ Γουάιλντμαν, καθηγήτρια Σύγχρονης Βρετανικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, εκείνη η στιγμή υπήρξε καθοριστική. «Ο Μπέρναμ συμβολίζει μια ουσιαστική αλλαγή» είπε στο «Βήμα». «Η κριτική απέναντι στη “φούσκα του Ουέστμινστερ” είναι ιδιαίτερα ισχυρή και εξηγεί αποτελεσματικά γιατί πολλοί ψηφοφόροι αισθάνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί από τα μεγάλα κόμματα». Πιστεύει ότι ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται ο Μπέρναμ έχει ευρύτερη απήχηση. «Το επικοινωνιακό του ύφος επικεντρώνεται στην ένωση των ψηφοφόρων πέρα από ταξικούς διαχωρισμούς, με τρόπο που θυμίζει τόσο τον Τόνι Μπλερ όσο ακόμη και τον Μπόρις Τζόνσον».
Ο Ρίτσαρντ Γουίτλ, καθηγητής Τεχνητής Νοημοσύνης και Δημόσιας Πολιτικής στο Salford Business School, θεωρεί ότι η άφιξη του Μπέρναμ στην Ντάουνινγκ Στριτ αποτελεί έναν συμβολικό αποχωρισμό από την πολιτική του Ουέστμινστερ, αλλά όχι ακόμη μια θεσμική τομή. «Η πραγματική δοκιμασία είναι αν εκείνος θα αλλάξει τη μηχανή ή αν η μηχανή θα αλλάξει εκείνον» είπε στο «Βήμα».
Εύθραστη οικονομία
Ο συμβολισμός της ανόδου του Μπέρναμ είναι ισχυρός. Ωστόσο, η πραγματικότητα της διακυβέρνησης ενδέχεται να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολη. Η οικονομία παραμένει εύθραυστη, οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί εξακολουθούν να βρίσκονται υπό πίεση και οι προσδοκίες των ψηφοφόρων των Εργατικών είναι ιδιαίτερα υψηλές.
Ο Τζόναθαν Πόρτες, καθηγητής Οικονομικών και Δημόσιας Πολιτικής στο King’s College του Λονδίνου, προειδοποιεί ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ο Μπέρναμ ως μια πλήρης ρήξη με το παρελθόν. «Το “μοντέλο του Μάντσεστερ” – δηλαδή η αξιοποίηση της επιρροής των πόρων του κράτους για την προσέλκυση επενδύσεων από τον ιδιωτικό τομέα – από μόνο του είναι απίθανο να αποδειχθεί επαρκές» είπε στο «Βήμα». Πρόσθεσε ότι μια επιτυχημένη κυβέρνηση υπό τον Μπέρναμ θα μπορούσε να έχει ευρύτερες πολιτικές συνέπειες, περιορίζοντας την υποστήριξη προς το Reform UK και γενικότερα προς τη λαϊκιστική Δεξιά.
Ο Ματ Ριντ, επικεφαλής Ερευνας στο Πανεπιστήμιο του Gloucestershire, συμφωνεί ότι η ηγεσία του Μπέρναμ θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τη χώρα, ακόμη κι αν οι αλλαγές ξεκινήσουν αρχικά από το κέντρο. «Ναι και όχι» απάντησε όταν τον ρωτήσαμε αν ο Μπέρναμ αντιπροσωπεύει την απομάκρυνση από την πολιτική του Ουέστμινστερ. «Ναι, επειδή είναι σαφές ότι επιθυμεί να σηματοδοτήσει μια μετατόπιση από την κυριαρχία του Λονδίνου. Οχι, επειδή πρέπει να εργαστεί μέσα από το Ουέστμινστερ για να το πετύχει – όμως, αν τα καταφέρει, θα πρόκειται για μια αλλαγή με βαθιές συνέπειες στον τρόπο διακυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου».




