Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Το μαγικό τρίγωνο Σόλωνος, Κολωνάκι, Εξάρχεια. Τα πρώτα ποτά. Το σπίτι στη Λασκάρεως. Η Σχολή Αρχιτεκτόνων. Η Ανάφη. Η συγκατοίκηση με τη μάνα. Η ροκ μουσική. Το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας. Τα ταξίδια σε όλο τον πλανήτη. Τα χλιδοπεριοδικά. Ο αλκοολισμός. Τα νοσοκομεία. Η Εύα. Ο Ερμής. Γραμμένα καταλογάδην, μεταξύ πολλών άλλων, στο αυτοβιογραφικό «Υπήρξα τόσοι άλλοι» (εκδ. Καστανιώτη, 2023) ήταν τα στοιχεία που συνέθεταν τη μεταπολίτευση του Αλέξη Σταμάτη. Ένα στοιχείο της δικής μας μεταπολίτευσης είναι κι εκείνος, πλέον σε χρόνο παρελθοντικό: Ήταν.

Η είδηση που κυκλοφόρησε στις οθόνες μας το πρωί της Τρίτης 21 Ιουλίου, ο θάνατος του Αλέξη Σταμάτη (1960-2026), ήταν απροσδόκητη για το μεγάλο κοινό των αναγνωστών του. Το περιβάλλον του γνώριζε για τη σπάνια ασθένεια του αίματος από την οποία έπασχε. Ο ίδιος δε διατυμπάνισε την ασθένεια, μα ούτε την έκρυψε. Οι αναφορές στα νοσοκομεία βρίσκονταν στα κείμενά του, κι ο θάνατος σε ένα από τα πρόσφατα κείμενά του στο «Βήμα» (17/7/2026): «Κάθε πολιτισμός αποκαλύπτεται από όσα φοβάται περισσότερο. Ο δικός μας δε φοβάται τόσο τον θάνατο όσο την ελάττωση της απόλαυσης. Δεν τρομάζει μπροστά στην παύση της ύπαρξης όσο μπροστά στην απώλεια της λειτουργικότητας. Γι’ αυτό και η ποιότητα ζωής έγινε σχεδόν θρησκεία. Δεν υπόσχεται σωτηρία· υπόσχεται καλύτερη διαχείριση του χρόνου μέχρι το αναπόφευκτο. Και όμως, κάθε μεγάλη λογοτεχνία υποψιάστηκε το αντίθετο. Οι στιγμές που καθορίζουν έναν άνθρωπο σπάνια υπήρξαν οι πιο άνετες. Ενας έρωτας που διαλύει την αυτάρκεια. Μια απώλεια που μετακινεί τη γεωγραφία της ψυχής. Ενα παιδί που γεννιέται. Ενα βλέμμα σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου. […] Η μοναδική αληθινή ποιότητα ζωής είναι η ικανότητα να παραμένει κανείς παρών μέσα στην τραγικότητα χωρίς να ζητά αποζημίωση από κάπου. Να αποδέχεται ότι η ύπαρξη δεν υπήρξε ποτέ υπόσχεση ευτυχίας αλλά πρόσκληση επίγνωσης. Ολα τα υπόλοιπα, η άνεση, η υγεία, η επιτυχία, η διάρκεια, αποτελούν ευλογίες όταν υπάρχουν. Καμία τους όμως δεν απαντά στην ερώτηση που ψιθυρίζει κάθε άνθρωπος λίγο πριν κοιμηθεί: άξιζε; Εκεί αρχίζει το παιχνίδι». Αυτές οι θεωρητικού χαρακτήρα σκέψεις ξέρουμε τώρα πως ήταν μύχιες εκμυστηρεύσεις, ενός ανθρώπου στο κατώφλι του αναπόφευκτου, που αναρωτιόταν: άξιζε;

Η ύπαρξη ως πρόσκληση επίγνωσης ήταν το νήμα που διέτρεχε τη ζωή και το έργο του Αλέξη Σταμάτη. Παρουσιάζεται ως εμβληματικό στοιχείο της πεζογραφίας του στο μυθιστόρημα που τον έκανε γνωστό σε ένα ευρύτατο κοινό, στο δημοφιλές Μπαρ Φλωμπέρ (Κέδρος, 2000). Ο σαραντάχρονος Γιάννης Λουκάς, συνομήλικος με τον συγγραφέα, κινείται ανάμεσα σε δυο πατρικές φιγούρες, σε μια αναζήτηση όχι μόνο της βιολογικής αλλά και της πνευματικής του ρίζας. Γράφοντας, ο συγγραφέας θα καταλήξει από κάποιο ένστικτο στην Αρκαδία, για να δώσει πατρίδα στον ήρωά του. Αργότερα θα ανακαλύψει ότι το χωριό του πρωταγωνιστή του βιβλίου είναι και το δικό του πατρογονικό χωριό. Η σύμπτωση ήταν σεισμική, την ονόμασε Άγγελο της Αφήγησης.

Κρατώ στα χέρια μου το αντίτυπο εκείνης της πρώτης από τις πολλές εκδόσεις που ακολούθησαν. Στο αυτί του βιβλίου μια φωτογραφία του Αλέξη Σταμάτη. Ένα μαύρο τσουλούφι πέφτει στο μέτωπό του, το βλέμμα χαμηλωμένο. Μοιάζει απορροφημένος σε εσωτερικά ταξίδια. Τα εσωτερικά ταξίδια, η αναζήτηση της καταγωγής, η αναψηλάφηση του οικογενειακού παρελθόντος θα εξελιχθούν σε σταθερή θεματική της πεζογραφίας του. Παλιά χειρόγραφα και οικογενειακά αρχεία, περιπλανήσεις στο εξωτερικό ή απομόνωση σε απρόσιτα χωριά, μυστήριο και μυστικά, μνήμη, πάθη, τραύμα, ασθένεια, φόνοι και θάνατος απαντούν συχνά στα μυθιστορήματά του.

Θα είναι ένας από τους επιτυχημένους και γόνιμους μυθιστοριογράφους των πρώτων δεκαετιών του 21ου αιώνα με περισσότερα από τριάντα βιβλία, μεταξύ των οποίων τα μυθιστορήματα: Σαν τον κλέφτη μες στη νύχτα (2002), Οδός Θησέως (2003), Μητέρα Στάχτη (2005), Αμερικάνικη φούγκα (2006), Βίλα Κομπρέ (2008), Κυριακή (2011), Χαμαιλέοντες (2013), Μελίσσια (2014), Βιβλίο της βροχής (2015), Αθώα πλάσματα (2020), Το λευκό δωμάτιο (2021), από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τον Άγγελο της Αφήγησης θα μας θυμίσει με τον τρόπο του ο αινιγματικός χαρακτήρας Άγγελος στο τελευταίο αλληγορικό μυθιστόρημά του Το παιδί και ο Άγγελος (εκδ. Μεταίχμιο, 2025).

Η αρχή είχε γίνει όμως με ποίηση, και τις συλλογές Κόσμος γωνία (εκδ. Σοκόλη, 1992) και Αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων (εκδ. Καστανιώτη, 1993) ενώ θα γράψει και θεατρικά κείμενα. Ο μονόλογος Τελευταία Μάρθα παίχτηκε στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας (2008). Δυο μονόλογοι με τίτλο Γένεση παίχτηκαν στο Θέατρο Χώρα (2009) και το θεατρικό Δακρυγόνα στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας (2010).

Στοιχεία ποιητικά και δραματικά είχαν και τα πεζογραφήματά του. «Όλα μου τα βιβλία είναι υβριδικά, μου αρέσει η μείξη των ειδών, όπως γίνεται και στη ζωή» μου εξηγούσε σε μια πρόσφατη συνέντευξή μας («Με ενδιαφέρουν οι ρωγμές στη δομή της κοινωνίας», Το Βήμα, 12/5/2025 – https://www.tovima.gr/print/books-ideas/me-endiaferoun-lfoi-rogmes-sti-domi-tis-koinonias). Επέμενε πάντα ότι «Το είδος είναι η φυλακή της λογοτεχνίας». Και συνέχιζε, για τα σκηνικά των αφηγήσεών του: «Μου αρέσουν οι κλειστοί χώροι, τα όρια που δημιουργούν μια σκηνογραφία. Ισως σχετίζεται και με το παρελθόν μου ως αρχιτέκτονα. Συνήθιζα να φτιάχνω… κουτιά, “δοχεία ζωής” όπως τα έλεγε ο Αρης Κωνσταντινίδης, ναι, αυτή είναι η σωστή μεταφορά… Δοχείο ζωής είναι ένας περιορισμένος χώρος, από ένα δωμάτιο μέχρι ένα χωριό, στον οποίο οι άνθρωποι που τον κατοικούν αντιμετωπίζουν ποικίλα εμπόδια που ορίζουν το μέτρο του χαρακτήρα τους, υπάρχει μια “εκσκαφή”, και ο χώρος λειτουργεί ως κάτοπτρο αλήθειας».

Δεν είναι δύσκολο να δούμε εδώ την καταγωγή των ενδιαφερόντων και των κλίσεών του. Πατέρας του ήταν ο καταξιωμένος αρχιτέκτονας Κώστας Σταμάτης. Θα σπουδάσει αργότερα και ο ίδιος στην Αρχιτεκτονική του ΕΜΠ και θα εργαστεί αρχικά ως αρχιτέκτονας. Μητέρα του, η γνωστή ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου Μπέττυ Αρβανίτη. Τον διασκέδαζε να αφηγείται την ιστορία των γυρισμάτων στη Ρόδο του φιλμ «Κάτι κουρασμένα παλληκάρια», όπου ακολουθώντας τη μητέρα του, ο επτάχρονος Αλέξης θα ερωτευθεί τη Νόρα Βαλσάμη. Το ενδιαφέρον για την ποίηση θα το κληρονομήσει από τη θεία του, τη σημαντική ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και στην ποίηση θα επιστρέψει με το τελευταίο του βιβλίο, τη συλλογή Η ασθένεια των απαλών πραγμάτων (εκδ. Κάπα, 2025). Είδωλά του είναι ο Τζιμ Μόρισον, ο Ρεμπώ, ο Κέρουακ. Λογοτεχνικές αναφορές του ο Βιζυηνός, ο Γιώργος Χειμωνάς, ο Πολ Οστερ, ο Χουάν Ρούλφο, ο Μπόρχες, ο Τζ. Μ. Κουτσί, ο Κερτ Βόνεγκατ, ο Ρέιμοντ Κάρβερ, ο Ρομπέρτο Μπολάνιο αλλά και οι κλασικοί, ο Σαίξπηρ κι ο Θερβάντες, ο Ντίκενς, ο Τσέχοφ, ο Κόνραντ, που θα τους μνημονεύει συχνά στα κείμενά του.

Η ανατροφή σε ένα προνομιούχο αλλά εκκεντρικό περιβάλλον. Το δύσκολο διαζύγιο των γονιών και το τραύμα. Η ζωή με τη μάνα, με τον πατέρα, με τη μάνα ξανά. Οι σπουδές. Ο αλκοολισμός. Και τελικά, η σωτηρία της συγγραφής: Τα πρώτα βήματα στην ποίηση, η αναγνώριση μέσα στο μυθιστόρημα, το φλερτ με τον θεατρικό λόγο, όλα αυτά θα τα εκθέσει με έναν ιδιαίτερο, αποσπασματικό λόγο, μια σύνθεση ποικίλων εγγραφών, στο Υπήρξα τόσοι άλλοι, ένα βιβλίο το οποίο συγκεντρώνει όλα τα βασικά στοιχεία της μυθοπλαστικής γλώσσας του: Την ανάμνηση, την περιπλάνηση και την παρατήρηση, τον στοχαστικό σχολιασμό των παρατηρούμενων γεγονότων της εξωτερικής και της εσωτερικής ζωής σε έναν συνειρμικό μονόλογο, την πυκνή διακειμενικότητα, την αυτοαναφορικότητα, την ειδολογική υβριδικότητα.

Σ’ αυτό το αυτομυθοπλαστικό κείμενο ο συγγραφέας αναζητεί την αλήθεια: «Τα τελευταία χρόνια έχω ξεχάσει ποιος είμαι. Μάλλον έχω βγει εκτός πλαισίου. Γράφω λοιπόν. Γράφω για να θυμηθώ; Για να με θυμηθώ; Να ξαναστήσω τον κανόνα του παιχνιδιού; Να βρω την πραγματικότητα για μένα. Την αλήθεια». Καθώς ο αναγνώστης συνθέτει, όπως μπορεί, την ιστορία της ζωής του μέσα από τα θραύσματα της αφήγησης, ο ίδιος ο συγγραφέας, παρά τις διαβεβαιώσεις του, διαρκώς αναρωτιέται για την αλήθεια του εαυτού και τεχνηέντως την υπονομεύει.

Ευχαριστούσε τη μητέρα του γιατί «είχε την έμπνευση να με φέρει σε αυτό το λούνα παρκ να παίξω», όπως αποκαλούσε συχνά τη ζωή. Τα τελευταία χρόνια, η ύπαρξή του ήταν αφοσιωμένη στη σύζυγό του, την ηθοποιό Εύα Σιμάτου, και τον γιο του Ερμή. Στις 28 Ιανουαρίου 2022, στο νοσοκομείο, με πυρετό χωρίς εξήγηση, σημειώνει: «Δεν έχω πρόβλημα με τους εγκλεισμούς. Νιώθω καλά. Όμως Εύα και Ερμής μου λείπουν πολύ. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου πολύ καιρό χωρίς τους δυο τους» (Είμαι τόσοι άλλοι.). Η Εύα, ο Αλέξης κι ο Ερμής, το «φαμιλίσκο».

Η γνωριμία του με την Εύα περιγράφεται με όρους μυσταγωνίας: «Όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε η Εύα στο «Petite Fleur», ένιωσα ακαριαία μια μεγάλη χαρά, ηδονή σχεδόν. Ήξερα πως αυτή ήταν η ώρα. Το ήξερα ότι θα έρθει, σε όποια ηλικία. Ήρθε όταν ο ένδον πόλεμος είχε ξεσπάσει για τα καλά και οι στρατιές του οργανισμού πολεμούσαν λυσσαλέα μεταξύ τους, το σώμα υποχωρούσε, κατρακυλούσε, συσπειρωνόταν, οργανωνόταν και αντεπιτίθετο. Μέσα σε αυτόν τον κακό χαμό, άνοιξε η πόρτα. Και μπήκε η μυστική μου γυναίκα. My mystical wife. Η συνάντηση με βρήκε σε μια εμπόλεμη κατάσταση, αλλά και σε μια στάση σχεδόν αλυπίας. Τη στάση του ανθρώπου που έχει μάθει στο πετσί του να μένει μόνος, όσους γάμους, όσες σχέσεις κι αν έχει κάνει. Απέναντι, η ζωή απαιτούσε άμεση απάντηση. Για άλλη μια φορά ο εαυτός αναδιπλώθηκε, προς το ευά-ερον αυτή τη φορά. Ανάμνηση; Ανακατασκευή; Εξωσωματική εμπειρία. Η φαντασία και η ανάμνηση είναι δίδυμα αδέλφια. “Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται”. Παραδόθηκα ολόκληρος και αφέθηκα στα μάγια».

Ο Ερμής θα είναι ένα θαύμα. Θα τον κατοπτεύει καθημερινά: «Έχω ένα παιδί. Ένα κομμάτι μου γεννήθηκε, ένα κομμάτι μου δεν θα μπορούσε ποτέ να γεννηθεί εάν δεν είχα αντικρίσει το νεογέννητο παιδί μου. […] . Συμβαίνουν περίπλοκα πράγματα που ο Ερμής τα πιάνει στον αέρα. Έχει ένα υπερφασματοσκόπιο».

Ο Αλέξης Σταμάτης προετοιμαζόταν από καιρό, είχε πει τους αποχαιρετισμούς του, είχε αφήσει παρακαταθήκη για το μέλλον ενώ στοχαζόταν για το τέλος και μοιραζόταν αυτή την πολύ προσωπική, οριστική συνθήκη με τους αναγνώστες του «Βήματος». Άξιζε; ρωτούσε. Τον θυμάμαι τον Μάιο του 2025, στην τελευταία μας συνέντευξη, στον «Βάρσο» στην Κηφισιά. Μασουλούσε με όρεξη τα κουλουράκια του καφέ ενώ το μαύρο τσουλούφι έπεφτε στο μέτωπό του. Γιατί γράφεις; τον ρώτησα. «Γράφω για να πολλαπλασιάσω τις εμπειρίες μου» απάντησε. Αναζητώντας πάντοτε τη δική του αλήθεια, δεν θα του αρκούσε η δική μας κατάθεση. Ευχή είναι λοιπόν ο ίδιος να κατέληξε λίγο πριν κοιμηθεί πως αυτή η ζωή, η πλούσια σε εμπειρίες, ανθρώπους και δημιουργία άξιζε. Οι αναγνώστες, οι συνεργάτες, οι φίλοι που αποχαιρετούν τις τελευταίες είκοσι τέσσερις ώρες τον συγγραφέα και τον άνθρωπο Αλέξη Σταμάτη τού απαντούν ομόφωνα: άξιζε!