Θυμάστε άραγε το FOMO; Εκείνον τον σχεδόν ρετρό φόβο της περασμένης δεκαετίας;
Το διαβόητο «Fear Of Missing Out» καθόρισε μια ολόκληρη γενιά, γεμίζοντάς μας με τη βασανιστική αίσθηση ότι η πραγματική ζωή, το καλύτερο πάρτι, η πιο κρίσιμη είδηση ή η πιο καυτή τάση συμβαίνουν κάπου αλλού, όσο εμείς δεν έχουμε πρόσβαση στα social media.
Ήταν η εποχή της νομιμοποίησης του οφθαλμόλουτρου. Όλοι είχαν ξαφνικά το ελέω Μαρκ Ζάκερμπεργκ δικαίωμα – αν όχι την ιερή υποχρέωση – να παρακολουθούν τις ζωές των άλλων.
Fast-forward στο σήμερα. Έχοντας πλέον μετατραπεί σε μια κοινωνία μόνιμα σκυμμένων ανθρώπων πάνω στο μπλε φως της οθόνης, ο φόβος έχει μεταλλαχθεί.
Δεν ανησυχούμε πια μήπως χάσουμε κάποιο απόσπασμα από τις ζωές που παρακολουθούμε ως σήριαλ. Αντίθετα, καταβαλλόμαστε αργά αλλά συστηματικά από την ιδέα ότι δεν μπορούμε να αποσυνδεθούμε.

Το κινητό από παράθυρο στον κόσμο έγινε δωμάτιο πανικού. Ενώ μάλιστα οι περισσότεροι στεκόμαστε —ως άλλοι Φαρισαίοι — έτοιμοι να ρίξουμε πρώτοι τον λίθο (αλλά όχι το κινητό μας) απέναντι στην τοξικότητα των social media, κουνώντας το δάχτυλο στη νέα γενιά, η αμερικανική δικαιοσύνη έκανε κάτι πιο χρήσιμο και σίγουρα αποτελεσματικότερο.
Η Big Tech στο εδώλιο
Την εβδομάδα που μας πέρασε δικαστήριο του Λος Άντζελες εξέδωσε μια απόφαση που ήδη χαρακτηρίζεται από κορυφαίους νομικούς ως η πιο σημαντική στιγμή λογοδοσίας για τη βιομηχανία των social media από κτίσεώς της.
Ένα σώμα ενόρκων έκρινε ότι η Meta —η μητρική εταιρεία του Facebook και του Instagram— και η Google, μέσω του YouTube, φέρουν ξεκάθαρη ευθύνη για τον εθισμό και την ψυχική βλάβη που υπέστη μια νεαρή γυναίκα η οποία χρησιμοποιούσε τις πλατφόρμες από παιδί.

Η ενάγουσα, γνωστή για την ακροαματική διαδικασία με τα αρχικά KGM, ξεκίνησε να χρησιμοποιεί το YouTube στα έξι της χρόνια και το Instagram στα εννέα.
Μέχρι την εφηβεία της, όπως κατέθεσε στο δικαστήριο, είχε ήδη εμφανίσει βαριά κατάθλιψη, σοβαρή διαταραχή εικόνας σώματος, κοινωνική φοβία και επεισόδια αυτοτραυματισμού.
Οι ένορκοι αποφάσισαν ότι οι εταιρείες σχεδίασαν τις πλατφόρμες τους με τρόπο που ενθαρρύνει συνειδητά τον εθισμό και δεν προειδοποίησαν επαρκώς για τους κινδύνους, επιδικάζοντας αποζημίωση 6 εκατομμυρίων δολαρίων — 4,2 εκατομμύρια στη Meta και 1,8 εκατομμύρια στη Google.

Παρεμπιπτόντως, λίγα εικοσιτετράωρα πριν, δικαστήριο στο Νέο Μεξικό είχε καταλογίσει πρόστιμο 375 εκατομμυρίων δολαρίων στη Meta για συστηματική παραπλάνηση γύρω από την ασφάλεια των ανηλίκων. Η τελευταία εβδομάδα του Μαρτίου δεν ήταν μια καλή εβδομάδα για τον Μαρκ Ζάκερμπεργκ.
Μια ιστορική απόφαση κατά της Σίλικον Βάλεϊ
Η υπόθεση της KGM θεωρείται ιστορική, γιατί ήταν η πρώτη δίκη αυτού του είδους που έφτασε μέχρι την τελική ετυμηγορία ενόρκων. Και το πιο σημαντικό; Δεν πρόκειται για μεμονωμένη υπόθεση ή για κάποιο νομικό πυροτέχνημα.
Πάνω από 1.600 ανάλογες αγωγές έχουν κατατεθεί στις ΗΠΑ, ενώ δεκάδες ακόμη δίκες αναμένεται να ξεκινήσουν τα επόμενα χρόνια.

Οι νομικοί μιλούν ήδη για μια πιθανή επανάληψη της ιστορίας της καπνοβιομηχανίας τη δεκαετία του ’90.
Μπαίνουμε σε μια νέα εποχή, όπου η κοινωνία αρχίζει να αντιμετωπίζει τις πλατφόρμες όχι ως εργαλεία έκφρασης, αλλά ως τοξικά προϊόντα με πραγματικές, μετρήσιμες συνέπειες.
Η βιομηχανία της ντοπαμίνης
Αν πιστεύουμε ότι το σκάνδαλο της Cambridge Analytica πριν από μερικά χρόνια —αυτό που είχε γονατίσει προσωρινά τον Μαρκ Ζάκερμπεργκ— ήταν το αποκορύφωμα της ψηφιακής δυστοπίας, μάλλον πρέπει να αναθεωρήσουμε.
Εκείνη η υπόθεση αφορούσε την εκμετάλλευση προσωπικών δεδομένων, τα κενά ασφαλείας και την πολιτική χειραγώγηση. Αλλά στην ουσία, για τη Σίλικον Βάλεϊ, ήταν απλώς μια «παρεκτροπή» μέσα στο σύστημα.

Η σημερινή συζήτηση είναι απείρως πιο σκοτεινή. Δεν αφορά την κατάχρηση της τεχνολογίας από τρίτους. Αλλά το ίδιο το DNA της.
Τι θα απογίνουμε χωρίς doomscrolling;
Στο επίκεντρο της νομικής και κοινωνικής θύελλας βρίσκονται λειτουργίες που σήμερα θεωρούμε σχεδόν αυτονόητες: Το ατέρμονο scroll που καταργεί το οπτικό «τέλος» μιας σελίδας και η αυτόματη αναπαραγωγή βίντεο που δεν σε αφήνει να σκεφτείς αν θέλεις να δεις το επόμενο.
Οι ειδοποιήσεις που εμφανίζονται ασταμάτητα, διακόπτοντας κάθε ειρμό σκέψης και οι αλγόριθμοι που προβλέπουν, με τρομακτική ακρίβεια, τι ακριβώς θα μας κρατήσει λίγο ακόμη μπροστά στην οθόνη.

Οι λειτουργίες αυτές δεν είναι τυχαίες σχεδιαστικές επιλογές. Είναι προϊόν ενός μοντέλου που έχει αποκτήσει πλέον και ακαδημαϊκό όνομα: η οικονομία της προσοχής.
Σε αυτό το σύστημα, το πιο πολύτιμο προϊόν που πουλιέται στους διαφημιστές είναι ο χρόνος των χρηστών.
Τα νέα ψηφιακά έθνη
Οι αριθμοί των κολοσσών της Big Tech μιλούν από μόνοι τους. Δεν μιλάμε πια για φιλόδοξες start-ups, αλλά για υπερεθνικά ψηφιακά κράτη.
Η Meta αποτελεί σήμερα μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες στην ιστορία της ανθρωπότητας, με αστρονομική χρηματιστηριακή αξία 1,5 τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Οι πλατφόρμες της —Facebook, Instagram και WhatsApp— κρατούν «δέσμιους» σχεδόν 4 δισεκατομμύρια ενεργούς χρήστες κάθε μήνα.
Αλλά και η Alphabet, η μητρική της Google, γιγαντώνεται εκθετικά έχοντας μια μάλλον εξωφρενική αποτίμηση 3,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και ελέγχοντας το YouTube, την μεγαλύτερη πλατφόρμα βίντεο στον πλανήτη – προσελκύει πάνω από 2,5 δισεκατομμύρια θεατές μηνιαίως.

Πώς συντηρούνται αυτά τα νούμερα; Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο μέσος πολίτης περνά πλέον 2 ώρες και 23 λεπτά την ημέρα καταναλώνοντας περιεχόμενο στα social media.
Αν το πολλαπλασιάσει κανείς σε ετήσια βάση, προκύπτει ένα απίστευτο και όμως αληθινό νούμερο: περισσότερες από 35 ημέρες τον χρόνο, αφιερωμένες αποκλειστικά στην τελετουργία του σκρολαρίσματος.
Παράλληλα, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια υγεία λαμβάνουν χαρακτηριστικά πανδημίας.
Εκτιμάται ότι περίπου 210 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως παρουσιάζουν πλέον συμπτώματα κλινικά προβληματικής ή εθιστικής χρήσης του διαδικτύου.
Όταν αλγόριθμος «μυρίζεται αίμα»
Η εξίσωση θα μπορούσε να είναι τόσο απλή. Άρα και εύκολη στην επίλυση. Αλλά δεν είναι. Η επιστημονική έρευνα προσθέτει μια κρίσιμη — και συχνά παραγνωρισμένη μέσα στον γονεϊκό και όχι μόνο ηθικό πανικό — διάσταση.
Ενώ ο κυρίαρχος, επιφανειακός λόγος αποφαίνεται με σιγουριά θέσφατου ότι «οι οθόνες προκαλούν κατάθλιψη», τα δεδομένα είναι πιο σύνθετα.

Πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ σε δείγμα 25 χιλιάδων εφήβων και χρονική διάρκεια 3 ετών κατέδειξε ότι η σύνδεση μεταξύ ψυχικής υγείας και social media δεν είναι πάντα μια γραμμική σχέση αιτίου-αιτιατού.
Σε πολλές περιπτώσεις τα παιδιά που ήδη βιώνουν άγχος, μοναξιά, περιθωριοποίηση στο σχολικό περιβάλλον ή οικογενειακές δυσκολίες είναι εκείνα που στρέφονται περισσότερο στις ψηφιακές πλατφόρμες.
Τα social media λειτουργούν αρχικά ως παρηγοριά και καταφύγιο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι αλγόριθμοι αναγνωρίζουν την ευαλωτότητα.
Οι σύγχρονες μηχανές προτάσεων (recommendation engines) δεν είναι ουδέτερα και άβουλα τεχνολογικά εργαλεία ταξινόμησης. Αλλά εξαιρετικά εξελιγμένα συστήματα πρόβλεψης και χειραγώγησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Όπως παρατηρούν οι ερευνητές, λειτουργούν συχνά σαν ψηφιακοί θηρευτές που «μυρίζουν το αίμα».
Αν ένας χρήστης, συνειδητά ή ασυνείδητα, δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον για περιεχόμενο που σχετίζεται με θλίψη, μοναξιά, ακραίες δίαιτες ή ανασφάλεια, ο αλγόριθμος το καταγράφει.
Αντί να τον απομακρύνει, του σερβίρει απλόχερα και χωρίς ψήγμα ενσυναίσθησης αντίστοιχο περιεχόμενο, εγκλωβίζοντάς τον σε μια δίνη επιβεβαίωσης των φόβων του.
Νομική καταιγίδα προ των πυλών
Η ιστορία της 20χρονης KGM στο Λος Άντζελες δεν είναι ο επίλογος μιας ιστορίας προσωπικής εκδίκησης.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη εκατοντάδες συντονισμένες αγωγές από οικογένειες, δημόσιες σχολικές περιφέρειες και ολόκληρες πολιτείες που κατηγορούν την Big Tech ότι σχεδίασε σκόπιμα πλατφόρμες που ενθαρρύνουν τον εθισμό στους ανηλίκους.

Πολλές από τις υποθέσεις επιδιώκουν κάτι εξαιρετικά φιλόδοξο νομικά: να παρακάμψουν το περίφημο Section 230. Πρόκειται για τη νομική ασπίδα που ψηφίστηκε το 1996 και προστατεύει τις πλατφόρμες, ορίζοντας ότι δεν φέρουν ευθύνη για το περιεχόμενο που αναρτούν οι χρήστες τους.
Η νέα στρατηγική των εναγόντων ωστόσο είναι διαφορετική και χτυπάει το μαλακό υπογάστριο του θηρίου. Δεν στοχεύει πλέον στο περιεχόμενο. Αλλά στον σχεδιασμό των ίδιων των πλατφορμών. Στον κώδικα, στα κουμπιά, στις ειδοποιήσεις.
Αν αυτό το επιχείρημα γίνει τελεσίδικα δεκτό από τα Ανώτατα Δικαστήρια, το νομικό τοπίο του διαδικτύου παγκοσμίως θα υποχρεωθεί να αναδομηθεί εκ βάθρων, ώστε οι εταιρίες τεχνολογίας να μη δαπανήσουν την κεφαλαιοποίησή τους σε αποζημιώσεις.
Την ίδια ώρα, η Ευρώπη, αν και έχει ήδη ένα πιο δεσμευτικό και άρα προστατευτικό πλαίσιο για τον πολίτη, παρακολουθεί αμήχανη.

Η πρόσφατη απόρριψη του αμφιλεγόμενου ευρωπαϊκού νομοσχεδίου (CSAM bill), το οποίο θα υποχρέωνε τις πλατφόρμες να σκανάρουν τα ιδιωτικά μηνύματα για υλικό παιδικής κακοποίησης, ανέδειξε έναν ακόμα γρίφο:
Πώς προστατεύεις τα παιδιά, χωρίς να καταργήσεις εντελώς την ιδιωτικότητα, μετατρέποντας το διαδίκτυο σε έναν πανταχού παρόντα Big Brother;
Ο χαμένος χρόνος και η επιστροφή στο εδώ και τώρα
Σε έναν κόσμο όπου σχεδόν το σύνολο των εφήβων (αλλά όχι μόνο) κοιμάται, ξυπνά, διαβάζει και περπατά με ένα smartphone στο χέρι, σχεδόν όμηρος του επόμενου notification, η ιδέα της πλήρους, ριζοσπαστικής αποσύνδεσης μοιάζει αναντίρρητα ουτοπική, ίσως και αφελής.
Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην προ-ίντερνετ εποχή. Όπως ας πούμε δεν μπορούμε να ξαναγίνουμε άνθρωποι των σπηλαίων.
Ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα να μην είναι το τι κάνουμε όταν είμαστε συνεχώς online. Το πραγματικό crash test της ψηφιακής μας ωριμότητας είναι να αναλογιστούμε το τι πάψαμε να κάνουμε εξαιτίας αυτής της αδιάλειπτης σύνδεσης. Και να το θυμηθούμε από την αρχή.











