Σε διεθνή κλίμακα–και προεχόντως στις ΗΠΑ– παρατηρείται μία άκρως επικίνδυνη, για τη λειτουργία του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας εντός του θεσμικού πλαισίου της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, τάση αλόγιστης χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης και κατά τη θέσπιση του Κανόνα Δικαίου αλλά και κατά την εφαρμογή του στην πράξη ενόψει της in concreto απονομής της Δικαιοσύνης. Αλόγιστης χρήσης, η οποία οφείλεται στο ότι υπάρχει άγνοια –αν όχι και εσκεμμένη παράβλεψη– της καθοριστικής σημασίας διάκρισης ότι η Νοημοσύνη του Ανθρώπου μπορεί, και δη σε σημαντικό βαθμό, να υποκατασταθεί από την τεχνητή νοημοσύνη. Ενώ η Συνείδηση του Ανθρώπου, «προϊόν» του εγκεφάλου και του νευρικού του συστήματος, είναι αδύνατο να υποκατασταθεί ακόμη και με τα πιο προηγμένα μέσα της σύγχρονης Τεχνολογίας, δοθέντος ότι ο Ανθρωπος αγνοεί, σε μέγιστο βαθμό, τη λειτουργία της Συνείδησης και κυρίως τη «μετάβαση» από το υποσυνείδητο στο συνειδητό.

Τούτο σημαίνει ότι είναι επιτακτική η ανάγκη ανάληψης πρωτοβουλιών τιθάσευσης της αλόγιστης χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης κατά τη διαμόρφωση του Κανόνα Δικαίου και κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου από τα όργανα της Δικαστικής Εξουσίας, με γνώμονα την κατά τον θεσμικό και κανονιστικό προορισμό τους υπεράσπιση του Δικαίου και της Δικαιοσύνης. Εν τέλει δε με γνώμονα την υπεράσπιση των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, άρα και της Ελευθερίας καθώς και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Α. Η αυθαίρετη ή και καταχρηστική αξιοποίηση των μέσω αλγοριθμικών προβλέψεων μεθόδων νομοθετικής παραγωγής και συντέλεσης των νομικών διεργασιών του δικανικού συλλογισμού δείχνει ήδη τις καταστροφικές επιπτώσεις της, ιδίως υπό τη μορφή τερατογενέσεων στο πεδίο απονομής της Δικαιοσύνης, σε εξαιρετικά κρίσιμους τομείς για την προστασία της αξίας του Ανθρώπου και για την υπεράσπιση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Αυτή η διαπίστωση δεν ενέχει τίποτα το υπερβολικό, αν αναλογισθεί κανείς ότι π.χ. στις ΗΠΑ η διευρυμένη προσφυγή στα μέσα της τεχνητής νοημοσύνης κατά την έκδοση δικαστικών αποφάσεων δεν περιορίζεται σε ήσσονος σημασίας πεδία της κοινωνικοοικονομικής ζωής –όπου κι εκεί, βεβαίως, δεν αναδεικνύεται αποτελεσματική– αλλά επεκτείνεται πολύ πέραν τούτων.

Και κατακτά έδαφος ακόμη και στο πεδίο της εκ- δίκασης διαφορών που θίγουν καίριες πτυχές των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δίχως μάλιστα να προκύπτει κάποια τάση υπεύθυνου αυτοπεριορισμού. Τούτο συνάγεται εκ του ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις ΗΠΑ η έκδοση δικαστικών αποφάσεων μέσω προγραμματισμού, στηριγμένου σχεδόν αποκλειστικώς σε αλγοριθμικές προβλέψεις, έχει επεκταθεί και στον εξαιρετικά ευαίσθητο, από πλευράς προστασίας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, χώρο του Ποινικού Δικαίου. Η «νομολογία» που έχει έως τώρα προκύψει στον χώρο αυτό αφήνει να έλθουν στο φως αποφάσεις, οι οποίες ουδόλως μπορούν να αποκρύψουν τάσεις αδιανόητου ρατσισμού, ιδίως εις βάρος έγχρωμων πολιτών. Αυτό συμβαίνει επειδή οι προμνημονευόμενες αποφάσεις ερείδονται –κατ’ ανάγκη, εξαιτίας της ιδιοσυστασίας των μέσω αλγορίθμων προβλέψεων– επί αμιγώς υποκειμενικών ή και εξοφθάλμως αυθαίρετων κριτηρίων κατάταξης στις λεγόμενες «κλίμακες επικινδυνότητας».

Η αυτοματοποίηση των οποίων οδηγεί, μοιραίως, σε εξίσου αμιγώς υποκειμενικά ή και εξοφθάλμως αυθαίρετα συμπεράσματα, π.χ. κατά τη θεώρηση της αντικειμενικής και κυρίως της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, κατά την επιμέτρηση της ποινής και κατά την εκτίμηση ενδεχόμενης υποτροπής. Β. Έτσι όμως καθίσταται κάτι παραπάνω από προφανές ότι στο όνομα ιδίως της, δήθεν, επιτάχυνσης της απονομής της Δικαιοσύνης με την ανεξέλεγκτη χρήση της Τεχνολογίας –δίχως μάλιστα, όπως συνάγεται αβιάστως από τη βαθύτερη ανάλυση των κατά τ’ ανωτέρω πρακτικών, να υπάρχει ουσιαστική γνώση και επίγνωση των ορίων της τεχνητής νοημοσύνης και της σχέσης της με τη φύση της Συνείδησης– η Δικαστική Εξουσία απομακρύνεται επικίνδυνα από τις ρίζες της. Και κατά κύριο λόγο από τις ρίζες της εκείνες, οι οποίες τη συνδέουν με το όλο θεσμικό πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως εγγύησης της Ελευθερίας, δηλαδή και εν τέλει ως εγγύησης της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Και στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινισθεί εμφατικώς ότι δεν πρέπει να παραβλέπουμε, κατ’ ουδένα τρόπο, ότι η λειτουργία της Δικαστικής Εξουσίας –και επέκεινα η άσκηση δικαιοδοσίας εκ μέρους των λειτουργών της– σύμφωνα με τα ουσιώδη προτάγματα του Δικαίου και της Δικαιοσύνης συνιστά καταλυτικό παράγοντα για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και για την αποτελεσματική θωράκιση των δημοκρατικών θεσμών.

* Ο Προκόπιος Παυλόπουλος είναι πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας και επίτιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ