Η Νίκη Κεραμέως, υπουργός Εργασίας, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο «Live News», αναφέρθηκε στην υπόθεση Παναγόπουλου, καθώς και στην αποκάλυψη του Mega πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε το μεγαλειώδες σχέδιο κατάρτισης των ανέργων, ωστόσο η λύση βρέθηκε με νομοθετική διάταξη, είπε χαρακτηριστικά πως «ζούμε την απόλυτη διαστρέβλωση».
Τι ισχύει και τι δεν ισχύει για τα προγράμματα ΕΣΠΑ;
«Είναι δύο ξεχωριστά ζητήματα. Το ένα είναι η συνεργασία που έχει η Πολιτεία διαχρονικά με εθνικούς κοινωνικούς εταίρους και το άλλο είναι άπαξ και υπάρξει τέτοια συνεργασία δηλαδή ένα πρόγραμμα κατάρτισης, τι χρήση κάνει ο φορέας αυτός και τα φυσικά πρόσωπα από πίσω. Σε αυτό το δεύτερο κομμάτι, προφανώς και είναι πάρα πολύ σημαντικό να χύνεται άπλετο φως, εξού και οι έρευνες», ανέφερε η ίδια.
Πρόσθεσε δε, η υπουργός Εργασίας ότι: «Αυτά τα προγράμματα είναι εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες, με πάρα πολλές κυβερνήσεις. Αυτά που συζητάμε εν προκειμένω, εντάχθηκαν επί της πρώτης θητείας της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, το 2021 και το 2022. Προγράμματα κατάρτισης. Με προθεσμία ολοκλήρωσης το τέλος του ’23. Φτάνει λοιπόν τέλος του ’23, δεν έχει ολοκληρωθεί η υλοποίηση, αλλά το ελληνικό Δημόσιο έχει αναλάβει δεσμεύσεις».
«Οπότε για να μην εγείρονται νομικές αξιώσεις εναντίον του ελληνικού Δημοσίου, έπρεπε αυτά τα προγράμματα να παραταθούν. Πώς παρατείνονται; Πας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Πήγε τότε, η τότε ΓΣΕΕ, στο Ελεγκτικό Συνέδριο ζητώντας την παράταση των προγραμμάτων αυτών, και σωστά έκανε, για να μην εγερθούν νομικές αξιώσεις εναντίον του ελληνικού Δημοσίου και προβλέποντας ότι η χρηματοδότηση θα γίνει μέσα από πόρους ΕΣΠΑ. Ταυτόχρονα όμως είχε ξεκινήσει μια διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, γιατί ήταν πολλά προγράμματα. Το ΕΣΠΑ δεν τα χωράει όλα αυτά τα προγράμματα», επεσήμανε η Νίκη Κεραμέως.
Ακόμα, σημείωσε πως: «Είχε ξεκινήσει λοιπόν τότε ο Άδωνις Γεωργιάδης μια πολύ επιτυχημένη διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία έλεγε ότι ένα μέρος των προγραμμάτων αυτών, περίπου 14-15 θα πήγαιναν μέσω ΕΣΠΑ και τα υπόλοιπα, περίπου 7, εν τέλει 4, θα πήγαιναν μέσω εθνικών πόρων. Έρχεται λοιπόν μία επιστολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Απρίλιο του 2024, η οποία λέει να μην πάνε αυτά τα προγράμματα μέσω ΕΣΠΑ, αλλά μπορούν να αξιοποιηθούν εθνικοί πόροι. Αφού ολοκληρώθηκε η διαπραγμάτευση, εγώ πήγα στο Υπουργείο το καλοκαίρι του 2024, έπρεπε να υλοποιηθεί αυτή η συμφωνία λοιπόν».
«Το πρώτο που έγινε είναι ότι μεταφέρθηκαν αυτά τα 14 προγράμματα στο νέο ΕΣΠΑ ’21-’27. Να λοιπόν πώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μια χαρά θέλει αυτά τα προγράμματα και τα ενθαρρύνει και ζητάει τη σύμπραξη, αν θέλετε, Πολιτείας και εθνικών κοινωνικών εταίρων. Και ταυτόχρονα το υπουργείο Οικονομικών νομοθετεί στη Βουλή μία διάταξη που λέει: Όσα έργα δεν έχουν πάει μέσω ΕΣΠΑ, αλλά υπάρχουν νομικές δεσμεύσεις, πάνε στους εθνικούς πόρους. Νομοθετείται λοιπόν αυτή η διάταξη… Σημειωτέον, επειδή ακούω πολλά για αυτή τη διάταξη, στην Βουλή δεν καταψήφισε κανείς τη διάταξη», εξήγησε η υπουργός Εργασίας.
Παράλληλα, επί του θέματος υπογράμμισε πως ό,τι έγινε, έγινε σύμφωνα με το εθνικό και με το ενωσιακό δίκαιο, για να προστατευθεί το δημόσιο συμφέρον της χώρας συνολικά, να μην εγερθούν νομικές αξιώσεις και να μπορέσει να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί η υλοποίηση αυτών των έργων.
«Άπλετο φως στην υπόθεση Παναγόπουλου»
Για την υπόθεση του Γιάννη Παναγόπουλου, σημείωσε η Νίκη Κεραμέως πως: «Αυτή τη στιγμή υπάρχουν κάποιες κατηγορίες εναντίον ενός φυσικού προσώπου, όπως είπα θα απαντηθούν και ούτω καθεξής. Δεν είναι εναντίον της ΓΣΕΕ, δεν έχει να κάνει με το θεσμικό εταίρο. Άπλετο φως στη συγκεκριμένη υπόθεση που αφορά το φυσικό πρόσωπο. Από την άλλη όμως, έχουμε εδώ μία ιστορική εθνική κοινωνική συμφωνία. Η διαδικασία στη Βουλή έχει να κάνει με την κύρωση μίας εθνικής ιστορικής συμφωνίας, μεταξύ Πολιτείας και όλων των κοινωνικών εταίρων. Με την κύρωση αυτής της εθνικής κοινωνικής συμφωνίας έχουμε αυτόματα αποτελέσματα. Τι εννοώ; Έχουμε τη δυνατότητα να συνάπτονται πιο εύκολα συλλογικές συμβάσεις, να προστατεύουν περισσότερους εργαζόμενους και να προστατεύουν τους εργαζόμενους και μετά τη λήξη μίας συλλογικής σύμβασης».






