Την Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2026, ο Έλληνας Πρωθυπουργός μεταβαίνει στην Άγκυρα για την καθιερωμένη πλέον συνάντηση με τον Πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Η επίσημη κυβερνητική ρητορική, όπως εκφράστηκε δια στόματος του κυβερνητικού εκπροσώπου, επενδύει στη διαχείριση των προσδοκιών, εστιάζοντας στη διατήρηση των διαύλων επικοινωνίας και στην αποφυγή εντάσεων. Ωστόσο, μια προσεκτική ανάλυση των δεδομένων που έχουν διαμορφωθεί στο πεδίο τις τελευταίες εβδομάδες, αποκαλύπτει μια ανησυχητική δομική ανισορροπία.

Η συνάντηση αυτή δεν λαμβάνει χώρα σε μία αδιάφορη περίοδο, αλλά εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου που έχει ορίσει μονομερώς η Άγκυρα. Η πρόσφατη έκδοση NAVTEX αορίστου διαρκείας στο Αιγαίο, οι δηλώσεις του Τούρκου ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν περί «συνολικής λύσης» και τα επιχειρησιακά τετελεσμένα (όπως το περιστατικό της Κάσου), συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου η «κανονικότητα» είναι φαινομενική και η «ηρεμία» εύθραυστη.

Σε αυτό το σημείο σημειώνεται πως ο γραφών θεωρεί πως η τρέχουσα ελληνική στρατηγική πάσχει από μια θεμελιώδη παρανόηση της φύσης του τουρκικού αναθεωρητισμού, αλλά και του ρόλου της Ελλάδας στο δυτικό σύστημα ασφαλείας.

Η συζήτηση στον δημόσιο διάλογο συχνά εξαντλείται στον χαρακτηρισμό των τουρκικών ενεργειών ως προκλήσεων. Ο όρος αυτός ωστόσο, είναι επιστημονικά ανεπαρκής. Η Τουρκία δεν «προκαλεί» απλώς· παράγει δίκαιο και δημιουργεί τετελεσμένα.

Η ανακοίνωση του τουρκικού Υπουργείου Άμυνας στις 29 Ιανουαρίου 2026 για NAVTEX αορίστου διαρκείας συνιστά ποιοτική αναβάθμιση της τουρκικής στρατηγικής. Στο Διεθνές Δίκαιο και στη ναυτική πρακτική, οι NAVTEX αποτελούν εργαλείο ασφάλειας της ναυσιπλοΐας. Όταν όμως ένα κράτος δεσμεύει περιοχές επ’ αόριστον για «εκπαιδευτικούς» ή «ερευνητικούς» σκοπούς σε διεθνή ύδατα ή σε περιοχές αδιευκρίνιστης δικαιοδοσίας (κατά την δική του θεώρηση των πραγμάτων), ουσιαστικά ασκεί οιονεί κυριαρχία.

Η Άγκυρα, μέσω αυτής της πρακτικής, επιδιώκει την χρησικτησία του θαλάσσιου χώρου. Δηλώνει παρούσα ως η ρυθμιστική αρχή της περιοχής, αμφισβητώντας στην πράξη την ελληνική αρμοδιότητα έκδοσης αναγγελιών εντός του FIR Αθηνών και σε περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Η ελληνική αντίδραση, η οποία περιορίζεται σε διπλωματικά διαβήματα ρουτίνας, αδυνατεί να ανασχέσει αυτή τη διαδικασία θεσμικής κατοχύρωσης των τουρκικών διεκδικήσεων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τοποθέτηση του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, ο οποίος έθεσε το πλαίσιο της επικείμενης συνάντησης με τη φράση: «Να μην σηκωθούμε από το τραπέζι αν δεν λύσουμε όλα τα θέματα». Στη θεωρία των διαπραγματεύσεων, η προσέγγιση αυτή ονομάζεται «package deal diplomacy». Παρότι μπορεί αυτή η προοπτική να ακούγεται λογική ή και εποικοδομητική, στην περίπτωση αυτή όμως, συνιστά παγίδα στρατηγικής. Η Ελλάδα αναγνωρίζει ως μοναδική νομική διαφορά την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Η Τουρκία, αντιθέτως, θέτει στο τραπέζι ζητήματα κυριαρχίας (αποστρατιωτικοποίηση νήσων, γκρίζες ζώνες, εύρος εναέριου χώρου).

Αποδεχόμενη η ελληνική πλευρά να συζητήσει σε ένα πλαίσιο «θετικής ατζέντας» ενώ ο συνομιλητής της θέτει ζητήματα σε πακέτο, διατρέχει τον κίνδυνο της διολίσθησης. Η συζήτηση «περί όλων των θεμάτων» νομιμοποιεί τις τουρκικές αιτιάσεις, μετατρέποντας μονομερείς και παράνομες διεκδικήσεις σε διμερείς διαφορές προς επίλυση. Η ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι όταν ένα status quo κράτος διαπραγματεύεται «εφ’ όλης της ύλης» με ένα αναθεωρητικό κράτος, το αποτέλεσμα είναι συνήθως η μετατόπιση της γραμμής ισορροπίας εις βάρος του πρώτου. Πέρα από τη νομική διάσταση, υπάρχει και η επιχειρησιακή πραγματικότητα.

Η «Διακήρυξη των Αθηνών» του Δεκεμβρίου 2023 χαιρετίστηκε ως μια νέα αρχή. Βασίστηκε στην υπόθεση εργασίας ότι η βελτίωση του κλίματος θα οδηγούσε σε μείωση της έντασης. Δυόμισι χρόνια μετά, τα δεδομένα διαψεύδουν την υπόθεση. Το περιστατικό στην Κάσο, όπου τουρκικά πολεμικά πλοία παρεμπόδισαν έρευνες για την πόντιση καλωδίου εντός οριοθετημένης (με την Αίγυπτο) ελληνικής ΑΟΖ, κατέδειξε τα όρια της διακήρυξης φιλίας.

Η Τουρκία απέδειξε ότι είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει σκληρή ισχύ για να επιβάλει το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», αδιαφορώντας για τις διπλωματικές αβρότητες. Η ελληνική διαχείριση του περιστατικού, με την εσπευσμένη αποχώρηση για λόγους αποκλιμάκωσης, έστειλε ένα λανθασμένο μήνυμα αποτροπής. Ας μην ξεχνάμε, πως η συνεχής αποφυγή της τριβής με κάθε κόστος εκλαμβάνεται συχνά από τον αντίπαλο ως έλλειψη πολιτικής βούλησης υπεράσπισης των κεκτημένων. Η στρατηγική του κατευνασμού, σπανίως οδηγεί σε σταθερότητα· αντιθέτως, τείνει να αυξάνει την όρεξη του αναθεωρητικού δρώντος.

Στο επίκεντρο της κριτικής μου ανάλυσης βρίσκεται η έννοια του «Δεδομένου Συμμάχου», ένα θέμα που έχω αναδείξει εκτενώς στην αρθρογραφίατελευταία χρόνια διέπεται από το δόγμα της απόλυτης και προκαταβολικής στοίχισης με τις επιλογές της Δύσης (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ). Η λογική πίσω από αυτή την επιλογή είναι ότι η Ελλάδα, ως πυλώνας σταθερότητας και πιστός σύμμαχος, θα εξασφαλίσει την προστασία των εταίρων της έναντι της τουρκικής απειλής.

Ωστόσο, η διεθνής πραγματικότητα λειτουργεί με όρους συμφέροντος και όχι ηθικής ανταπόδοσης. Η Τουρκία του Ερντογάν έχει υιοθετήσει μια συναλλακτική σχέση με τη Δύση. Διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τη Ρωσία, παζαρεύει την ένταξη χωρών στο ΝΑΤΟ, και απαιτεί ανταλλάγματα για κάθε της κίνηση. Παραδόξως, αυτή η συμπεριφορά την καθιστά απαραίτητη αλλά και υπολογίσιμη. Η Δύση ανησυχεί μήπως χάσει την Τουρκία, και γι’ αυτό τείνει να την καλοπιάνει. Αντιθέτως, η Ελλάδα θεωρείται δεδομένη. Οι σύμμαχοι γνωρίζουν ότι η Αθήνα δεν θα προκαλέσει ρήξη, δεν θα θέσει βέτο σε κρίσιμες αποφάσεις και θα ακολουθήσει την ευρωατλαντική γραμμή. Κατά συνέπεια, σε μια κρίση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η πίεση των μεγάλων δυνάμεων ασκείται πάντα προς την πλευρά που είναι πιο πιθανό να υποχωρήσει: την Ελλάδα.

Αυτή η ασυμμετρία είναι ορατή και στην τρέχουσα συγκυρία. Η Ουάσιγκτον και το Βερολίνο πιέζουν για «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο, όχι για την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου. Η «μη ένταση» είναι ο στόχος τους, ακόμη και αν αυτή προϋποθέτει την σιωπηρή αποδοχή των τουρκικών θέσεων από την ελληνική πλευρά. Ενόψει της επίσκεψης στην Άγκυρα, και με δεδομένη τη δυσμενή συγκυρία, απαιτείται ένας ριζικός επαναπροσανατολισμός της ελληνικής στρατηγικής σκέψης. Δεν προκρίνω τον μαξιμαλισμό, ούτε την πολεμική ρητορεία. Προκρίνω τον στρατηγικό Ρεαλισμό.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά;

Η Ελλάδα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι η διατήρηση ήρεμου κλίματος δεν μπορεί να γίνεται με τίμημα την κυριαρχική της αδράνεια. Η άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων (π.χ. έρευνες, χωρικά ύδατα, περιβαλλοντική προστασία) δεν είναι διαπραγματεύσιμη.

Επιπρόσθετα, η Ελλάδα πρέπει να πάψει να ζητά προστασία και να αρχίσει να προβάλλει το κόστος. Η λογική του «δεδομένου συμμάχου» πρέπει να αντικατασταθεί από τη λογική του «αξιόπιστου αλλά απαιτητικού εταίρου». Η ελληνική συμμετοχή σε διεθνείς πρωτοβουλίες πρέπει να συνδέεται άμεσα και ρητά με την έμπρακτη στήριξη των ελληνικών θέσεων στα ελληνοτουρκικά. Φυσικά, ο διάλογος είναι απαραίτητος, αλλά πρέπει να έχει πλαίσιο. Η ελληνική πλευρά οφείλει να αρνηθεί τη συζήτηση επί θεμάτων που άπτονται της εθνικής κυριαρχίας. Αν η Τουρκία επιμείνει στο «πακέτο» του Φιντάν, η Ελλάδα πρέπει να είναι έτοιμη να αποχωρήσει από τη διαδικασία, ή τουλάχιστον να παγώσει τον πολιτικό διάλογο, διατηρώντας μόνο τα κανάλια αποφυγής στρατιωτικής έντασης.

Η συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου στην Άγκυρα δεν πρέπει να κριθεί από τα χαμόγελα στις φωτογραφίες ή τις γενικόλογες δηλώσεις περί φιλίας. Θα κριθεί από το αν η ελληνική πλευρά θα καταφέρει να σπάσει το πλαίσιο που έχει θέσει η Άγκυρα. Αν ο Πρωθυπουργός μεταβεί στην Τουρκία απλώς για να επικυρώσει την μη ένταση υπό το καθεστώς των μόνιμων NAVTEX και της «Γαλάζιας Πατρίδας», τότε δεν μιλάμε για διπλωματία, αλλά για σταδιακή αποδοχή μιας νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας, όπου η Ελλάδα μετατρέπεται σε δρώντα-δορυφόρο.

Η ιστορία της διεθνούς πολιτικής είναι αμείλικτη με τα κράτη που φοβούνται την ισχύ τους και εναποθέτουν την ασφάλεια τους στην καλή θέληση των γειτόνων τους. Η Ελλάδα διαθέτει ισχύ – διπλωματική, στρατιωτική, οικονομική. Το ζητούμενο είναι αν διαθέτει και τη βούληση να την χρησιμοποιήσει ως διαπραγματευτικό κεφάλαιο, αντί να την θυσιάζει στον βωμό μιας ψευδεπίγραφης ηρεμίας.

Ο Μηνάς Λυριστής είναι Δρ. Διεθνών Σχέσεων