Οι ταινίες της εβδομάδας – Η γοητεία του παρελθόντος

Οι ταινίες των Γουές Άντερσον και Πάολο Σορεντίνο, η «Γαλλική αποστολή» και το «Χέρι του θεού» αντιστοίχως, μας μεταφέρουν σε περασμένες αλλά αξέχαστες  εποχές και ξεχωρίζουν στις αίθουσες

Ο Φίλιπο Σκότι και οι γονείς του στο «Χέρι του θεού» Τόνι Σερβίλο και Τερέζα Σαπονάντζελο

 

Βαθμολογία

5: εξαιρετική

4: πολύ καλή

3: καλή

2: ενδιαφέρουσα

1: μέτρια

0: απαράδεκτη

———————————————

«Το χέρι του θεού» («E stata la mano di dio», Ιταλία, 2021)

 

«Αν ο Μαραντόνα δεν έρθει να παίξει στη Νάπολη θ’ αυτοκτονήσω» λέει σε κάποια σκηνή της ταινίας το «Χέρι του θεού» ένας διανοούμενος παππούς, φανατικός οπαδός της ομάδας του και του αργεντίνου θεού της μπάλας. Θα μπορούσες να πεις ότι η ατάκα αυτή δίνει το στίγμα της ταινίας, όμως τελικά, η τελευταία δημιουργία του Πάολο Σορεντίνο, δεν είναι όπως ο τίτλος της ίσως προδιαθέτει, μια ταινία για τον Ντιέγκο Μαραντόνα και την δράση του στη Νάπολη.

Είναι μια ταινία που με αφορμή την επέλαση Μαραντόνα στη Νάπολη, ενδιαφέρεται περισσότερο να μιλήσει για την είσοδο στην εφηβεία, ν’ αφηγηθεί μια κλασική ιστορία ενηλικίωσης, έτσι όπως τόσοι και τόσοι σκηνοθέτες έχουμε δει να κάνουν – από τον Φεντερίκο Φελίνι (βασικό εμπνευστή του Σορεντίνο σε όλο του το έργο) με το «Αμαρκορντ», ως τον Τάσο Μπουλμέτη με την «ΠΟΛΙΤΙΚΗ κουζίνα».

Και βέβαια, όπως ακριβώς συμβαίνει σε όλες τις ταινίες ενηλικίωσης μεγάλων σκηνοθετών, έτσι και εδώ, το κεντρικό πρόσωπο της ταινίας, ο Φαμπιέ Σκίζα (Φίλιπο Σκότι), το παιδί που ζει από πρώτο χέρι τα γεγονότα που βλέπουμε στη Νάπολη της δεκαετίας του 1980, είναι ένα alter ego του ίδιου του δημιουργού της ταινίας, τον σκηνοθέτη του «Il divo» και της «Τέλειας ομορφιάς» που παραμένει η μεγάλη του ταινία.

Επομένως ο Σορεντίνο ξέρει πολύ καλά τι λέει γιατί αυτό που λέει προέρχεται από την καρδιά και τα συναισθήματά του τα οποία δεν έσβησαν στο πέρασμα του χρόνου και που τώρα επανέρχονται υπό την μορφή της γλυκιάς νοσταλγίας. Μια τρελή -τρελή οικογένεια είναι η φαμίλια Σκίζα και πάνω σε αυτήν ο Σορεντίνο, αλληθωρίζοντας πάντα προς το σινεμά του αγαπημένου του Φελίνι, στήνει τα ομορφότερα στιγμιότυπα της ταινίας – γιατί τελικά αυτό είναι το «Χέρι του θεού», μια συρραφή αναμνήσεων και στιγμιότυπων.

Οι πλακατζήδες γονείς του Φαμπιέ – τους οποίους υποδύονται υπέροχα ο Τόνι Σερβίλο και η Τερέζα Σαπονάντζελο – έχουν τον πρώτο λόγο και οι σκηνές τους (μεταξύ τους, με τα παιδιά τους όπως και με τους διάφορους συγγενείς) είναι που τελικά σε κρατούν σφιχτά από το χέρι. Το «Χέρι του θεού» είναι εν τέλει το χέρι των γονιών μας και αυτοί εδώ οι γονείς σε κάνουν να γελάσεις όπως και να συγκινηθείς.

Σχεδόν στεναχωριέσαι όταν στην μέση περίπου της ταινίας παύουν να υπάρχουν, τότε το «Χέρι του θεού» νιώθεις ότι χάνει την ως τότε ενέργειά του για να καταλήξει σε μια συμπαθητική, όμορφη στην παρακολούθησή της σύμβαση που ας μου επιτραπεί να  προβλέψω, σύντομα θα ξεχαστεί.

 

Βαθμολογία: 3

—————————————-

«Η γαλλική αποστολή» («The French Dispatch», ΗΠΑ/ Γερμανία, 2021)  

 

Αν η «Γαλλική αποστολή» δεν κερδίσει του χρόνου τα Οσκαρ σκηνογραφίας και κοστουμιών, τότε θα πρέπει να ξεχάσουμε όσα ξέραμε και για τα Οσκαρ και για την σκηνογραφία και για τα κοστούμια στον κινηματογράφο. Κάθε πλάνο αυτής της ταινίας είναι τόσο λεπτοδουλεμένο σε κάθε σκηνική του λεπτομέρεια – από το καρφί σε έναν τοίχο μέχρι το καλώδιο ενός ραδιοφώνου ή την κλωστή σε ένα φουστάνι – που «βγάζει μάτι».

Η σημασία στην λεπτομέρεια των σκηνικών είναι ένα από τα ατού της «Γαλλικής αποστολής»

Για την ακρίβεια, η σκηνογραφία αυτής της ταινίας, δηλαδή το εξωτερικό περίβλημα της «Γαλλικής αποστολής», είναι τόσο εντυπωσιακά ακριβής και τέλεια, που σχεδόν σου… αποσπά την προσοχή από το τι ακριβώς συμβαίνει στην ίδια την ταινία. Γραμμένη και σκηνοθετημένη από έναν μεγάλο μαέστρο του σινεμά, τον Γουές Αντερσον («Οικογένεια Τένενμπαουμ», «Ξενοδοχείο Grand Budapest»), η «Γαλλική αποστολή» υποκλίνεται (κυριολεκτικά) στην έννοια του ρετρό, του βίντατζ και της ευρωπαϊκής κουλτούρας, αφηγούμενη την ιστορία ενός ελίτ περιοδικού που με βάση την Γαλλία και την πόλη Ενουί Σουρ Μπλαζέ, λειτουργεί σε εποχές περασμένες ως πηγή ευρωπαϊκών πληροφοριών για το αναγνωστικό κοινό του Κάνσας (και αργότερα όλου του κόσμου).

Φυσικά, είναι προφανές ότι ο Αντερσον κτίζει μια φανταστική ιστορία προκειμένου να τιμήσει το περιοδικό των περιοδικών, το περίφημο The New Yorker, του οποίου τα κείμενα έχουν διαμορφώσει γνώμες και επηρεάσει γενεές γενεών από τότε που πρωτοεκδόθηκε ως και τις μέρες μας. Εκδότης της «Γαλλικής αποστολής» είναι ένας εκκεντρικός τύπος που δεν επιτρέπει το κλάμα στον χώρο εργασίας (Μπιλ Μάρεϊ) και οι ιστορίες που παρακολουθούμε, είναι ένας φόρος τιμής προς αυτόν από τους αγαπημένους του συντάκτες που θα τις γράψουν μετά τον ξαφνικό θάνατό του.

Αυτές οι τέσσερις ιστορίες εντάσσονται υπό μορφή κεφαλαίων στο φιλμ το οποίο είναι ουσιαστικά μια σπονδυλωτή ταινία με άξονα τον εκδότη και το επιτελείο του. Ετσι λοιπόν παρακολουθούμε την προσπάθεια ενός γκαλερίστα (Εντριαν Μπρόντι) να κάνει διάσημο ανά τον κόσμο το ζωγραφικό έργο ενός ισοβίτη δολοφόνου (Μπενίσιο Ντελ Τόρο), τις εμπειρίες ενός συντάκτη (Όουεν Γουίλσον) που κυκλοφορεί στις γειτονιές της Ενουί Σουρ Μπλαζέ μόνο με ποδήλατο, την ιστορία απαγωγής του παιδιού ενός αστυνομικού (Ματιέ Αμαλρίκ) όπως την περιγράφει ο συντάκτης της σε ένα τηλεοπτικό σόου (ο Τζέφρι Ράιτ σε έναν ρόλο που θυμίζει τον μαύρο συγγραφέα Τζέιμς Μπάλντουιν που υπήρξε συνεργάτης του The New Yorker) και μια φέτα από την ζωή στην Γαλλία κατά την διάρκεια του Μάη του 1968 με κεντρικό πρόσωπο έναν νεαρό επαναστάτη (Τιμοτέ Σαλαμέ) που αναπτύσσει σχέση με μια συντάκτρια της Γαλλικής Αποστολής (Φράνσες Μακ Ντόρμαντ).

Για μια ακόμη φορά ηθοποιοί, σκηνικά και διάλογοι υπηρετούν στην εντέλεια το όραμα του Αντερσον του οποίου το μοναδικό στυλ κινηματογράφησης μπορεί να σκλαβώσει οτιδήποτε και αν κάνει.

Βαθμολογία: 3

 

————————————————-

 

«Η νύμφη του νερού» («Udine», Γερμανία, 2020)

 

Το στοιχείο του μεταφυσικού , κάθε άλλο παρά άγνωστο στις ταινίες του Γερμανού σκηνοθέτη Κρίστιαν Πέτσολντ («Transit», «Yela»), είναι κυρίαρχο στην τελευταία του, «Η νύμφη του νερού». Η ιστορία είναι μια εκσυγχρονισμένη διασκευή ενός αρχαϊκού ευρωπαϊκού μύθου, της Ουντίνε ή αλλιώς της νύμφης του νερού που ενώ μπορεί να παντρευτεί θνητό, θα πρέπει να τον σκοτώσει αν ποτέ αισθανθεί προδομένη από αυτόν.

Η τοποθέτηση αυτής της παραβολής στο σύγχρονο Βερολίνο έχει ως ενός σημείου την γοητεία της συνάδοντας φυσικά με το κλίμα των ημερών και την «επανάσταση των γυναικών» γιατί η ιστορία είναι ειπωμένη από την πλευρά της Ουντίνε. Όμως το όλο εγχείρημα κάπου σκαλώνει, κάπου η ταινία δεν καταφέρνει να σε κάνει να νιώσεις πεισμένος ότι αυτά που παρακολουθείς όντως συμβαίνουν ανάμεσα σε αυτοκίνητα, κινητά τηλέφωνα και ρεστοράν πολυτελείας.

Την ώρα που η υπέρβαση είναι η πραγματική δύναμη αυτής της ιστορίας, η ψυχρή  πραγματικότητα την αποδυναμώνει και παρά την προσπάθεια των δύο καλών ηθοποιών που πρωταγωνιστούν (Φραντς Ρογκόφσκι και Πάουλα Μπιρ), το σύνολο αιωρείται στο κενό και στο τέλος σε αφήνει μουδιασμένο.

Βαθμολογία: 2

—————————————————

Κωμωδία και φαντασία

To «Ghostbusters Legacy» (ΗΠΑ, 2021), prequel της διάσημης κωμωδίας φαντασίας «Ghostbusters» (1984), δείχνει πως οι κυνηγοί φαντασμάτων δημιουργήθηκαν και κατά κάποιο τρόπο, αυτό είναι και το πρόβλημα της ταινίας. Το εντελώς παρανοϊκό και ευχάριστα κιτς χιούμορ της πρωτότυπης κωμωδίας του Αϊβαν Ράιτμαν δίνει την θέση του σε κάτι το σοβαροφανές και ψευδοσοφιστικέ μέσα από την ιστορία μιας γυναίκας (Κάρι Κουν) που με τα δύο της παιδιά (Φιν Γουόλφαρντ, Μακένα Γκρέις) μετακομίζει στο πατρικό του πατέρα της με τον οποίο δεν είχε ποτέ σχέση. Εκεί, η πανέξυπνη κόρη της θα ανακαλύψει την συσκευή αντιμετώπισης των εξωγήινων του παππού της και όλοι μαζί θα μετατραπούν σε κυνηγούς φαντασμάτων για να περάσουν αυτοί καλά κι εμείς, έ,  όχι και τόσο καλά, μετά από αυτή την μάλλον αχρείαστη κινηματογραφική «συνέχεια» μιας ιστορίας προ καιρού εξαντλημένης. Η σκηνοθεσία είναι του Τζέισον Ράιτμαν που μας έχει προσφέρει πολύ καλύτερα πράγματα όπως το «Ραντεβού στον αέρα» και το «Juno».

Βαθμολογία: 2

———————————————–

Ένα κατακόκκινο κουτάβι και η ξαφνική μετατροπή του σε ολόκληρο θηρίο τριών μέτρων ύψους βρίσκονται στο επίκεντρο της παιδικής ταινίας του Γουόλτ Μπέκερ «Κλίφορντ ο κόκκινος σκύλος» (Clifford , ΗΠΑ, 2021). Η μικρή αφεντικίνα του θα προσπαθήσει να βρει την λύση για την επαναφορά του στην κανονικότητα και η ταινία θα γεμίσει από επεισόδια που προσφέρουν ένα ευπρεπές κινηματογραφικό θέαμα για όλη την οικογένεια, εμπνευσμένο από την σειρά παιδικών βιβλίων του Νόρμαν Μπρίντγουελ.

Βαθμολογία: 2

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk