Το σημερινό φαινόμενο της σοσιαλδημοκρατικής υποχώρησης δεν είναι μόνον ελληνικό, αφορά σχεδόν το σύνολο της Ευρώπης, σε κάθε περίπτωση της Νότιας Ευρώπης. Ορισμένοι το χρεώνουν στην ήττα των πολιτικών του μπλερισμού, στη μία ή την άλλη εκδοχή του. Η δήλωση του πρώην πρωθυπουργού της Γαλλίας Λιονέλ Ζοσπέν, το 1999, σύμφωνα με την οποία «το κράτος δεν μπορεί να κάνει τα πάντα», απευθυνόμενος σε εργαζομένους που έχαναν τις θέσεις εργασίας τους, θα μπορούσε να είναι μια συμβολική αφετηρία έναρξης της σοσιαλδημοκρατικής κρίσης. Υποδήλωνε ότι στο εξής η πολιτική δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει «προστατευτικά», ότι προσδιορίζεται, αν δεν βρίσκεται απολύτως υποταγμένη, από την οικονομία. Η σοσιαλδημοκρατική φιλοδοξία, όπως αυτή εκφράσθηκε από την τετράδα Μπλερ, Σρέντερ, Ζοσπέν και Ντ’ Αλέμα στις αρχές της νέας χιλιετίας, επιχειρώντας να μεταφέρει και στη Γηραιά Ηπειρο το δόγμα του κλιντονισμού, περί πολιτικής ρύθμισης της παγκοσμιοποίησης, απέτυχε ουσιαστικά να προωθήσει το σχέδιό της, να αναπλαισιώσει την οικονομία. Οι εκλογικές ήττες κατέγραψαν την απομάκρυνση μικροαστικών και λαϊκών στρωμάτων από το παραδοσιακό ακροατήριο μεγάλου μέρους της σοσιαλδημοκρατίας, στρώματα τα οποία ουσιαστικά αναζωογόνησαν την εθνικολαϊκιστική Ακρα Δεξιά. Ταυτοχρόνως, πολλά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έστρεψαν το ενδιαφέρον τους προς μία εύπορη μερίδα των μεσαίων στρωμάτων ιδιαίτερα ευαίσθητων σε ζητήματα «αξιών» και «δικαιωμάτων των μειονοτήτων», επισημοποιώντας κατά κάποιον τρόπο το διαζύγιό τους από τον «λαό», παραδομένο πλέον στις εθνικοκυριαρχικές σειρήνες της Ακρας Δεξιάς αλλά, σε κάποιες περιπτώσεις, και της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Αυτή ουσιαστικά την πολιτική κριτική άσκησε ο καθηγητής Ανθρωπιστικών Σπουδών Μαρκ Λίλα σε ένα άρθρο που προκάλεσε πολλές και ζωηρές αντιδράσεις, στη φιλελεύθερη αμερικανική Αριστερά και ειδικά στη Χίλαρι Κλίντον για την πολιτισμικά διαφοριστική προεκλογική της εκστρατεία, επικεντρωμένη στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων ορισμένων μόνο μειονοτήτων και όχι όλων. Αυτούς που ξέχασε, τους «λευκούς των λαϊκών τάξεων και τα άτομα με ισχυρές θρησκευτικές πεποιθήσεις», της το ανταπέδωσαν στην κάλπη. Για τον Λίλα, πολλοί από αυτούς που ψήφισαν Τραμπ δεν τάσσονται κατά της πολυπολιτισμικότητας, άλλωστε αρκετοί ζουν σε περιοχές με ομοιογενή πληθυσμό. Αντιδρούν στις υπερβολές του «πολιτικά ορθού», στην υπερτροφία του ταυτοτικού λόγου. Αυτό που απουσίασε από τον λόγο της Χίλαρι Κλίντον ήταν η έκκληση προς όλο το «έθνος των πολιτών», αφού όλες οι σημαντικές πρόοδοι στον τομέα των δικαιωμάτων των μειονοτήτων εγγράφονται απολύτως στο πολιτικό και νομικό πλαίσιο που χάραξαν οι θεμελιωτές-πατέρες του αντιπροσωπευτικού συστήματος διακυβέρνησης, το οποίο ακριβώς εγγυάται αυτά τα δικαιώματα. Ειρωνεία της ιστορίας, αυτούς του ιδρυτές των δικαιωμάτων θα στοχοποιήσει σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Νόαμ Τσόμσκι, χαρακτηρίζοντάς τους, ούτε λίγο ούτε πολύ, οπαδούς μιας περιορισμένης δημοκρατίας στην υπηρεσία των «πλουσίων».
Αυτού του είδους ο αντιπλουτοκρατικός λόγος είναι ένας άλλος αντίπαλος της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς. Συναντάται εκτός από τον χώρο της Ακρας Δεξιάς και σε αυτόν της ριζοσπαστικής Αριστεράς, εκεί όπου η τελευταία αποτελεί υπαρκτή πολιτική δύναμη. Για τον Ζιλ Φινκελστάιν, διευθυντή του Ιδρύματος Ζαν-Ζορές, η αναγκαία αντίσταση στον αντιπλουτοκρατικό λαϊκισμό περιλαμβάνει και την υποχρέωση εκ μέρους της μετριοπαθούς Αριστεράς να διαθέτει την «ευφυΐα της ανησυχίας του», δηλαδή να αφουγκράζεται την κοινωνική διαμαρτυρία. Μια κοινωνία χωρίς ανιούσα κινητικότητα μόνον οργή μπορεί να προκαλεί και οι ελίτ οφείλουν να το συνειδητοποιήσουν. Ο Φινκελστάιν θα απορρίψει τη διχοτομική, κατ’ αυτόν, προσέγγιση μεταξύ «λαού» και «μειονοτήτων» / «κοινοτήτων», υποστηρίζοντας ότι αυτή είναι επιφανειακή και ότι μεγάλο μέρος των λαϊκών τάξεων συμμερίζεται τις αξίες του πολιτισμικού φιλελευθερισμού. Τα προβλήματα «πολιτισμικής ανασφάλειας» ωστόσο ξεκινούν όταν όντως γινόμαστε μάρτυρες υποκατάστασης των θεμάτων που αφορούν κοινωνικά ζητήματα από τα «κοινωνιακά». Αν πράγματι υπάρχει μια πραγματική ρήξη στο εσωτερικό της Αριστεράς, θα καταλήξει ο γάλλος δοκιμιογράφος, δεν είναι ανάμεσα σε μια λαϊκή Αριστερά και μια Αριστερά των μειονοτήτων, αλλά ανάμεσα στην αριστερά της Αριστεράς που δεν θέλει πλέον να κυβερνά και στη σοσιαλδημοκρατία.
Το πεδίο του λαϊκισμού συναρτημένο, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, με θεματικές πολυκοινοτιστικής συγκρότησης του κοινωνικού δεσμού φαίνεται ότι είναι η νέα δοκιμασία για τη σοσιαλδημοκρατία. Επανιδρυόμενη ως «μετα-διαφοριστική» Αριστερά, όπως προσδοκά ο Μ. Λίλα, αποφεύγοντας την κατά Φινκελστάιν «ταυτοτική παγίδα». Αραγε, τι θα μπορούσε να σημαίνει μια μετα-νοσταλγική προοπτική για την «ταυτότητα»;
Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ