Τί δρόμο θα ακολουθήσει η αμερικανική εξωτερική πολιτική;

Όταν ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα πρόσφατα μίλησε στα Ηνωμένα Έθνη για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους πολλοί επικριτές του διαμαρτυρήθηκαν ότι έδινε πολύ έμφαση στη διπλωματία και όχι αρκετή στο ζήτημα της ισχύος.

Τί δρόμο θα ακολουθήσει η αμερικανική εξωτερική πολιτική; | tovima.gr
Το Βήμα, The Project Syndicate

Όταν ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα πρόσφατα μίλησε στα Ηνωμένα Έθνη για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους, πολλοί επικριτές του διαμαρτυρήθηκαν ότι έδινε πολύ έμφαση στη διπλωματία και όχι αρκετή στο ζήτημα της ισχύος. Συγκρίσεις έγιναν με την στρατιωτική ανάμιξη του ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας. Και με την προεκλογική εκστρατεία στις Ηνωμένες Πολιτείες σε πλήρη ισχύ, κάποιοι ρεπουμπλικάνοι υποψήφιοι κατηγόρησαν τον Ομπάμα για απομονωτισμό.
Αλλά τέτοιες κατηγορίες είναι απλά κομματική πολιτική ρητορική και δεν έχουν θέση στην ενδελεχή πολιτική ανάλυση. Ο πιο κατάλληλος τρόπος για να περιγράψουμε τη σημερινή αμερικανική εξωτερική πολιτική, είναι η ταλάντωση του εκκρεμούς μεταξύ αυτών που ο Στίβεν Σοστάνοβιτς του πανεπιστημίου Κολούμπια περιέγραψε ως«μαξιμαλιστικές» πολιτικές και πολιτικές «περιχαράκωσης». Η περιχαράκωση δεν είναι απομονωτισμός αλλά μια προσαρμογή των στρατηγικών στόχων και μέσων. Μεταξύ των προέδρων που ακολούθησαν πολιτικές περιχαράκωσης από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ύστερα, είναι ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, ο Ρίτσαρντ Νίξον, ο Τζίμι Κάρτερ και τώρα ο Ομπάμα. Κανένας αντικειμενικός ιστορικός δεν θα αποκαλούσε αυτούς τους άνδρες απομονωτιστές.
Ο Αϊζενχάουερ έθεσε υποψηφιότητα για πρόεδρος το 1952, καθώς ήταν αντίθετος στον απομονωτισμό του Ρόμπερτ Ταφτ, του κύριου υποψηφίου των Ρεπουμπλικάνων. Ενώ ο Νίξον πίστευε ότι οι ΗΠΑ βρίσκονταν σε παρακμή, οι υπόλοιποι δεν το πίστευαν. Όλοι τους ήταν ισχυροί διεθνιστές σε σύγκριση με τους πραγματικούς απομονωτιστές της δεκαετίας του 1930, που αντιτάχθηκαν στη βοήθεια προς τη Βρετανία στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ιστορικοί θα μπορούσαν βάσιμα να υποστηρίξουν ότι οι περίοδοι υπερβολικής δέσμευσης με μαξιμαλιστικές πολιτικές έχουν κάνει περισσότερη ζημιά στη θέση των ΗΠΑ στον κόσμο, από ό,τι οι περίοδοι περιχαράκωσης.
Η εσωτερική πολιτική αντίδραση στον παγκόσμιο ιδεαλισμό του Γούντροου Γουίλσον παρήγαγε τον έντονο απομονωτισμό που καθυστέρησε την αντίδραση της Αμερικής έναντι του Χίτλερ. Η κλιμάκωση του πολέμου στο Βιετνάμ υπό τους προέδρους Τζον Φ. Κένεντι και Λίντον Τζόνσον παρήγαγε την εσωστρέφεια της δεκαετίας του 1970. Και η εσφαλμένη εισβολή του Τζορτζ Μπους του νεότερου στο Ιράκ δημιούργησε τη σημερινή διάθεση περιχαράκωσης.
Τα τρία ερωτήματα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική
Αν αυτή η διάθεση αποτελέσει ζήτημα στην προεκλογική εκστρατεία του 2016, όπως δείχνει η πρώιμη πολιτική ρητορική, οι Αμερικανοί θα πρέπει να αφήσουν κατά μέρος την παραπλανητική συζήτηση περί απομονωτισμού και αντίθετα να θέσουν τρία βασικά ερωτήματα σχετικά με το μέλλον της εξωτερικής πολιτικής της χώρας: Πόση; Πόσο παρεμβατική; Και πόσο πολυμερής;
Το πρώτο ερώτημα αφορά στο πόσα θα πρέπει να δαπανούν οι ΗΠΑ για την άμυνα και την εξωτερική πολιτική. Παρόλο που ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η Αμερική δεν έχει άλλη επιλογή από τον περιορισμό των δαπανών της στους συγκεκριμένους τομείς, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Οι δαπάνες των ΗΠΑ σήμερα, επί το ποσοστό του ΑΕΠ, είναι λιγότερες από τις μισές σε σχέση με εκείνες στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου, όταν ο αιώνας της αμερικανικής ηγεμονίας εδραιωνόταν.
Το πρόβλημα δεν είναι όπλα εναντίον βουτύρου, αλλά όπλα εναντίον βουτύρου εναντίον φόρων. Χωρίς την προθυμία να αυξηθούν τα έσοδα, οι αμυντικές δαπάνες είναι κολλημένες σε έναν συμβιβασμό μηδενικού αθροίσματος με σημαντικές επενδύσεις, όπως η εκπαίδευση, οι υποδομές, η έρευνα και ανάπτυξη – οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας για την εγχώρια δύναμη και την παγκόσμια θέση της Αμερικής.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά το πώς και με ποιους τρόπους θα πρέπει να εμπλέκονται οι ΗΠΑ στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών. Ο Ομπάμα έχει δηλώσει ότι η Αμερική θα πρέπει να χρησιμοποιεί τη στρατιωτική της ισχύ, μονομερώς αν χρειάζεται, όταν απειλείται η ασφάλεια της χώρας ή των συμμάχων της. Όταν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά θέματα συνείδησής υπαγορεύουν στη χώρα να δράσει – εναντίον κάποιου δικτάτορα, για παράδειγμα, που δολοφονεί τους πολίτες του – οι ΗΠΑ δεν θα πρέπει να επεμβαίνουν μόνες τους, ενώ θα πρέπει να κάνουν χρήση ισχύος μόνο εάν υπάρχει βάσιμη προοπτική επιτυχίας.
Πρόκειται για λογικές αρχές, αλλά ποια είναι τα όρια; Το πρόβλημα δεν είναι καινούριο. Πριν από σχεδόν δύο αιώνες, ο Τζον Κουίνσι Άνταμς, ο έκτος πρόεδρος της Αμερικής, αντιμετώπιζε φωνές από το εσωτερικό για παρέμβαση στον ελληνικό πόλεμο ανεξαρτησίας, όταν είπε ότι οι ΗΠΑ «δεν πηγαίνουν στο εξωτερικό για να κυνηγάνε τέρατα». Αλλά τι γίνεται στην περίπτωση που η υπομονή σε έναν εμφύλιο πόλεμο σαν αυτόν της Συρίας επιτρέπει τη γιγάντωση μίας τρομοκρατικής οργάνωσης όπως το Ισλαμικό Κράτος;
Οι ΗΠΑ θα πρέπει να αποφύγουν οποιαδήποτε εισβολή και κατοχή. Σε μια εποχή εθνικισμού και κοινωνικά κινητοποιημένων πληθυσμών, η ξένη κατοχή, όπως σοφά υποστήριξε ο Αϊζενχάουερ τη δεκαετία του 1950, είναι καταδικασμένη να προκαλέσει δυσαρέσκεια. Αλλά τι θα πρέπει να πάρει τη θέση της; Είναι τα αεροπορικά χτυπήματα και η εκπαίδευση ξένων δυνάμεων αρκετά; Ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή, όπου οι επαναστάσεις είναι πιθανό να διαρκέσουν μία γενιά, θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί ένας συνδυασμός σκληρής και ήπιας ισχύος.
Το Κογκρέσο παρεμποδίζει τη διεθνή συνεργασία
Οι πρόσφατες ομιλίες των προεδρικών υποψηφίων στις ΗΠΑ, αποκαλύπτουν ότι η συζήτηση για τα δύο πρώτα ερωτήματα έχει ήδη αρχίσει. Αλλά οι ΗΠΑ αγνοούν το τρίτο ερώτημα και αυτό είναι επικίνδυνο. Πώς μπορεί η Αμερική να ενισχύσει τους θεσμούς, να δημιουργήσει δίκτυα και να καθιερώσει πολιτικές προκειμένου να διαχειριστεί τα διεθνικά προβλήματα;
Η καθοδήγηση από την πιο ισχυρή χώρα στον κόσμο είναι σημαντική για την παραγωγή παγκόσμιων δημόσιων αγαθών. Δυστυχώς, το πολιτικό αδιέξοδο στο εσωτερικό της Αμερικής δεν βοηθάει σε αυτό. Για παράδειγμα, η αμερικανική Γερουσία δεν έχει επικυρώσει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, παρά το γεγονός ότι αυτή είναι προς το συμφέρον της Αμερικής.
Το πόσα θα πρέπει να δαπανούν για τις εξωτερικές υποθέσεις και το πώς θα πρέπει να επεμβαίνουν σε απομακρυσμένες κρίσεις είναι σημαντικά ερωτήματα. Αλλά οι Αμερικανοί θα πρέπει να ανησυχούν εξίσου μήπως η μοναδικότητα (exceptionalism) της χώρας τους μετατραπεί σε μία εξαιρετικότητα (exemptionalism). Πώς μπορούν οι ΗΠΑ να διατηρήσουν τον παγκόσμιο ηγετικό τους ρόλο αν οι υπόλοιπες χώρες βλέπουν το Κογκρέσο να παρεμποδίζει συνέχεια τη διεθνή συνεργασία; Η συζήτηση δεν έχει ακόμα ξεκινήσει.
*O Joseph S. Nye είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk