Με το άρθρο 86, παρ. 3, δεύτ. εδάφιο του Συντάγματος, ορίζεται: «Η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της (δηλαδή, να ασκήσει δίωξη κατά υπουργού) μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος». Το ίδιο ορίζει και το άρθρο 3, παρ. 2, του Ν. 3126/2003 «Ποινική ευθύνη υπουργών». Για να προσδιορισθεί ακριβώς ο χρόνος εντός του οποίου η Βουλή μπορεί να ασκήσει αυτή την αρμοδιότητά της, αναγκαίο αποβαίνει να οριοθετηθεί η διάρκεια της «τακτικής» συνόδου. Περί αυτού ορίζει το άρθρο 64 του Συντάγματος, κατά το οποίο «η διάρκεια της τακτικής συνόδου δεν μπορεί να είναι συντομότερη από πέντε μήνες…». Από την τελευταία διάταξη προκύπτει σαφώς ότι μικρότερης διάρκειας σύνοδος δεν είναι τακτική κατά την έννοια του άρθρου 64. Τούτο είναι εύλογο καθ’ όσον το χρονικό διάστημα των δέκα μηνών (δύο τακτικές σύνοδοι) παρέχει τη χρονική ευχέρεια στη Βουλή να ασκήσει τα εκ του άρθρου 86 δικαιώματά της, αφού η όλη διαδικασία (υποβολή προτάσεως τουλάχιστον 30 βουλευτών, απόφαση της Ολομέλειας, σύσταση της αρμόδιας επιτροπής, εργασία της επιτροπής σε ορισμένο πλαίσιο χρόνου, σύνταξη και υποβολή του πορίσματος και απόφαση περί διώξεως, ορισμός δικαστικού συμβουλίου, διενέργεια ανακρίσεως, έκδοση βουλεύματος, όπως ορίζουν τα άρθρα 86 του Συντάγματος, 155-158 του Κανονισμού της Βουλής και 5, 6, 8, 10-12 του Ν. 3126/2003) απαιτεί αρκετό χρόνο. Επομένως, η σύγκληση της Βουλής για μία ημέρα (17.5.2012), μετά τις εκλογές τής 6.5.2012, η οποία έγινε με μοναδικό σκοπό να υπάρξει Βουλή ώστε να μπορεί να διαλυθεί προκειμένου να οδηγηθεί η χώρα σε νέα εκλογική αναμέτρηση, δεν συνιστά την από το Σύνταγμα οριζομένη (άρθρο 64) και από το Σύνταγμα απαιτουμένη (άρθρο 86) «τακτική» σύνοδο.
Εξ αυτών παρέπεται ότι για τυχόν αδικήματα υπουργών της βουλευτικής περιόδου του 2010 δεν παρήλθε βουλευτική περίοδος με δύο τακτικές συνόδους ώστε η Βουλή να κωλύεται να ασκήσει τη διωκτική αρμοδιότητά της ή, όπως ορίζει το ως άνω άρθρο του νόμου περί ευθύνης υπουργών, να επέλθει «εξάλειψη του αξιοποίνου» των αδικημάτων αυτών.
Πρόσθετο έρεισμα υπέρ της υποστηριζομένης με την παρούσα άποψης προσφέρει η διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 3 του Ν. 3126/2003, στην οποία ορίζεται ότι το αξιόποινο των πράξεων των υπουργών που αναφέρονται στο άρθρο 1, παρ. 1, εξαλείφεται «με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, εάν έως τότε η Βουλή δεν έχει αποφασίσει να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του υπουργού, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο νόμο αυτόν». Δηλαδή, και από τον νόμο αυτόν προκύπτει ότι η Βουλή πρέπει να έχει τη χρονική ευχέρεια να ασκήσει την αρμοδιότητά της (έως τότε) για την οποία ορίζεται τόσο από το Σύνταγμα όσο και από τον νόμο αυτόν ορισμένη διαδικασία.
Η Βουλή, κρίνοντας σημαντική και επομένως απαραίτητη την ύπαρξη επαρκούς χρόνου προς άσκηση της αρμοδιότητάς της, η διαδικασία της οποίας σκιαγραφήθηκε πιο πάνω, όρισε με τον Κανονισμό της (άρθρο 156) ότι: α) «Αν η επιτροπή δεν υποβάλει εμπρόθεσμα το πόρισμά της, η Βουλή είτε παρατείνει την προθεσμία είτε προχωρεί χωρίς πόρισμα στη συζήτηση της πρότασης για την άσκηση της δίωξης» (παρ. 8), β) «οι εξουσίες της επιτροπής δεν αναστέλλονται με τη λήξη της συνόδου, παύουν όμως με τη διάλυση της Βουλής ή με τη λήξη της βουλευτικής περιόδου» (παρ. 9), γ) αν διαλυθεί η Βουλή ή λήξει η βουλευτική περίοδος και δεν έχει κατατεθεί το πόρισμα της επιτροπής, η Βουλή κατά την πρώτη τακτική σύνοδο της νέας περιόδου ορίζει νέα επιτροπή για τη διενέργεια ή τη συνέχιση της προκαταρκτικής εξέτασης, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 86, παρ. 3, εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος» (παρ. 10). Εκ τούτων προκύπτει περαιτέρω ότι υφίσταται δυνατότητα η άσκηση της αρμοδιότητας της Βουλής να διαρκέσει και περισσότερο από δύο περιόδους και δύο τακτικές συνόδους αν τούτο κριθεί αναγκαίο προς ολοκλήρωσή της. Από το πλέγμα των διατάξεων αυτών προκύπτει η σημασία την οποία δίνει η Βουλή στην εξασφάλιση επαρκούς χρόνου για την άσκηση και την ολοκλήρωση της αρμοδιότητάς της, χωρίς να περιορίζεται από περιόδους και συνόδους, αφού και όταν έχει λήξει η βουλευτική περίοδος, η αρξαμένη διωκτική διαδικασία συνεχίζεται. Πρέπει να σημειωθεί ότι προ της αναθεωρήσεως του Συντάγματος το 2001 η αρχική διατύπωση της διατάξεως ήταν «μέχρι την ολοκλήρωση μιας τακτικής συνόδου», αλλά τελικώς αποφασίστηκε ότι πρέπει να είναι δύο τακτικές σύνοδοι. Προφανές είναι ότι κατά το πνεύμα του συνταγματικού νομοθέτη απαιτείται η ολοκλήρωση των δύο τακτικών συνόδων.
Υποστηρίχθηκε η άποψη ότι η βουλευτική περίοδος που διανύουμε είναι η μεθεπόμενη εκείνης μετά τις εθνικές εκλογές τής 17.5.2012 και επομένως το αξιόποινο των φερομένων ως τελεσθέντων αδικημάτων εξαλείφθηκε, αφού το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 86, παρ. 3, εδάφιο δεύτερο, ότι η Βουλή μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της ως το πέρας της δεύτερης συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος, δηλαδή της επόμενης βουλευτικής περιόδου. Η άποψη αυτή παραβλέπει ότι, όπως εκτίθεται πιο πάνω, το Σύνταγμα εννοεί τη βουλευτική περίοδο που έχει τουλάχιστον δύο τακτικές συνόδους, συνολικής διάρκειας τουλάχιστον δέκα μηνών (πέντε και πέντε). Πώς λοιπόν να θεωρηθεί βουλευτική περίοδος του άρθρου αυτού η βουλευτική περίοδος της μιας ημέρας, κατά τη διάρκεια της οποίας η Βουλή θα έπρεπε να ενεργήσει όλες τις πιο πάνω αναφερόμενες πράξεις για τις οποίες απαιτείται χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών; Ετσι οδηγούμεθα στο άτοπο να δεχθούμε ότι το Σύνταγμα, αντιφάσκοντας προς εαυτό, αρκείται στην περίπτωση αυτή σε βουλευτική περίοδο και μιας ακόμη ημέρας, έστω και αν είναι αδύνατον εντός αυτής να ασκηθεί η χρονοβόρα αρμοδιότητα της Βουλής, υιοθετώντας έτσι εμμέσως το ατιμώρητο των υπουργών, την τιμωρία των οποίων θεσπίζει αμέσως.
Ο κ. Λουκάς Λυμπερόπουλος είναι αρεοπαγίτης ε.τ., ΔΝ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ