Παρά την κάποια αποκλιμάκωση των spreads (υποβοηθούμενη από τη δήλωση του Mario Draghi περί «whatever it takes»), το κόστος του χρήματος στις χώρες της περιφέρειας παραμένει απαγορευτικό με συνέπεια οι προοπτικές για ανάπτυξη στο άμεσο μέλλον να παραμένουν πενιχρές. Πολλοί, μεταξύ των οποίων και η Γερμανίδα Καγγελάριος, πιστεύουν ότι όλα άρχισαν από τα «διάσημα» Greek statistics, και την «ντόμινο» επίδραση τους σε Πορτογαλία, Ιρλανδία και Ισπανία, οι οποίες μαζί με την Ελλάδα παράγουν το καθόλου ευκαταφρόνητο 17% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης.

Κατά τη γνώμη μας, η λογική της άγνοιας των προβλημάτων των χωρών-GIPS (από τα αρχικά των παραπάνω χωρών στην αγγλική γλώσσα) αποκρύπτει, ως ένα βαθμό, τις ευθύνες τόσο των αγορών όσο και των Ευρωπαίων. Σίγουρα οι αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις των ελληνικών δημοσιονομικών στοιχείων προκάλεσαν αιφνιδιασμό σε Ευρωζώνη και αγορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αρχική πρόβλεψη για δημοσιονομικό έλλειμμα (ως ποσοστό του ΑΕΠ), επί ΠΑΣΟΚ, 2% το 2003 έναντι «τελικού» ελλείμματος 4,8% όπως επίσης και η αρχική πρόβλεψη, επί Ν.Δ., για έλλειμμα 2% το 2009 έναντι «τελικού» ελλείμματος 15,6%! Οι αναθεωρήσεις (και δη η τελευταία), αν και εξωφρενικές, δεν δικαιολογούν την παταγώδη αποτυχία των μηχανισμών ελέγχου της Ευρωζώνης (και των αγορών) να ανιχνεύσουν το ελληνικό πρόβλημα αλλά και εκείνο των υπόλοιπων GIPS από τις αρχές του 1990!

Ο γράφων (μαζί με τη συνάδελφο Dr Gabriella Legrenzi από το Keele University) κατέγραψαν, σε μια ερευνητική εργασία η οποία δημοσίευθηκε στο έγκυρο Γερμανικό Ινστιτούτο CESifo (Working Paper 4001, Νοέμβριος 2012) την ανικανότητα των τεχνοκρατών της Ευρωζώνης αλλά και των αγορών να ανιχνεύσουν επί μία ολόκληρη 20ετία τα δημοσιονομικά προβλήματα των χωρών-GIPS. Πράγματι, κάνοντας χρήση επαναλαμβανόμενων ποσοτικών εκτιμήσεων (rolling estimation), είχαμε τη δυνατότητα να καταγράψουμε τις δημοσιονομικές εξελίξεις σε «πραγματικό χρόνο» και να οδηγηθούμε στα ακόλουθα συμπεράσματα:

1. Η έλλειψη βιωσιμότητας του δημοσιονομικού ελλείμματος μπορούσε να είχε ποσοτικά ανιχνευθεί για την Ελλάδα το 2002 (αμέσως μετά την είσοδό μας στην Ευρωζώνη), για την Ισπανία το 1996 και για τις Ιρλανδία/Πορτογαλία ακόμα νωρίτερα: το 1990. Με άλλα λόγια, οι κυβερνώντες των GIPS γνώριζαν τα προβλήματα (και βεβαίως δεν τα διόρθωσαν) αλλά δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει άγνοια των υπολοίπων.

2. Ενδεικτικό, ακόμα και σήμερα, της ακολουθούμενης στρεβλωτικής οικονομικής πολιτικής, παραμένει το γεγονός ότι τη μερίδα του λέοντος ως προς την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ανισορροπιών φέρει η αυξανόμενη φορολογία κυρίως σε περιόδους οικονομικής ύφεσης κάτι που με τη σειρά του (βεβαίως) οξύνει αλλά και αυξάνει τη διάρκεια της ύφεσης.

Προφανώς, τόσο εμείς όσο και η Τρόικα έχουν συγκλίνει στην άποψη ότι η αύξηση των φόρων εξακολουθεί να παραμένει περισότερο προσοδοφόρο μέτρο σε σχέση με την πολιτικά επίπονη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα ακόμα και αν η τελευταία θα μπορούσε (θεωρητικά) να επιταχυνθεί με την εν εξελίξει απομάκρυνση των (όποιων) «επίορκων» δημόσιων υπαλλήλων. Βέβαια, εαν ελέγξουμε με περισσή σπουδή και ταχέως τα πιστοποιητικά όλων των δημοσίων υπαλλήλων έτσι ώστε να καταλήξουμε επιτέλους στον πραγματικό αριθμό των (όποιων) «επίορκων», δε θα πρέπει, με το ίδιο σκεπτικό, να ελέγξουμε (τουλάχιστον για λόγους ηθικής τάξεως), τόσο εκείνους που «αποδέχθηκαν» ως γνήσια τα πιστοποιητικά των «επίορκων» όσο και τα πιστοποιητικά όλων των εκπροσώπων της Ελληνικής Βουλής (αφού και αυτοί λογίζονται ως δημόσιοι υπάλληλοι);