Ο «Μέτοικος» είναι η ταυτότητά του. «Με τη φάτσα του μέτοικου/ Περιπλανώμενος Ιουδαίος/ Ελληνας βοσκός/ Με τα μαλλιά στους τέσσερις ανέμους» λένε οι στίχοι του πασίγνωστου τραγουδιού. Θα αρκούσε βέβαια το ιμπρεσιονιστικό σημείωμά του στο βιβλίο του «Ο γιος της ομίχλης» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) για να περιγραφεί ο Ζορζ Μουστακί, ο οποίος πέθανε την περασμένη Πέμπτη σε ηλικία 79 ετών στη Νίκαια της Γαλλίας. Εγραφε: Επάγγελμα: Λυρικός καλλιτέχνης. Τόπος και έτος γεννήσεως: Αλεξάνδρεια 1934. Υπηκοότης: Ελληνική. Αμπελοφιλόσοφος. Διανοούμενος, έως και αριστερός. Παππούς. Ζωγράφος της Κυριακής (που ωστόσο ζωγραφίζει και τις άλλες μέρες). Περιστασιακός μηχανόβιος. Ταξιδιώτης…
Κάπως έτσι ήταν ο Ζορζ Μουστακί. Τραβαδούρος, ποιητής, ταξιδιώτης, με λίγα λόγια, ένας πολίτης του κόσμου, ένας αριστοκράτης της ζωής και της μουσικής. Ο ελληνικής καταγωγής γάλλος μουσικός, από το 2009 είχε σταματήσει να τραγουδά εξαιτίας μιας ανίατης ασθένειας του αναπνευστικού, η οποία τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το Παρίσι και να μετοικήσει στον Νότο της Γαλλίας. Στην τελευταία του συνέντευξη τον περασμένο Φεβρουάριο στην εφημερίδα «Νις Ματέν» είχε δηλώσει τα εξής: «Λυπάμαι που δεν τραγουδώ στο μπάνιο μου. Δεν λυπάμαι όμως που δεν τραγουδώ δημόσια. Τον έκανα τον γύρο. Τον γύρο του κόσμου και των αιθουσών, μεγάλων και μικρών».
Σεφαραδίτης της Κέρκυρας
Και αυτό ακριβώς έκανε ο Ζορζ Μουστακί, σε όλα τα χρόνια της ζωής του. Κατά μια έννοια ήταν περιπλανώμενος. Περιπλανώμενος της ζωής. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1934. Η οικογένειά του ήταν έλληνες εβραίοι σεφαραδίτες της Κέρκυρας και το αρχικό του όνομα ήταν Γιουσέφ. Η μουσική όμως του προέκυψε περίεργα και μάλλον αναπάντεχα. Οι γονείς του είχαν βιβλιοπωλείο στην Αλεξάνδρεια και αυτό τον βοήθησε να έρθει σε επαφή με πολλές κουλτούρες. Στο σπίτι μιλούσε ιταλικά. Στους δρόμους της γειτονιάς, αραβικά εφόσον έπαιζε και συναναστρεφόταν τα γειτονόπουλα. Από την άλλη, έλαβε γαλλική παιδεία. Οπως είχε σημειώσει o ίδιος σε συνέντευξή του: «Εχω γεννηθεί στην Αλεξάνδρεια και έτσι έχω μια ιδιαίτερη ευαισθησία σε ό,τι ελληνικό έφεραν και έσπειραν οι Πτολεμαίοι στη γενέτειρά μου. Είμαι Ελληνας από πατέρα, μητέρα και παππού, με ρίζες στη Μικρά Ασία, τα Ιωάννινα, τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Η Αλεξάνδρεια, αν και μου χάρισε τον κοσμοπολιτισμό των Πτολεμαίων, με απομάκρυνε από την ελληνικότητά μου. Η Αίγυπτος ζούσε τότε σ’ ένα κοσμοπολίτικο, πολύγλωσσο παζάρι. Οι άνθρωποι επικοινωνούσαν σε πολλές γλώσσες –αραβικά, αγγλικά, γαλλικά. Η Αλεξάνδρεια με άνοιξε στον κόσμο… Οι πρόγονοί μου μιλούσαν όλοι ελληνικά. Η θεία μου η Ροζάντι ως τα πέντε χρόνια της αρνιόταν να μιλήσει, ως τη μέρα που ήρθαν στο σπίτι συγγενείς από την Ιταλία. Από τότε, η θεία άρχισε να μιλάει, αλλά μόνο στα ιταλικά. Ετσι, εξαιτίας της επιλεκτικής αλαλίας της θείας μου, τα ελληνικά απαγορεύτηκαν στην οικογένειά μου και η γλώσσα του Δάντη έγινε η μητρική μου γλώσσα».
Ο Γιουσέφ έγινε Ζορζ
Στα 17 του τα βήματά του τον οδηγούν στο Παρίσι, όπου εντυπωσιάστηκε από τον τραγουδοποιό Ζορζ Μπρασένς τόσο πολύ ώστε άλλαξε το όνομά του από Γιουσέφ σε Ζορζ. Στην αρχή εργαζόταν ως πολιτιστικός ανταποκριτής εντύπου της Αιγύπτου, αλλά με τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Γαλλίας –Αιγύπτου, εξαιτίας της κρίσης στη Διώρυγα του Σουέζ, χάνει την υπηκοότητά του. Ισως αυτό αποτέλεσε την αναγκαία και ικανή συνθήκη για να στραφεί αποκλειστικά και μόνο στο τραγούδι. Ενώ έγραφε ήδη, τα τραγούδια του δεν είχαν γνωρίσει επιτυχία. Και κάπου εκεί, το 1958, η Εντίθ Πιαφ, ερμήνευσε το τραγούδι του «Μιλόρ» (σ.σ.: οι στίχοι δικοί του). Η πρώτη του μεγάλη επιτυχία και ίσως ο πρώτος του μεγάλος έρωτας. Οι έρωτες άλλωστε δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ. Οπως έχει δηλώσει ο ίδιος, «μια φορά, στο τέλος μιας συναυλίας, με πλησίασε ένα κορίτσι και μου είπε: “Θα ήθελα να γράψετε ένα τραγούδι που να αρχίζει με τα λόγια: Je declare l’etat de bonheur permanent (Κηρύσσω το καθεστώς της διαρκούς ευτυχίας)”. Τη ρώτησα: “Και τι θα λέω μετά;”. “Δεν ξέρω, είναι δικό σας θέμα”, απάντησε. Εγραψα το τραγούδι, τής το αφιέρωσα στον δίσκο (το τραγούδι λέγεται “Declaration” και κυκλοφόρησε το 1973), εκείνη όμως δεν την είδα ξανά ποτέ».
Κανένας δεν τον ήθελε
Καθιερώθηκε με τον «Μέτοικο» το 1969 και είναι ο δημιουργός γνωστών επιτυχιών όπως «Sarah», «Ma liberte», «Ma solitude», «Joseph», «II est trop tard», «La Longue Dame Brune». Συνολικά είχε υπογράψει περισσότερα από 300 τραγούδια. Εκτός από τον ίδιο, τα τραγούδια του έχουν ερμηνεύσει οι Δαλιδά, Μπαρμπαρά, Μπριζίτ Φοντέν, Ερμπέρ Παγκανί, Φρανς Γκαλ, Σίντι Ντανιέλ.
Το παράδοξο με τον Ζορζ Μουστακί είναι ότι έγινε πρώτα γνωστός ως συνθέτης και στιχουργός και μετά ως ερμηνευτής. «Κάποια στιγμή αισθανόμουν εκμηδενισμένος από τους ερμηνευτές μου. Αναρωτιόμουν αν είχα γράψει τα τραγούδια όπως τα τραγουδούσαν. (…) Ηθελα τα τραγούδια αυτά να υπάρχουν όπως τα είχα σκεφθεί». Η επιτυχία για τον Ζορζ Μουστακί δεν ήρθε χωρίς κόπο. Πήγε τον «Μέτοικο» σε διάφορες εταιρείες, αλλά κανένας δεν τον ήθελε. Σε κάποια του χτύπησαν στοργικά την πλάτη και τον παρότρυναν να γίνει τραγουδιστής, να βγάλει έναν μικρό δίσκο… Και έβγαλε δεκάδες «μικρούς» και «μεγάλους».
Πρώτη φορά στην Ελλάδα
Το 1966 επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα. Οχι επειδή δεν ήθελε ως τότε αλλά επειδή θα κηρυσσόταν ανυπότακτος. Σιγουρεύτηκε και ήρθε. Αν και νωρίτερα την είχε επισκεφθεί μέσω της τέχνης του. Μετέφρασε στα γαλλικά και ερμήνευσε τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Το 1970 πρωταγωνίστησε με τον Μίκη Θεοδωράκη στην ταινία «Είμαστε δύο» του Ροβήρου Μανθούλη. Και εκεί δεν απαρνήθηκε την Ελλάδα. Τραγούδησε στα γαλλικά κομμάτια του Μίκη Θεοδωράκη. Στην Ελλάδα έγινε ευρύτερα γνωστός με τα κομμάτια «Μέτοικος» και «Μεσόγειος», που ερμήνευσαν οι Γιώργος Νταλάρας και Βίκυ Μοσχολιού, αντιστοίχως, τη δεκαετία του 1970.
Ο Ζορζ Μουστακί στα τραγούδια ύμνησε τον έρωτα, τη ζωή, τις γυναίκες. Τα κομμάτια του, οι συνθέσεις του, μεταφέρουν ένα ραφινάτο γαλλικό άρωμα με μεσογειακές πινελιές, ικανό να σαγηνεύσει κάθε γυναίκα. Ισως γι’ αυτό τις αγάπησε και τον αγάπησαν τόσο πολύ. Ο ίδιος είχε δηλώσει ότι εξαιτίας της Εντίθ Πιαφ είχε μια εικόνα ζιγκολό. «Ευτυχώς όμως αυτό άλλαξε» εξομολογήθηκε ο ίδιος. Και όσο για τον χαρακτηρισμό του «καρδιοκατακτητή» έβαλε πολύ απλά τα πράγματα στη θέση τους. «Οι γυναίκες είναι αυτές που αποφασίζουν αν θα αφεθούν να γοητευθούν». Ισως γι’ αυτό παντρεύτηκε μόνο μία φορά. Ενώ, εκτός της Εντίθ Πιαφ, τον σημάδεψε και η σχέση του με την Μπαρμπαρά.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



