Και τώρα τι; Μετά την αποτρόπαια εκτέλεση του συνταγµατάρχη Καντάφι και την εν ψυχρώ δολοφονία δεκάδων οπαδών του στη Σύρτη της Λιβύης, το ερώτηµα για το µέλλον της πολυδιαφηµισθείσας «Αραβικής Ανοιξης» παίρνει δραµατικές διαστάσεις. Ευτυχώς που οι εξελίξεις δεν είναι παντού αιµατηρές, καθώς πνέει παράλληλα ένας άνεµος αισιοδοξίας, κυρίως µετά τις πρώτες ελεύθερες εκλογές στην Τυνησία. Μια χώρα που έδωσε άλλωστε το σύνθηµα της εξέγερσης στις αρχές του χρόνου, η οποία όµως είναι και αρκετά διαφορετική από τις υπόλοιπες, καθώς διαθέτει µια σχετικά ανεπτυγµένη µεσαία τάξη, επηρεασµένη από τη γαλλική κουλτούρα, και συγκροτηµένες δοµές µε ισότιµη συµµετοχή των γυναικών στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αντίθετα, στη Λιβύη επικρατεί το χάος και επιβεβαιώνεται ότι ο µόνος συνδετικός κρίκος µεταξύ των εξεγερµένων και αλληλοσπαρασσοµένων φυλών ήταν ο στόχος για την ανατροπή του Καντάφι, ο οποίος τελικά αποδείχθηκε ότι δεν ήταν και πολύ πιο αιµοσταγής από τους αντιπάλους του. Θα είναι λοιπόν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατον, µέσα σε δέκα µήνες να ξεκαθαρίσει η κατάσταση, ώστε να πραγµατοποιηθούν κανονικά οι εκλογές που έχουν προγραµµατισθεί για τον ερχόµενο Ιούνιο.
Αναµένοντας τις εξελίξεις αυτές, το µόνο βέβαιο είναι ότι οι αραβικές χώρες που αποτίναξαν τα δικτατορικά καθεστώτα, µόλις τους δοθεί η ευκαιρία να εκφρασθούν ελεύθερα ασπάζονται αµέσως τον Ισλαµισµό. Αυτό είχε συµβεί παλαιότερα στην Παλαιστίνη µε τη Χαµάς, στην Αλγερία (που απετέλεσε και την αφορµή για την επιβολή του στρατιωτικού νόµου προκειµένου να αποφευχθεί ο ισλαµικός κίνδυνος), αλλά και στο Ιράν, όπου µετά την ανατροπή του Σάχη επιβλήθηκε βιαίως το ακραίο θεοκρατικό καθεστώς των Αγιατολάχ. Αυτό όµως συνέβη και την περασµένη Κυριακή στην Τυνησία µε την επικράτηση ενός µετριοπαθούς ισλαµικού κόµµατος και αναµένεται να συµβεί και στις εκλογές στην Αίγυπτο τον ερχόµενο µήνα µε την αναµενόµενη βέβαιη επικράτηση των Αδελφών Μουσουλµάνων. ∆εν είναι άλλωστε τυχαίο που το πρώτο µέτρο που ανακοίνωσε, µετά την εκτέλεση του Καντάφι, το Εθνικό Μεταβατικό Συµβούλιο της Λιβύης ήταν η καθιέρωση της σαρίας, δηλαδή του ισλαµικού νόµου, µε όλες τις απηρχαιωµένες και αποκρουστικές για την εποχή µας διατάξεις του. Επιστροφή λοιπόν στο παρελθόν ή πρόοδος; Αυτό είναι το κρίσιµο ερώτηµα για το µέλλον της «Αραβικής Ανοιξης».
Φυσικό είναι βέβαια, ύστερα από τόσα χρόνια καταπίεσης, οι αραβικοί λαοί να στρέφονται στη θρησκεία τους. Μια θρησκεία η οποία δεν είναι αναγκαίο να επηρεάσει το πολιτικό σύστηµα κατά τρόπο ακραίο, όπως συµβαίνει στο Ιράν ή στη Σαουδική Αραβία. ∆ιότι υπάρχει και το παράδειγµα της σηµερινής Τουρκίας, όπου ο Ταγίπ Ερντογάν, αν και γνήσιος ισλαµιστής, πέτυχε να συγκεράσει τη θρησκεία µε τη δηµοκρατική λειτουργία (έστω και συχνά ελλιπή) του κοσµικού κράτους. Ενα είδος Χριστιανοδηµοκρατίας προσαρµοσµένης στα ισλαµικά πρότυπα. Τόσο στην Αίγυπτο όσο και στην Τυνησία τα ισλαµικά κόµµατα επικαλούνται τώρα το µετριοπαθές «τουρκικό µοντέλο» ως τρόπο διακυβέρνησης και εθνικής αποδοχής. Και είναι ενθαρρυντικό ότι ο νικητής των εκλογών στην Τυνησία (το µετριοπαθές ισλαµικό κόµµα Ενάχντα) ξεκίνησε ήδη διαβουλεύσεις για τον σχηµατισµό κυβέρνησης ευρείας εθνικής συναίνεσης. Οριστική όµως απάντηση ως προς την τύχη του «πειράµατος» αυτού δεν µπορεί να υπάρξει παρά µετά τις εκλογές στην Αίγυπτο, µια χώρα που επηρεάζει αποφασιστικά τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



