• Αναζήτηση
  • Μετά την καταστροφή

    «Το Δέρμα», μια σειρά από βινιέτες της Ιταλίας της περιόδου 1943-1945, αποτελεί συγκλονιστική μαρτυρία για την πορεία μιας χώρας σε πόλεμο με τον εαυτό της (διχασμένης μεταξύ ανακωχής με τους Συμμάχους και παραμονής στο φασιστικό στρατόπεδο), καθημαγμένης οικονομικά, ανερμάτιστης πολιτικά και ταπεινωμένης ηθικά.

    Γιος Λομβαρδής μητέρας και γερμανού πατέρα, Ιταλός με τευτονικό όνομα, ο Κουρτ Έριχ Ζούκερτ, γνωστός ως Κούρτσιο Μαλαπάρτε (1898-1957), είναι υπό προϋποθέσεις ένας διανοούμενος ταυτισμένος με τον 20ό αιώνα. Όχι τόσο εξαιτίας του έργου του, αλλά για την τεθλασμένη πολιτική του πορεία: ενδίδοντας σε όλα τα κινήματα της εποχής του με τη σειρά, υπήρξε πρωτοπόρος του ιταλικού φασισμού, σφοδρός υπέρμαχος του κομμουνισμού, απολογητής του καθολικισμού.

    Ο Μαλαπάρτε υπήρξε γνήσιο τέκνο ενός καιρού τεκτονικών κοινωνικών σεισμών, στο πέρασμα των οποίων η ορθή κρίση δεν υπήρξε για όλους διαυγής και αναπόφευκτη. Οι κλυδωνισμοί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη διάρκεια του Μεσοπολέμου ήταν τέτοιοι ώστε στη δεκαετία του 1920 πτυχές των φασιστικών πρακτικών του Μουσολίνι να γίνονται αντικείμενο θετικών σχολίων και από αρκετούς ευρωπαίους θιασώτες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Στην αυγή της μεταπολεμικής περιόδου δε, η δυτική Ευρώπη έζησε ένα σύντομο φλερτ με τον κομμουνισμό, όπως απεικονίστηκε στο 28% του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος ή το 19% του ιταλικού στις εκλογές εκείνης της χρονιάς.

    Διαυγή κρίση μπορεί να μην διέθετε ο Μαλαπάρτε, διακρινόταν ωστόσο για την καθαρή ματιά του απέναντι στα πράγματα. Το Δέρμα (Μεταίχμιο, 2011), μια σειρά από βινιέτες της Ιταλίας της περιόδου 1943-1945, αποτελεί συγκλονιστική μαρτυρία για την πορεία μιας χώρας σε πόλεμο με τον εαυτό της (διχασμένης μεταξύ ανακωχής με τους Συμμάχους και παραμονής στο φασιστικό στρατόπεδο), καθημαγμένης οικονομικά, ανερμάτιστης πολιτικά και ταπεινωμένης ηθικά.

    Η κοινωνία του Μαλαπάρτε είναι μια κοινωνία χρεοκοπημένη, μια κοινωνία κατεστραμμένη. Η μεταπολεμική Νάπολη αποδίδεται ως τόπος όπου τα πάντα αποτιμώνται με βάση το χρήμα, ακόμη και η ανθρώπινη ζωή: τα αγόρια κοστίζουν δύο δολάρια, τα κορίτσια τρία, οι νέγροι στρατιώτες ενοικιάζονται με τιμή αφετηρίας τα 50 δολάρια. Όχι γιατί είναι εισβολείς (ή απελευθερωτές), αλλά επειδή για τις εξαθλιωμένες ιταλικές οικογένειες μπορούν να αποτελέσουν σταθερή πηγή εισοδήματος. Τρόφιμα και ενδύματα από τις αμερικανικές αποθήκες, ένας αρραβώνας με μια κόρη και το άμεσο μέλλον μοιάζει εξασφαλισμένο.

    Μετά την καταστροφή, όπως υποδεικνύει ο Μαλαπάρτε, το πρόβλημα δεν είναι να παλεύει κανείς για αν μην πεθάνει, το πρόβλημα είναι να παλεύει για να ζήσει: «Είναι ταπεινωτικό, φρικτό, είναι μια ντροπιαστική αναγκαιότητα να παλεύεις γα να ζήσεις. Μόνο για να ζήσεις. Μόνο για να σώσεις το τομάρι σου. Παύει να είναι η πάλη ενάντια στη σκλαβιά, η πάλη για την ελευθερία, για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, για την τιμή. Είναι μια πάλη ενάντια στην πείνα. […] Όταν οι άνθρωποι παλεύουν για να ζήσουν, τα πάντα, ακόμη κι ένα άδειο κουτάκι, ένα αποτσίγαρο, μια πορτοκαλόφλουδα, μια κόρα ψωμί μαζεμένη από τα σκουπίδια, ένα ξεψαχνισμένο κόκαλο, τα πάντα έχουν γι’ αυτούς μια τεράστια, μια αποφασιστικής σημασίας αξία. Οι άνθρωποι είναι ικανοί για οποιανδήποτε ανανδρία, προκειμένου να ζήσουν· για όλες τις ατιμίες, για όλα τα εγκλήματα, προκειμένου να ζήσουν».

    Αφιερώματα
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk