«Κάποτε ευτυχία ήταν μόνο ο Θεός,τώρα η ευτυχία είναι ο επιούσιος μικρός θεός μας»

Αν υπάρχουν ακόμη σοβαροί φιλόσοφοι στην αρχή του 21ου αιώνα, σίγουρα δεν ξοδεύουν ούτε μελάνι ούτε φαιά ουσία αναζητώντας το νόημα της ευτυχίας. Η δουλειά αυτή έχει περάσει στα χέρια των διαφημιστών, των ψυχολόγων λαϊκής βάσης και, γενικότερα, των εμπόρων του «feel good»- όταν δεν έχει ανατεθεί αποκλειστικά στην παυσίλυπη χημεία του Ρrozac, του Χanax και του Κlonopin. Αλλά το καλύτερο ανέκδοτο είναι η εξέλιξη της σχετικής βιβλιογραφίας: κάποτε ήταν ο Σωκράτης που στοχαζόταν την ευτυχισμένη ζωή, τώρα διαθέτουμε πρακτικά εγχειρίδια του τύπου «33 στιγμές ευτυχίας», «Ευτυχία χωρίς σεξ» ή «Γκέι ευτυχία». Την τεράστια και πολυκύμαντη ιστορία του ζητήματος ανάμεσα στις πρώτες μαρτυρημένες αναδιφήσεις και τη σύγχρονη υπερεξειδικευμένη φλυαρία θέλει να αφηγηθεί ο ευτραφής τόμος του αμερικανού ιστορικού Darrin Μ. ΜcΜahon- ηράκλειο εγχείρημα που βρήκε τον κατάλληλο τολμητία του, μια και η «επιδίωξη της ευτυχίας» είναι περίοπτα ενσωματωμένη στην αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας.

Το χρονικό μοιάζει εκ πρώτης όψεως ευθύγραμμο: για περισσότερους από 23 αιώνες η κλασική και όψιμη Αρχαιότητα, και στη συνέχεια ο χριστιανισμός, κράτησαν το ζητούμενο της ευτυχίας σε μυστηριακή ή μεταφυσική απόσταση, ζητώντας από την ανθρωπότητα να συναινέσει στα καπρίτσια των θεών που χάριζαν και στερούσαν την ευδαιμονία σύμφωνα με τα ανεξερεύνητα κέφια τους, ή να παραχωρήσει πληρεξουσιότητα στη θεία χάρη, που, πάντως, εξασφάλιζε τα καλύτερα μόνο για τους εκλεκτούς του χριστεπώνυμου πληρώματος. Η μεγάλη τομή τοποθετείται από τον ΜcΜahon στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό του 17ου και 18ου αιώνα, όταν η ευτυχία ανακηρύχθηκε φυσικό ανθρώπινο δικαίωμα, που μπορούσε και έπρεπε να επιδιωχθεί «εν τω κόσμω», με τη δύναμη της λογικής σκέψης, την κοινωνική πρόοδο και τον ατομικό μόχθο.

Ωστόσο, ό,τι εκ πρώτης όψεως φαντάζει ευθύγραμμο αποβαίνει διαθλασμένο και δαιδαλώδες όταν ο αναγνώστης αρχίσει να ξεναγείται στα καθέκαστα της υπόθεσης. Η αρχαϊκή μοιρολατρία αρχίζει να δαμάζεται ήδη μέσα στην ανθρωποκεντρική και πολιτική κυψέλη της αθηναϊκής δημοκρατίας, και η ευτυχία γίνεται συνάρτηση της πολιτικής ηθικής. Και αργότερα, στους διευρυμένους ορίζοντες της ελληνιστικής οικουμένης, Στωικοί και Επικούρειοι δοκιμάζουν αμυντικές λύσεις: ευτυχία είναι η καταστολή των παθών. Στην εμπροσθοφυλακή της χριστιανικής προέλασης, ο ιερός Αυγουστίνος χλευάζει τους παγανιστές της Ρώμης που λατρεύουν τη Felicitas (=Ευτυχία) αλλά αγνοούν την αυθεντική πηγή της. Ο Μεσαίωνας, ακόμη και όταν δεν είναι τόσο σκοτεινός όσο μοιάζει στις τυπικές αφηγήσεις του, αυτομαστιγώνεται με επίμονες πραγματείες «περί της ανθρώπινης μιζέριας», η ουμανιστική Αναγέννηση ανακαλύπτει στα studia humanitatis νέες ευκαιρίες ενώ ο Λούθηρος και ο Καλβίνος ξαναγράφουν μεγαλογράμματη τη Θεία Χάρη ως τη μοναδική χορηγό ευτυχίας μέσα στο πλαίσιο της εξατομικευμένης θεολογίας τους.

Ο Διαφωτισμός έλυσε το αίνιγμα με τον «θρίαμβο της λογικής», αλλά η εκκοσμικευτική συνταγή του δεν έπεισε ούτε τον Σοπενχάουερ, που έβλεπε φευγαλέες σκιές ευδαιμονίας μόνο στην Τέχνη, ούτε τον Νίτσε που τελικά εξίσωσε την ευτυχία με την αυτοσυνείδητη ηδονή του Ισχυρού. Ακατάδεχτος απέναντι στις σοσιαλιστικές ουτοπίες, ο Μαρξ πρότεινε τη λύση του «επιστημονικού σοσιαλισμού», και ο Φρόιντ, ρεαλιστικά ολιγαρκής, δεν περίμενε από τον ψυχαναλυτικό καναπέ παρά μονάχα την αποκατάσταση μιας «κανονικής δυστυχίας». Η δυστοπική οξυδέρκεια του Αλντους Χάξλι ηχεί επώδυνα επίκαιρη: στην αδυσώπητη αναζήτηση ευτυχίας, οι άνθρωποι θα επιθυμήσουν να εκπολιορκήσουν και το έσχατο οχυρό της μοίρας τους – αλλάζοντας το γενετικό τους σύνταγμα.

Ο ΜcΜahon εξιστορεί με νηφάλια δυσπιστία απέναντι στους ζηλωτές της Πίστης και του Λόγου, της Αρετής και της Ηδονής, και στο περιεκτικό χρονικό του οι γραμμές που χωρίζουν την ευσεβή ψευδαίσθηση από τη ρασιοναλιστική πεποίθηση φωσφορίζουν ή σβήνουν με διδακτική ευκρίνεια. Κάποτε ευτυχία ήταν μόνο ο Θεός, τώρα η ευτυχία είναι ο επιούσιος μικρός θεός μας, αλλά πώς και πόσο διαφέρει το πρώτο από το δεύτερο παραμένει, ευτυχώς ή δυστυχώς, περίπου αδιάγνωστο. Μερικά πράγματα είναι, αληθώς, απλά: στα κατά κεφαλήν υψηλά εισοδήματα της σημερινής οικουμένης δηλώνονται ικανοποιητικά ποσά ευτυχίας, αλλά- τι περίεργο!- στη μικρομεσαία επίδοση των 10.000 -13.000 δολαρίων η συμπόρευση ευμάρειας και αίσθησης ευτυχίας τερματίζεται. Και συνεχίζεται μόνο το άλυτο μυστήριο του νυν και του αεί.