ΤΕΧΕΡΑΝΗ Εντονη είναι πλέον η ανησυχία της διεθνούς κοινότητας για όσα συμβαίνουν στο Ιράν, μετά και την αιματηρή καταστολή της μεγάλης διαδήλωσης που έγινε την περασμένη Δευτέρα στην πρωτεύουσα της χώρας από υποστηρικτές του Μιρ Χουσεΐν Μουσαβί , οι οποίοι αμφισβητούν τη νίκη του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ στις προεδρικές εκλογές, καταγγέλλοντας νοθεία. Επτά άνθρωποι σκοτώθηκαν από τις επιθέσεις παραστρατιωτικών κατά διαδηλωτών. Σε μια προσπάθεια εκτόνωσης της έντασης, το 12μελές Συμβούλιο των Φρουρών της Επανάστασης διέταξε χθες μερική ανακαταμέτρηση των ψήφων. Αλλά το θεοκρατικό καθεστώς δεν υποχωρεί, αποκλείοντας κατηγορηματικά την απαίτηση της «αντιπολίτευσης» να ακυρωθεί το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών της περασμένης Παρασκευής. Χθες, παρά την απαγόρευση των Αρχών αλλά και την έκκληση του κ. Μουσαβί να μην πραγματοποιηθεί και νέα πορεία υποστηρικτών του «για να μη χυθεί αίμα», χιλιάδες εξ αυτών κατευθύνθηκαν προς το κτίριο της ιρανικής κρατικής τηλεόρασης στη βόρεια Τεχεράνη. Το κτίριο ήταν περικυκλωμένο από μέλη των ειδικών αστυνομικών δυνάμεων του καθεστώτος.

Αντίθετα με ό,τι συνέβη τη Δευτέρα, όταν οι διαδηλωτές φώναζαν συνθήματα εναντίον του Αχμαντινετζάντ, χθες η διαδήλωση ήταν σιωπηλή. Οι οπαδοί των μεταρρυθμίσεων έδωσαν και νέο ραντεβού για σήμερα Τετάρτη στην κεντρική πλατεία της Τεχεράνης. Νωρίτερα χθες έγινε και μία μεγάλη συγκέντρωση των«καθεστωτικών». Δεκάδες χιλιάδες υποστηρικτές του κ. Αχμαντινετζάντ συγκεντρώθηκαν στο σημείο όπου είχαν προγραμματίσει να διαδηλώσουν οι οπαδοί του κ. Μουσαβί. Στη διάρκεια της συγκέντρωσης δεν εμφανίστηκαν εκεί υποστηρικτές του κ. Μουσαβί.

Σχολιάζοντας την κατάσταση, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα δήλωσε ότι πιστεύει «πως η φωνή του λαού πρέπει να ακούγεται και να μην καταπνίγεται» και ότι η απόφαση του ανωτάτου πνευματικού ηγέτη του Ιράν αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ να διατάξει τη διεξαγωγή έρευνας «δείχνει πως κατανοεί ότι ο ιρανικός λαός ανησυχεί βαθιά». Διευκρίνισε ωστόσο πως δεν επιθυμεί η δήλωσή του αυτή να φανεί ως «ανάμειξη» στα εσωτερικά της ισλαμικής δημοκρατίας.

«Κτηνώδη» χαρακτήρισε την αντίδραση της ιρανικής κυβέρνησης στη διαδήλωση της Δευτέρας ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί. Η ιρανική κρατική τηλεόραση μετέδωσε ότι «οι σημαντικότεροι δράστες των μετεκλογικών ταραχών συνελήφθησαν έχοντας στην κατοχή τους εκρηκτικά και όπλα». Τις τελευταίες ημέρες συμβαίνει στο Ιράν κάτι πρωτόγνωρο για τα χρόνια μετά την επικράτηση της ισλαμικής επανάστασης, το 1979. Η δυσφορία και η αμφισβήτηση εντός του ισλαμικού καθεστώτος του Ιράν εκφράζεται για πρώτη φορά τόσο έντονα δημοσίως.

Στην παράταξη του κ. Μουσαβί έχουν προσχωρήσει παραδοσιακά στελέχη του καθεστώτος, όπως οι πρώην πρόεδροι της χώρας Ακμπάρ Χασεμί Ραφσαντζανί και Μοχάμαντ Χαταμί, οι οποίοι ανησυχούν για την πολιτική του προέδρου Αχμαντινετζάντ στην εξωτερική πολιτική και στην οικονομία.

Ο αγώνας των μεταρρυθμιστών διεξήχθη κατά μεγάλο μέρος μέσω του Διαδικτύου, καθώς στο Ιράν υπάρχουν περισσότερα από εκατό χιλιάδες ιστολόγια (μπλογκ) και μέσω μηνυμάτων SΜS στα κινητά τηλέφωνα.

Η αντίδραση του καθεστώτος είναι η κρατική καταστολή. Δυσκολίες στην πρόσβαση αναφέρουν δεκάδες χιλιάδες ιρανοί χρήστες του Facebook. Το δίκτυο χαρακτήρισε μάλιστα την κατάσταση απογοητευτική, «ειδικά σε μια στιγμή όπου οι πολίτες στρέφονται στο Ιnternet για την ενημέρωσή τους». Στο πλευρό των υποστηρικτών της αντιπολίτευσης βρέθηκε με τον τρόπο του και το δίκτυο Τwitter, το οποίο χρησιμοποιούν εκτεταμένα για τον συντονισμό και την επικοινωνία τους. Μάλιστα σχεδίασε μια αναβάθμιση του δικτύου αργά χθες το βράδυ, ώστε να εμποδιστεί όσο το δυνατόν λιγότερο η επικοινωνία των χρηστών του στο Ιράν.

Δημοσιογράφοι σε περιορισμό
ΤΕΧΕΡΑΝΗ. Το θεοκρατικό καθεστώς απαγόρευσε χθες σε όλα τα ξένα μέσα ενημέρωσης την κάλυψη των διαδηλώσεων στην Τεχεράνη, ακόμη και όταν στους δρόμους κατεβαίνουν οπαδοί του προέδρου του Ιράν Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Ξένοι δημοσιογράφοι άρχισαν ήδη να εγκαταλείπουν το Ιράν μετά την άρνηση των Αρχών να τους ανανεώσουν την άδεια παραμονής.

Η λογοκρισία συνοδεύεται και από περιορισμούς στη μετακίνηση. Οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι, ξένοι και Ιρανοί, έλαβαν εντολή να μην κυκλοφορούν στην πρωτεύουσα για ρεπορτάζ, αλλά να εργάζονται από τα γραφεία τους, καλύπτοντας τα γεγονότα με τηλεφωνικές συνεντεύξεις και παρακολούθηση των δελτίων ειδήσεων της δημόσιας τηλεόρασης. Απαγορεύεται επίσης η αποστολή φωτογραφιών ή βίντεο με στιγμιότυπα από διαδηλώσεις.