Ο Μιλ χωρίζει τη συζήτηση σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης σε δύο μέρη: το πρώτο βασίζεται στην υπόθεση ότι οι απόψεις όσων επιθυμούν να καταπνίξουν τη διαφωνία είναι μάλλον εσφαλμένες, ενώ το δεύτερο στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι απόψεις αυτές είναι ορθές. Τι γίνεται όμως με την ξεχωριστή περίπτωση κάποιου ο οποίος υποστηρίζει πράγματα που είναι ολοφάνερα λανθασμένα; Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, υποστηρίζει ο Μιλ, είναι σημαντικό να υπερασπιστούμε το δικαίωμά του στην ελευθερία του λόγου. Αναφέρομαι στον Ντέιβιντ Ιρβινγκ, ο οποίος αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μια αυστριακή φυλακή επειδή υποστήριξε ότι το Ολοκαύτωμα δεν συνέβη ποτέ. Στην περίπτωση που κάποιοι αναγνώστες νομίσουν πως ό,τι ακολουθεί πηγάζει από ανεπαρκή συναισθηματική ταύτιση με εκείνους των οποίων οι οικογένειες υπέφεραν κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος, τους προτρέπω να ρίξουν μια ματιά στο βιβλίο μου Pushing Time Away: My Grandfather and the Tragedy of Jewish Vienna (Ecco, New York, 2003).


Στο σημείο αυτό έχει σημασία να στραφούμε στο επιχείρημα του Μιλ σύμφωνα με το οποίο αν μια άποψη δεν «συζητείται εξαντλητικά, επανειλημμένα και χωρίς φόβο», θα μετατραπεί «σε νεκρό δόγμα, και όχι σε ζωντανή αλήθεια», ενώ υποστήριξε ότι ο καλύτερος τρόπος για να πείσουμε οποιονδήποτε παραμένει ακόμη σκεπτικιστής ως προς το μέγεθος της θηριωδίας των ναζιστών είναι να τον φέρουμε αντιμέτωπο με τις αποδείξεις που υπάρχουν. Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς πώς το να φυλακίζεις κάποιον που αρνείται την ύπαρξη του Ολοκαυτώματος θα πείσει τον δύσπιστο ότι το Ολοκαύτωμα πράγματι συνέβη. Το αντίθετο είναι πιο πιθανό: θα σκεφθούν πως αν το κράτος βάζει στη φυλακή τέτοιους ανθρώπους, τότε αυτοί θα πρέπει όντως να ασχολούνται με κάτι που το κράτος επιθυμεί να κρατήσει μυστικό.


* H κριτική στη θρησκεία


Ενας πιο άμεσος λόγος για την υπεράσπιση του δικαιώματος του Ιρβινγκ στην ελευθερία του λόγου σχετίζεται με την πρόσφατη διαμάχη για τα σκίτσα του δανού γελοιογράφου που απεικονίζουν τον Μωάμεθ μέσα από ένα όχι και τόσο κολακευτικό πρίσμα. Για τους λόγους που ο Μιλ επικαλείται προκειμένου να υπερασπιστεί την ελευθερία της έκφρασης, θα πρέπει να μπορούμε να αρνηθούμε την ύπαρξη του Θεού αλλά και να επικρίνουμε τη διδασκαλία του Ιησού, του Μωυσή, του Μωάμεθ και του Βούδα, όπως αυτές αναφέρονται σε κείμενα που εκατομμύρια άνθρωποι θεωρούν ιερά. Και μόνο το γεγονός ότι το να εκφράζει κανείς μια γνώμη προκαλεί κάποια προσβολή δεν είναι επαρκής λόγος για να την καταπνίγουμε. Οπως έγραψε ο Μιλ:


«… αν το κριτήριο είναι η προσβολή όσων η γνώμη γίνεται αντικείμενο επίθεσης, νομίζω ότι η εμπειρία μάς δείχνει πως πάντα κάποιοι θα νιώθουν προσβολή όταν υφίστανται μια καταλυτική κριτική, και ότι κάθε αντίπαλος που τους ασκεί αφόρητη πίεση και προς τον οποίο δυσκολεύονται να δώσουν μια απάντηση, θα θεωρείται αμετροεπής αντίπαλος, αν δείχνει να έχει πεποίθηση για το θέμα».


Δίχως την ελευθερία να ασκούμε κριτική στη θρησκεία, η πρόοδος θα σταματά πάντοτε πάνω σε ανυπέρβλητα εμπόδια. Ούτε θα έπρεπε να υποστηρίζουμε ότι οι αντιρρήσεις κατά της θρησκευτικής πίστης που διατυπώνονται με νηφαλιότητα είναι επιτρεπτές, ενώ ο σαρκασμός δεν είναι, γιατί ακριβώς ο σαρκασμός μπορεί να είναι το πιο αποτελεσματικό όπλο ενάντια σε μια λανθασμένη αλλά διαδεδομένη πίστη. Ξεκινώντας από το δεδομένο πως όλοι όσοι επικρίνουν την κρατούσα άποψη χρειάζεται, απλώς και μόνο για να εισακουστούν, να είναι πολύ πιο μετριοπαθείς ως προς τη γλώσσα που χρησιμοποιούν απ’ ό,τι αυτοί που υπερασπίζονται την ορθόδοξη άποψη, ο Μιλ έφθασε ακόμη και στο να υποστηρίζει ότι «αν ήταν απαραίτητο να διαλέξουμε, θα υπήρχε πολύ μεγαλύτερη ανάγκη να αποθαρρύνουμε τις επιθέσεις προσβολής κατά της απιστίας παρά κατά της θρησκευτικής πίστης». Αυτό βέβαια μπορεί να μην ισχύει πια για χώρες όπου η θρησκεία παίζει πολύ μικρότερο ρόλο απ’ ό,τι στη Βρετανία της εποχής του Μιλ, εν τούτοις αληθεύει ακόμη για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου πολλοί άνθρωποι φαίνεται να πιστεύουν ότι ένας άθεος που ζει σύμφωνα με την ηθική θα πρέπει μάλλον να απέτυχε να κατανοήσει τις λογικές συνέπειες της άρνησης ύπαρξης του Θεού.


Συνεπώς θα πρέπει να υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα των εφημερίδων να δημοσιεύουν σκίτσα που απεικονίζουν τον Ιησού, τον Μωυσή, τον Βράχμα, τον Βούδα ή τον Μωάμεθ με τρόπο που θα προσβάλλει τουλάχιστον κάποιους χριστιανούς, εβραίους, ινδουιστές, βουδιστές ή μουσουλμάνους. (Το να υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα μιας εφημερίδας να δημοσιεύει κάτι δεν σημαίνει κιόλας ότι ήταν και συνετό να το πράξει. Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσεως και δεδομένου του αριθμού των αθώων ζωών που χάθηκαν κατά τις ταραχές που προέκυψαν, η δημοσίευση ήταν μάλλον το λάθος πράγμα να κάνει κανείς – αλλά αυτό είναι ένα ξεχωριστό ζήτημα. Το πρόβλημα που επισύρει η καταδίκη του Ντέιβιντ Ιρβινγκ είναι ότι, για όσο χρόνο παραμένει στη φυλακή και οι νόμοι που τον οδήγησαν εκεί παραμένουν σε ισχύ, οι μουσουλμάνοι έχουν έρεισμα για να πιστεύουν ότι η αποτυχία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να δράσουν ενάντια στις εφημερίδες που δημοσίευσαν τα σκίτσα επιδεικνύει εχθρότητα και προκατάληψη απέναντι στο Ισλάμ. Μονάχα όταν ο Ιρβινγκ θα έχει απελευθερωθεί θα είναι δυνατό για τους Ευρωπαίους να απευθυνθούν προς τους ισλαμιστές που διαμαρτύρονται και να πουν: «Εφαρμόζουμε την αρχή της ελευθερίας της έκφρασης αμερόληπτα, ανεξάρτητα από το αν αυτή προσβάλλει μουσουλμάνους, χριστιανούς, εβραίους ή οποιονδήποτε άλλο».


* H ασυλία των ιδεών


H υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου απαιτεί όμως και να αντιστεκόμαστε σε νόμους κατά της υποδαύλισης ρατσιστικού μίσους; Σίγουρα, τέτοιου είδους νόμοι δεν θα έπρεπε να παρεμποδίζουν τη συζήτηση για την πιθανότητα διαφορετικές φυλές ή εθνοτικές ομάδες να διατηρούν διακριτά χαρακτηριστικά, ή να κρίνονται αυτά τα τελευταία με ευνοϊκό ή μη ευνοϊκό τρόπο. Αλλά σε αυτό το σημείο μπορούμε επίσης και πάλι να συμφωνήσουμε με τον Μιλ πως «ακόμη και οι γνώμες χάνουν την ασυλία τους, όταν οι συνθήκες μέσα στις οποίες εκφράζονται είναι τέτοιες ώστε η έκφρασή τους να συνιστά με θετικό τρόπο υποδαύλιση μιας επιζήμιας πράξης». Τούτη η πρόταση προηγείται άμεσα της συχνά παρατιθέμενης διάκρισης μεταξύ του να δημοσιεύσει κανείς σε εφημερίδα τη γνώμη ότι οι έμποροι καλαμποκιού είναι η αιτία που οι φτωχοί πεινάνε και του να υποστηρίζει αυτό το ίδιο απευθυνόμενος προς έναν εξεγερμένο όχλο ο οποίος βρίσκεται μπροστά από το σπίτι ενός τέτοιου εμπόρου. Σύμφωνοι, δεν είναι εύκολο να μεταφράσουμε αυτό το παράδειγμα σε ένα σύγχρονο πλαίσιο όπου τα ηλεκτρονικά μέσα παρέχουν μια αμεσότητα την οποία οι εφημερίδες δεν διαθέτουν. Τα πάντα εξαρτώνται από τις συνθήκες, και από τον βαθμό στον οποίο το ισχύον κλίμα είναι τέτοιο που οι παρατηρήσεις είναι πιθανό να γίνουν αντιληπτές ως υποκίνηση βίας. Εναπόκειται βεβαίως στα δικαστήρια να καθορίσουν πότε συντρέχει μια τέτοια περίπτωση.


Ο κ. Peter Singer είναι καθηγητής της Βιοηθικής στο Κέντρο Ανθρωπίνων Αξιών του Πανεπιστημίου του Πρίνστον.