gnikolo@dolnet.gr
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος, αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση μετά τη χούντα, επανέφερε τους βασικούς δημοκρατικούς θεσμούς και έβαλε τη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο Ανδρέας Παπανδρέου λίγα χρόνια αργότερα εδραίωσε τη δημοκρατία και αναδιένειμε το χρήμα, ενισχύοντας σημαντικά τις ασθενέστερες οικονομικά ομάδες και τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, διαμορφώνοντας έτσι τη ραχοκοκαλιά της σύγχρονης ελληνικής οικονομίας. Ο Κώστας Σημίτης συμμάζεψε την οικονομία, έβαλε τη χώρα στην ΟΝΕ και επί της πρωθυπουργίας του εκτελέστηκαν τα μεγαλύτερα δημόσια έργα όπως το μετρό, η Αττική οδός, το αεροδρόμιο και τα έργα της Ολυμπιάδας.
Και ήρθε η εποχή τού Κώστα Καραμανλή. Τι περίμεναν οι ψηφοφόροι του; Με βάση αυτά που έλεγε, περίμεναν ότι θα επανιδρύσει το κράτος, θα πατάξει τη γραφειοκρατία και έτσι θα περιορίσει τις δαπάνες του Δημοσίου κατά 10 δισ. ευρώ, ότι θα προχωρήσει σε μεγάλες μεταρρυθμίσεις κυρίως στην Παιδεία, ότι θα προσελκύσει ξένες επενδύσεις και θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας. Αυτά είχε πει ότι θα κάνει αλλά δεν τα έκανε. Είναι δύσκολο ακόμη και στους πιστότερους ψηφοφόρους αυτής της κυβέρνησης να απαντήσουν στο ερώτημα «τι έκανε ο Καραμανλής;».
Η κυβέρνηση Καραμανλή δεν έκανε επενδύσεις. Το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων περιορίστηκε στο ελάχιστο – έμεινε το μισό από όσα διέθετε για τις δημόσιες επενδύσεις η προηγούμενη κυβέρνηση -, και αυτό φαίνεται. Τα μόνα μεγάλα δημόσια έργα που εκτελούνται είναι αυτά που είχαν δρομολογηθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση.
Παρά τις εξαγγελίες η κυβέρνηση αυτή δεν κατάφερε να αυξήσει τις ξένες επενδύσεις. Μείωσε τους φορολογικούς συντελεστές για τις επιχειρήσεις κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες και έτσι μειώθηκαν τα φορολογικά έσοδα και αυξήθηκαν τα καθαρά κέρδη των επιχειρήσεων, αλλά η αύξηση αυτή των κερδών δεν μετατράπηκε σε επενδύσεις. Οι μόνες ξένες επενδύσεις που έγιναν ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας δύο ιδιωτικών επιχειρήσεων με ξένες.
Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων της κυβέρνησης – ευτυχώς – δεν βρήκε ανταπόκριση από ξένους επενδυτές. Ευτυχώς διότι αν οι ξένοι είχαν ενδιαφερθεί θα είχαμε απολέσει τον έλεγχο μεγάλων επιχειρήσεων που μελλοντικά – όταν αλλάξουν οι αποτυχημένες διοικήσεις τους – θα μπορούν να έχουν υψηλά κέρδη, μερίσματα και υπεραξίες για το Δημόσιο.
Στα δημόσια οικονομικά η κυβέρνηση πέτυχε τη μείωση του ελλείμματος και του χρέους ως ποσοστά του ΑΕΠ, αλλά μόνο σε λογιστικό επίπεδο. Και το έλλειμμα και το χρέος αυξάνονται σημαντικά κάθε χρόνο, ενώ η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας που αποτυπώνεται στο έλλειμμα εξωτερικών συναλλαγών πάει από το κακό στο χειρότερο. Το έλλειμμα αυτό δείχνει ότι το χρήμα φεύγει από την Ελλάδα για να πληρώσει τους τόκους του υπέρογκου δημοσίου χρέους και το κόστος των εισαγωγών μας, ενώ τα χρήματα που εισπράττουμε από τις εξαγωγές είναι ελάχιστα.
Το χειρότερο δε είναι ότι η κυβέρνηση αυτή όχι μόνο δεν κατάφερε να πατάξει τη διαφθορά στον δημόσιο τομέα, αντίθετα απελευθέρωσε δυνάμεις που υπό την κομματική κάλυψη λυμαίνονται το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, χωρίς να τιμωρούνται. Πρόκειται ουσιαστικά για κατάσταση ακυβερνησίας και υπό αυτές τις συνθήκες ξεκίνησε η προεκλογική περίοδος και η ακατάσχετη παροχολογία την οποία παραδοσιακά συνοδεύει και η οποία όσο καθυστερούν οι εκλογές τόσο περισσότερο επιζήμια θα είναι για την οικονομία.



