Σε νέα αναθεώρηση των προβλέψεων για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας θα προχωρήσει το φθινόπωρο η κυβέρνηση, ακολουθώντας τις αντίστοιχες αναθεωρήσεις στις οποίες θα προβούν οι διεθνείς οργανισμοί και οι άλλες χώρες-μέλη της ΕΕ. Ωστόσο η για δεύτερη φορά αναθεώρηση αφήνει ανοικτά τα ζητήματα της αύξησης των συντελεστών του ΦΠΑ και της αναθεώρησης των στόχων του κρατικού προϋπολογισμού.


Οι επιπτώσεις από την αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές, τις αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, των πολύτιμων μετάλλων, των πρώτων υλών και των τροφίμων δεν έχουν μετακυλιστεί πλήρως στην οικονομία της ευρωζώνης και γενικότερα της ΕΕ.


Στο τελευταίο άτυπο Συμβούλιο των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών (Eco/Fin), που πραγματοποιήθηκε στη Σλοβενία την περασμένη εβδομάδα με τη συμμετοχή των διοικητών των κεντρικών τραπεζών των «27» και του αρμοδίου επιτρόπου κ. Χοακίν Αλμούνια, οι πάντες συμφώνησαν ότι η ΕΕ δεν πρέπει να εφησυχάζει για τις εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο, οι οποίες δεν έχουν ακόμη διαφανεί πλήρως. Προτού καλά καλά συμφωνήσουν οι «27» στο γεγονός ότι «έπεται συνέχεια» με τα προβλήματα της διεθνούς οικονομίας, το ΔΝΤ απεφάνθη ότι το κόστος της χρηματοπιστωτικής κρίσης φθάνει τα 945 δισ. δολ., η Morgan Stanley ότι έχουμε να κάνουμε με τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων 40 ετών, άλλοι διεθνείς οργανισμοί ότι η κρίση θα διαρκέσει άλλα δύο τρίμηνα, ενώ κυβερνητικοί παράγοντες προ δύο μηνών επέμεναν ότι η κρίση θα ξεπεραστεί τον Απρίλιο.


Στο πλαίσιο της ορατής πλέον κρίσης και για τους επόμενους μήνες, η ΕΕ συνεχίζει να δέχεται πιέσεις στην οικονομία της, γεγονός που θα την οδηγήσει στην αναθεώρηση των προβλέψεών της. Ηδη αναθεωρούνται οι προβλέψεις για τον τουρισμό, ο οποίος θα κινηθεί εφέτος σε χαμηλότερα επίπεδα απ’ ό,τι πέρυσι. Σε αναθεώρηση των προβλέψεών της θα προχωρήσει φυσικά και η Ελλάδα, η οποία έχει δεσμευθεί έναντι της ΕΕ να επιταχύνει τους ρυθμούς των μεταρρυθμίσεων που αφορούν την ανταγωνιστικότητα, την απελευθέρωση των αγορών, την ευελιξία στην εργασία, την παράταση του επαγγελματικού βίου κ.λπ. Ζητούμενο όμως είναι το κόστος της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων αυτών σε μια δύσκολη, διεθνή, οικονομική συγκυρία. Οι δεσμεύσεις της Ελλάδας έναντι της ΕΕ στηρίζονται στις τελευταίες Συστάσεις του Eco/Fin προς την Ελλάδα. Σύμφωνα με τις Συστάσεις αυτές η Ελλάδα οφείλει να:


* Εξακολουθήσει να προωθεί τη διαδικασία δημοσιονομικής εξυγίανσης, να μειώσει το δημόσιο χρέος της και να εφαρμόσει σύντομα τις μεταρρυθμίσεις του συνταξιοδοτικού συστήματος προκειμένου να βελτιώσει τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών της.


* Υλοποιήσει τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης (την οποία ο υπουργός Οικονομίας κ. Γ. Αλογοσκούφης χαρακτηρίζει μεγάλο ασθενή). Η μεταρρύθμιση θα πρέπει να προβλέπει τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού κανονιστικού, ελεγκτικού και κατασταλτικού πλαισίου με τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής σε ό,τι αφορά τους ανθρωπίνους πόρους και με την αποτελεσματική αξιοποίηση των Διαρθρωτικών Ταμείων.


* Προωθήσει την «ευελιξία με ασφάλεια», εκσυγχρονίζοντας την προστασία της απασχόλησης και τη νομοθεσία της προκειμένου να καλύψει κάθε μορφής συμβατικές ρυθμίσεις, να περιορίσει περαιτέρω τη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, να εντατικοποιήσει τις ενεργές πολιτικές της στην αγορά εργασίας και να μετατρέψει την αδήλωτη εργασία σε επίσημη απασχόληση.


* Επιταχύνει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση και στη διά βίου μάθηση, προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητά τους και η ανταπόκρισή τους στις ανάγκες αγοράς εργασίας, να αυξηθεί η συμμετοχή σε αυτές και να διευκολυνθεί η ομαλή μετάβαση στον επαγγελματικό βίο, ιδίως για τους νέους.


Αλλά ο κατάλογος των «πρέπει» δεν ολοκληρώνεται εδώ. Το Eco/Fin συνιστά στην Ελλάδα να συνεχίσει τις προσπάθειες μείωσης των πληθωριστικών πιέσεων και να αντιμετωπίσει τα αίτια του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Επίσης να επιταχύνει τις προσπάθειές της για να χαράξει στρατηγική στο πεδίο Ερευνας και Ανάπτυξης (R+D) και να αυξήσει τις επενδύσεις σε αυτό.


Επιπλέον να βελτιώσει τη μεταφορά του Κοινοτικού Δικαίου στην εθνική νομοθεσία σε ό,τι αφορά την εσωτερική αγορά και να ενισχύσει τον ανταγωνισμό στον τομέα των επαγγελματικών υπηρεσιών. Παράλληλα η Ελλάδα καλείται να δώσει προτεραιότητα στην αποτελεσματική διαχείριση των στερεών και υγρών αποβλήτων και να περιορίσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.


Ταυτόχρονα η χώρα μας πρέπει να μειώσει τα ποσοστά πρόωρης εγκατάλειψης της σχολικής εκπαίδευσης και να χαράξει μια συνεκτική στρατηγική για την παράταση του ενεργού επαγγελματικού βίου.